Στράτος

Στράτος

(Εισαγγελεύς)...

Γράμμα

Γράμμα

Θεσσαλονίκη,...

Νέτο

Νέτο

Υπάρχουν...

Πάνκης

Πάνκης

- Μαζί κατεβήκαμε.-...

Ράδιο

Ράδιο

-Πάμε στο Ηράκλειο,...

Ρεύμα

Ρεύμα

«Ο ΠΑΟΚ». Το...

Κασκορσέ

Κασκορσέ

Είμαι οπαδός της...

1100

1100

Ο Γιώργος, ο...

Ένσταση

Ένσταση

H KAE ΠΑΟΚ επέλεξε να...

Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

  • Στράτος

    Στράτος

    Tuesday, 11 May 2021 14:04
  • Γράμμα

    Γράμμα

    Saturday, 08 May 2021 14:09
  • Νέτο

    Νέτο

    Thursday, 06 May 2021 20:13
  • Πάνκης

    Πάνκης

    Monday, 05 April 2021 19:26
  • Ράδιο

    Ράδιο

    Saturday, 13 February 2021 14:20
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Sunday, 07 February 2021 14:22
  • Κασκορσέ

    Κασκορσέ

    Sunday, 24 January 2021 14:26
  • 1100

    1100

    Sunday, 27 December 2020 14:33
  • Ένσταση

    Ένσταση

    Saturday, 19 December 2020 19:38
  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16

paokARENA INΤη γνώρισα όταν ήμουν 15 χρονών. Τρομερή γκόμενα, από τις ωραιότερες γυναίκες που υπήρχαν, εκείνη την εποχή.

Αρχίσαμε μια παράλληλη σχέση, καθώς είχα και την κανονική μου γυναίκα που είχα γνωρίσει λίγο καιρό πριν, που κράτησε μέχρι να γίνω 24. Πάντα με την επίσημη αγαπημένη στο πλάι, βγαίναμε συνεχώς στα καλύτερα μέρη και ταξιδάκια και δώρα και τα πάντα για τη σύντροφο της ζωής μου, αλλά με την γκόμενα ήταν αλλιώς, άλλο συναίσθημα, μου ‘χε πάρει το μυαλό. Χαθήκαμε κάπου εκεί, το 1999, για μια παρεξήγηση, δεν την ξαναείδα από κοντά μέχρι πρόσφατα, που μας κανόνισε ραντεβού ένας κοινός γνωστός.

Δεκαπέντε χρόνια είχαν περάσει κι ο χρόνος είναι αμείλικτος. Δεν ήταν αυτή που είχα γνωρίσει, είχε σπάσει αρκετά, σχεδόν αγνώριστη είχε γίνει η πρώην. Είχε αλλάξει και σπίτι, βρεθήκαμε στο καινούργιο της, ιδιόκτητο πια, δεν είχε το θέμα με το νοίκι της άλλο, χάθηκαν όμως οι παλιές εμπειρίες μας και οι αξημέρωτες βραδιές με τους αναστεναγμούς και τα χοροπηδητά. Που καμιά φορά, θυμάμαι, ξεκινούσα με τη γυναίκα και συνέχιζα με την γκόμενα, όλη μέρα ιδρώτας να τις καταφέρεις και τις δυο, μη μείνει καμιά παραπονεμένη.

Η ωραιότερη γκόμενα της Ευρώπης, έλεγαν όλοι. Έβγαλα γούστα μαζί της, κυκλοφορούσα στο πλάι της κι έμεναν να χαζεύουν στο δρόμο την καλλονή, καμάρωνα εγώ για την τύχη μου, τέτοια γυναίκα να γυρίσει να κοιτάξει εμένα. Κι όλο η σχέση δυνάμωνε, όλο κοπάνες από τη γυναίκα για να βρεθώ μαζί της τα βράδια, όλα τα φράγκα μου πηγαίνανε σ’ αυτή, της δόθηκα, μου δόθηκε, τέτοιος έρωτας σπάνια συμβαίνει σε τέτοια ηλικία αλλά συνέβη. Όποιος την ξέρει καταλαβαίνει, όποιος την έζησε στα νιάτα και τις ομορφιές της, ακόμα έχουν να λένε γι’ αυτήν.

Με τα χρόνια, άρχισε να χάνει την παλιά της μαγεία, μεγάλωνε, ασχήμαινε, είπαμε και κάποια άσχημα λόγια, έπεσε και στη μέση η ζήλεια, όλο και πιο πολύ με τη γυναίκα περνούσα το χρόνο μου κι αυτό δεν της άρεσε. Που μπορεί η γυναίκα να μην είναι καμιά γυναικάρα, αλλά είναι πάντα εκεί, αγάπη κανονική και αιώνια, είναι το διπλανό μαξιλάρι σου κάθε βράδυ που γυρίζεις κουρασμένος από τη δουλειά. Τη χώρισα εγώ, δεν πήγαινε άλλο, δε γούσταρα πια. Γιατί η γκόμενα μπορεί να σε τραβάει μόνο με την ομορφιά της, δεν έχει άλλο να σου δώσει για να σε παίρνει από τη γυναίκα σου. Κι αυτή είχε πια ασχημύνει πολύ.

Βρεθήκαμε πριν λίγους μήνες στο νέο της σπίτι. Αμηχανία, πώς να την προσεγγίσεις και τι να της πεις, ένιωθα άσχημα έτσι που την είχα παρατήσει τότε, δεν ήξερα πώς να φερθώ. Είχα πάρει μαζί και την κόρη μου, πιο πολύ για να κρατηθώ και να μην κυλήσω στα παλιά, τώρα που έχω βρει την άκρη με τη γυναίκα και νοικοκυρεύτηκα. Είχε μια γοητεία, ξύπνησε μέσα μου εκείνες τις νύχτες στο παλιό της το σπίτι, τα όργια που κάναμε και τον τρελό έρωτα που ζήσαμε επί μία δεκαετία, ένιωσα πως την αδίκησα τόσα χρόνια που την είχα ξεχάσει. Γιατί όταν κυκλοφορούσε μαζί μου καμάρωνα, μου χάρισε τις μεγαλύτερες ηδονές της ζωής μου, μου έδειξε κόλπα που καμιά άλλη δεν κατάφερε ούτε να την πλησιάσει μέχρι σήμερα, ούτε καν η γυναίκα μου, που είναι μεν σταθερή, υπομονετική, αλλά κάπως ξενέρωτη από τη μέρα που τη γνώρισα.

Κατάλαβα πως, τελικά, αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής μου. Αυτή που με έφτασε μέχρι τα όριά μου, που με έκανε να νιώσω ο μεγαλύτερος μάγκας, αυτή που, στην τελική, δε με πρόδωσε ποτέ μέχρι να την προδώσω εγώ. Μεγάλωσε, έχασε πια τη λάμψη της, δεν έχει να μου δώσει πολλά και σίγουρα τίποτα απ’ όσα μου έδινε όταν ήμουνα νέος, αλλά δεν άντεξα το συναίσθημα της αχαριστίας να με κατακλύζει. Βλάκα, τη χρησιμοποίησες όταν τη γούσταρες και την πέταξες όταν άρχισε να μη σου αρέσει. Αυτήν που σου έδωσε τα πάντα, αυτήν που καλύτερη γκόμενα δεν έβγαλες και δε θα ξαναβγάλεις ποτέ στη ζωή σου. Μην ξεχνάς, μεγαλώνει αυτή, μεγαλώνεις κι εσύ. Δεν είσαι αυτός που ήσουν, μην απαιτείς να ξαναγίνει κι αυτή η ωραιότερη γκόμενα της Ευρώπης.

Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα, πέρασα όλο το καλοκαίρι με τη σκέψη της πρώην. Η καρδιά δεν μπορεί να κάνει πίσω, χτυπάει και γι’ αυτήν, δε γίνεται να την αγνοήσω. Δεν μπορώ να παρατήσω τη γυναίκα μετά από τόσα χρόνια και όσα περάσαμε μαζί, αλλά το αποφάσισα, ξαναρχίζουμε την παράλληλη σχέση, γυναίκα και γκόμενα μαζί κι όπου βγει, ποιος ξέρει, ίσως να ξαναζήσουμε κάτι από το παρελθόν, κάτι από τη μαγεία που είχαμε τότε, έστω και μια-δυο στιγμές φτάνουν, αξίζει να το παλέψω. Έχει και ωραίο, καινούργιο σπιτάκι, τι σπιτάκι, δηλαδή, Παλατάκι κανονικό.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB