Στράτος

Στράτος

(Εισαγγελεύς)...

Γράμμα

Γράμμα

Θεσσαλονίκη,...

Νέτο

Νέτο

Υπάρχουν...

Πάνκης

Πάνκης

- Μαζί κατεβήκαμε.-...

Ράδιο

Ράδιο

-Πάμε στο Ηράκλειο,...

Ρεύμα

Ρεύμα

«Ο ΠΑΟΚ». Το...

Κασκορσέ

Κασκορσέ

Είμαι οπαδός της...

1100

1100

Ο Γιώργος, ο...

Ένσταση

Ένσταση

H KAE ΠΑΟΚ επέλεξε να...

Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

  • Στράτος

    Στράτος

    Tuesday, 11 May 2021 14:04
  • Γράμμα

    Γράμμα

    Saturday, 08 May 2021 14:09
  • Νέτο

    Νέτο

    Thursday, 06 May 2021 20:13
  • Πάνκης

    Πάνκης

    Monday, 05 April 2021 19:26
  • Ράδιο

    Ράδιο

    Saturday, 13 February 2021 14:20
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Sunday, 07 February 2021 14:22
  • Κασκορσέ

    Κασκορσέ

    Sunday, 24 January 2021 14:26
  • 1100

    1100

    Sunday, 27 December 2020 14:33
  • Ένσταση

    Ένσταση

    Saturday, 19 December 2020 19:38
  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16

olisΔυόμισι μήνες που έχω αυτήν τη σελίδα έχω σβήσει μόνο ένα σχόλιο. Κακώς, βέβαια, αλλά το έσβησα, έπρεπε να το είχα αφήσει.

Έγραφα για τον Βούκιτς, που κρατάει από ένα γκολ για Αστέρα-ΠΑΟ στα δύο τελευταία ματς των πλέι-οφ και έγραψε ένας «μην φας εχουμε γλαροσουπα» (sic). Αυτός που το έγραψε είναι βάζελος. Ο Βούκιτς την έκανε τη δουλειά, τους το κάρφωσε στην άδεια Τούμπα, τους έστειλε στο Europa League –άλλο που μας έφαγαν τη θέση στο ανεξάρτητο δικαστήριο της ΕΠΟ.

Με την ευκαιρία, να σημειώσουμε κάτι για το «sic» που χρησιμοποιείται συνεχώς από ΑΡΔ και δημοσιογραφίσκους της πλάκας. Το έχω δει και ορθά, από τους μετρημένους επαγγελματίες κανονικούς δημοσιογράφους, πόσοι να έχουν μείνει πια, αλλά συνήθως, δεν ξέρω από πού ξεκίνησε και γιατί το κάνουν, γράφουν κάτι για τον ΠΑΟΚ και χώνουν κι ένα «sic» στο κείμενο, έτσι στο άσχετο, θα το έχετε δει. Η μόνη σωστή χρήση είναι όταν αναφέρονται δηλώσεις κάποιου, οι οποίες είναι κάπως ΠΑΟΚ είσαι, του τύπου «στο πρώτο ημίχρονο πιο πολύ από πλάγια θέλαμε να χτυπήσουμε αλλά από πλάγια ήταν που ανέβαινε ο αντίπαλος και δεν από πλάγια αυτό μόνο τίποτε άλλο». Εκεί βάζεις το «sic», δηλαδή sic erat scriptum, δηλαδή «έτσι ακριβώς ειπώθηκε» ή «έτσι ακριβώς γράφτηκε», να μην πιστεύει ο αναγνώστης ότι εσύ που το μεταφέρεις είσαι ο καμένος. Γράφει ο Τζαβέλλας «Η Παναγια ηθελε να φτασουμε ως εδω..υπερηφανοι για την πατριδα μας..για την εθνικη μας ομαδα αλλα κ για την αγαπη κ στηριξη σας..Εις τον επανιδειν», βάζεις ένα «sic» να μη θεωρούν οι άλλοι πως έγινες δημοσιογράφος με απολυτήριο της Δευτέρας Δημοτικού, παιδιά, έτσι τα έγραψε ο Τζαβέλλας, έτσι σας τα μεταφέρω, δίχως τόνους, με κάτι περίεργες τελείες ενδιάμεσα, εγώ το Πούλιτζερ θα το πάρω, δε θα το χάσω για τον Τζαβέλλα.

Ο τύπος που είχε γράψει το σχόλιο είναι βάζελος. Βαζελάκι, για την ακρίβεια, δεν έχει εντοπιστεί ποτέ να κρέμεται από τα κάγκελα της 13 και να πετάει μολότοφ ή κάτι παρόμοιο. Κατά τύχη είναι βάζελος, καθώς είχε αλλάξει γειτονιά λίγο πριν αρχίσει στο χωριό ο πάτερ-Εφραίμ το πογκρόμ που τους μετέτρεψε όλους σε Παοκτσάκια, αυτός ξέφυγε. Κι επειδή ξέφυγε, μας τα ζαλίζει τόσα χρόνια με τον Ντόμινικ Γουίλκινς και τον Καρλ Χάινζ Φλίπσεν, τι να κάνουμε. Αδερφός, μαζί μεγαλώσαμε, έχει αυτό το κουσούρι με τον Παναθηναϊκό, όλοι μια αναπηρία έχουν, αυτός είναι τέτοιος.

Θα έρθω την Κυριακή, μου λέει, να δω και την Τούμπα. Να έρθεις, του λέω, αλλά να προσέχεις, εδώ δεν είναι χωριό να πετάς εξυπνάδες σε κάθε φάση, άμα σε πάρουνε χαμπάρι οι Παοκτσήδες θα σε φάνε ζωντανό. Όχι, ρε, εντάξει, μόνο εσύ μη με δώσεις, δε σε εμπιστεύομαι. Μην ανησυχείς, του λέω, δεν κάνω τέτοια εγώ, έλα να θαυμάσεις και την κερκίδα.

Μπαίνουμε στην 6, λίγο ψηλά, πριν κάτσουμε ακόμα βγάζει το κινητό και τραβάει την 4. Αξιοθέατο. Τραβάει, τραβάει, του λέω «άντε ρε να κάτσουμε, τι τραβάς τόση ώρα» και απαντάει, δυνατά, «παίρνω το λαό σας». Γυρνάνε καμιά δεκαριά από τριγύρω. Το σώνω αμέσως, «γιατί ρε παίρνεις τους Νεαπολίτες στο βίντεο», λέω επειδή έπαιρνε χαμηλά στο πέταλο, «να το ελέγξεις μετά στο σπίτι ποιος δε φωνάζει για να του τη λες αύριο στον καφέ, τι με λες, ρε σε λέω έλα να κάτσουμε τώρα». Τσάτρα-πάτρα, κάτι έγινε, δε μίλησε κανείς. Καλά αρχίσαμε.

Μετά, είχε το νου του. Ήταν το ματς με τον Ολιζαντέμπε, που έπρεπε να πάρουνε διπλό για να βγούνε πρώτοι. Εκείνο που Κοντός και Γιασουμής μαλώνανε ποιος θα σουτάρει μέσα στην περιοχή, μα εσύ να σουτάρεις, μα όχι, σειρά σου είναι, μα σε παρακαλώ, μα με προσβάλλεις, όχι, εσύ να σουτάρεις, να βάλεις το γκολάκι να το πανηγυρίσεις στην 4 που ακόμα σε αγαπάνε, δεν έφυγες ακόμα στον Παναθηναϊκό, εσύ πού το ξέρεις πως θα φύγω, μου το είπε ένα μέντιουμ, χαχα, τι καλά που περνάμε, πάμε για κάνα ποτό μετά, ναι, πάμε για μοχίτο στην Κρήνη, αμάν, μας κόψανε, κρίμα, τη χάσαμε την ευκαιρία, α ρε Γιασουμή, έπρεπε να σουτάρεις εσύ. Ευτυχώς που είχε έρθει, δηλαδή, είδε με τα μάτια του πως το διπλό το πήραν στα ίσα και με κωλοφαρδία στο τέλος, αλλιώς θα είχε να λέει πως είμαστε και δικοί τους.

Και κάποια στιγμή ρίχνει την ατάκα που τον κάνει πιο ύποπτο κι απ’ το να φώναζε σύνθημα του βάζελου. «Βύντρα θα βάλει». Τι είναι το «βύντρα». Εκείνη την εποχή, από τους είκοσι χιλιάδες Παοκτσήδες στο γήπεδο ζήτημα να ήξεραν δέκα άτομα ότι υπάρχει ποδοσφαιριστής με τέτοιο όνομα –κι αυτοί θα τον ήξεραν ως «ο Βύντρας». Ο Βύντρας του Πανηλειακού. Αλλά ο βαζελάκος ήξερε, διάβαζε τέσσερις εφημερίδες τη μέρα, ήταν μια νέα μεταγραφή τους που ντεμέκ θα άφηνε εποχή. Και ήξερε και τη φάτσα του, αυτό κι αν ήταν ύποπτο. Από την προθέρμανση τον γνώρισε, από τα εκατό μέτρα. Δε σωνόταν. Κοιτούσαν πέντε-έξι έτσι κάπως περίεργα, σου λέει πού ξέρει αυτός ποιος είναι ο Βύντρας, κοίτα ρε κάτι άτομα που έρχονται στο γήπεδο, χάλασε η κερκίδα. Αλλά πέρασε έτσι κι αυτό. Τον κοίταξα, με κοίταξε, θα πρέπει να έπαθε έλκος.

Και το καρφώνει ο Εμάνουελ στις καθυστερήσεις, αυτόματα φεύγω πέντε μέτρα δεξιά, λέω τώρα θα πανηγυρίσει ο μαλάκας, θα πέσει πολλή φάπα, αλλά τον βλέπω χτυπιέται, «όχι, ρε γαμώτο, όχι έτσι στο τέλος, πάμε ρε να ισοφαρίσουμε, προλαβαίνουμε, όχι, ρε γαμώτο». Βγαίνουμε έξω, του λέω «άμα ξανάρθεις θα σε δώσω στο πλήθος από την προθέρμανση». Και απαντάει «σιγά μην ξανάρθω, αφού τη γλίτωσα σήμερα».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB