Στράτος

Στράτος

(Εισαγγελεύς)...

Γράμμα

Γράμμα

Θεσσαλονίκη,...

Νέτο

Νέτο

Υπάρχουν...

Πάνκης

Πάνκης

- Μαζί κατεβήκαμε.-...

Ράδιο

Ράδιο

-Πάμε στο Ηράκλειο,...

Ρεύμα

Ρεύμα

«Ο ΠΑΟΚ». Το...

Κασκορσέ

Κασκορσέ

Είμαι οπαδός της...

1100

1100

Ο Γιώργος, ο...

Ένσταση

Ένσταση

H KAE ΠΑΟΚ επέλεξε να...

Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

  • Στράτος

    Στράτος

    Tuesday, 11 May 2021 14:04
  • Γράμμα

    Γράμμα

    Saturday, 08 May 2021 14:09
  • Νέτο

    Νέτο

    Thursday, 06 May 2021 20:13
  • Πάνκης

    Πάνκης

    Monday, 05 April 2021 19:26
  • Ράδιο

    Ράδιο

    Saturday, 13 February 2021 14:20
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Sunday, 07 February 2021 14:22
  • Κασκορσέ

    Κασκορσέ

    Sunday, 24 January 2021 14:26
  • 1100

    1100

    Sunday, 27 December 2020 14:33
  • Ένσταση

    Ένσταση

    Saturday, 19 December 2020 19:38
  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16

broomΔεκατόσα χρόνια δίπλα δίπλα στα τσιμέντα και να βρίσκεσαι κατά λάθος μαζί του στην ίδια δουλειά.

Και να σου λέει το αφεντικό στην πρόσληψη πως «δυστυχώς, θα πρέπει να ανέχεσαι χέβι μέταλ στ’ αυτιά σου όλη μέρα επειδή στον ίδιο χώρο είναι ο Σ στο τμήμα του Μέταλ». Κατεβαίνω στο «Τμήμα του Μέταλ», να ‘τος και ο Σ, ρε συ, πού είσαι, χαθήκαμε, έλα, έχω καινούργιο Paradise Lost και κάτι καφρίλες εισαγωγή, του λέω «ρε μαλάκα, για δουλειά ήρθα, με προσλάβανε σήμερα, μαζί θα είμαστε». Έβαλε κάτι κατσαρολικά από Νορβηγία να το γιορτάσουμε. Ωραία πέρασα δυο χρόνια στο δισκάδικο με τον Σ, πρωί-βράδυ ό,τι καινούργιο κυκλοφορούσε, μέταλ, μπάλα, συναυλίες, μια χαρά.

 

Χίλια καλά είχε εκείνη η δουλειά, αλλά αυτό που δεν παλευόταν ήταν το σκούπισμα. Όχι λόγω χώρου, δεν ήταν μεγάλο το κομμάτι που σκουπίζαμε εμείς, αλλά έτσι και σου καθότανε η γκαντεμιά να ψοφήσει κατσαρίδα αποβραδίς δεν πλησίαζες. Φτυάρι ήθελε. Το υπόγειό μας ήταν δίπλα σε υπόγειο φαγάδικου που πουλούσε αποκλειστικά πατάτες τηγανιτές, στην Τσιμισκή, για να μη φάμε καμιά μήνυση τώρα να σημειώσω πως η ιστορία είναι φανταστική και πως την Οδό Τσιμισκή εγώ από ένα σύνθημα την άκουσα, μήτε που έχω περάσει από εκεί. Τι λέγαμε; Α, ναι, από το διπλανό υπόγειο, λοιπόν, έρχονταν οι κατσαρίδες που μόνο παπούτσι Ρεντζιά μπορούσε να τις πατήσει κι αυτό παίζει τώρα, ίσως και να έπιανε μόνο το μισό σώμα τους, ο ήχος, δε, ανατριχιάστε τώρα, στο Ιντιάνα Τζόουνς το έχω ξανακούσει αυτό το κρατς, για όποιον θυμάται τη σκηνή με τα έντομα, τι να περιγράφω τώρα.

 

Σκούπα, λοιπόν, μακριά από εμάς. Ευτυχώς, είχαμε και έναν τρίτο μαζί, καλό παιδί, με την έννοια καλό παιδί σκούπιζε αυτός τις πιο πολλές φορές κι εμείς λέγαμε για τις καλές εποχές και τα σχετικά, τον κερνούσαμε και κανέναν καφέ, όλα τακτοποιημένα.  Και μια μέρα, ακούω από πάνω: «Πάρε μια σκούπα και έλα πάνω! Τώρα! Τρέχα!» Ωχ, σκέφτομαι, βγήκε η Τζουράσικ Τερέζα και στον απάνω όροφο, στο ελληνικό τμήμα, θα όρμησε σε τίποτα πιτσιρίκες που χάιδευαν το νέο σιντί του Κότσιρα και άμα ήταν και ελαφριές θα τις κουβαλούσε γύρες στο μαγαζί. Αρπάζω μια σκούπα, ανεβαίνω με το μισό στομάχι ήδη στον οισοφάγο, θα έπρεπε και να το παίξω άντρας τώρα μπροστά στον κόσμο και όχι που όταν βρίσκαμε πτώμα στο υπόγειο που δε μας έβλεπε κανένας τρία παλικάρια το συζητούσαμε κάνα μισάωρο πώς θα γίνει η μεταφορά της σορού, αλλά αντί για κατσαρίδα βλέπω κάτι άλλο, περίεργο.

 

Το μαγαζί, διάδρομος γύρω γύρω καμιά τριάντα μέτρα, σπαρμένο με κάτι πορτοκαλιά κομματάκια σα να τα άφησε ο κοντορεβυθούλης για να βρει το δρόμο του στο γυρισμό.  «Σκούπιζε, γρήγορα, ρεζίλι γίναμε», φώναζε το αφεντικό και πραγματικά το θέαμα ήταν απίστευτο, έσκυψα να δω τι ήταν, «τι τα κοιτάς, τυρόπιτες είναι, τελείωνε», όχι αυταρχικά αλλά με πραγματική απόγνωση, γιατί το μαγαζί ήταν γεμάτο και όλοι είχαν κάνει στην άκρη να μην τα πατήσουν, έπιασα να σκουπίζω κι εγώ, πήρα μια ευθεία, έστριψα από την άλλη, πρόλαβα να δω τον Μπάνε που έβγαινε από το μαγαζί με την τυρόπιτα στο χέρι, ακόμα την έτρωγε, αμέσως χαλάρωσα, άμα θες ξαναμπές και ξανακάν’ τα όλα χάλια, ω Μπάνε, Μπάνε, ω Μπάνε, Μπάνε, μέχρι το πρωί θα σκουπίζω για πάρτη σου.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB