Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

trypesΕίχα ξεκινήσει με μεγάλο προβάδισμα, αλλά η Άννα με προσπέρασε και με κέρδισε τελικά στις Τρύπες με 14-13 στις συναυλίες τους. Αν και όταν διαλύθηκαν το είχα απωθημένο και έλεγα πως έπρεπε να κάνουν άλλη μία να ισοφαρίσω, τώρα που πέρασαν τα χρόνια και το σκέφτομαι συμπεραίνω πως είναι ντροπή να πας σε δέκατη τέταρτη συναυλία μιας μπάντας, γκαντεμιά, κακοτυχία, πήγε η Άννα και τους ανάγκασε να χωρίσουν. Γι’ αυτό με τους Sleepin Pillow έχω αραιώσει τελευταία, ξέρω πως έχω μέχρι δεκατρείς και τις πλησιάζω επικίνδυνα. Αλλά η πρώτη της φορά, που πονάει πάντα και πονάει για πάντα, ήταν πραγματική περιπέτεια.

Οι Τρύπες έπαιζαν στην Καβάλα. Η Άννα είχε λιώσει τα cd που της είχα δώσει και τα είχε μάθει απ’ έξω, αλλά ακόμα δεν τους είχε δει ζωντανά. Μάθαμε πως έπαιζαν στην πόλη μας, εμείς είχαμε ήδη μετακομίσει Θεσσαλονίκη και έκραζε, είμαι Καβάλα δεν έρχονται, έρχομαι Θεσσαλονίκη κι αυτοί πάνε Καβάλα. Λεφτά δεν υπήρχαν ούτε για τσιγάρα, συνεπώς το εγχείρημα έπρεπε να γίνει με τον κλασικό, παραδοσιακό τρόπο. Και ξεκινήσαμε, με τρίτο στην παρέα τον Γιάννη, με τη γνωστή αφετηρία του υψωμένου αντίχειρα από την αερογέφυρα, παρά τις γκρίνιες των άλλων δύο στην ιδέα μου. Ρε σεις, το έχω κάνει εκατό φορές για τον ΠΑΟΚ, μην αγχώνεστε, θα μας πάρουν. Αν φτάναμε, πηγαίναμε στον πατέρα μου, που είχε καφενείο κοντά στο Παλιό Ωδείο όπου ήταν η συναυλία, τον ψειρίζαμε, πηγαίναμε να τους δούμε και είχαμε και φράγκα για την επιστροφή. Σχέδιο κομπλέ με μηδενική πιθανότητα αποτυχίας.

Δε σταματούσε κανείς. Βάλαμε την Άννα μπροστά, για να δελεάσει κανέναν λιγούρη, αλλά δεν έπιανε τίποτα. Ηττήθηκαν νωρίς με τον Γιάννη, μα εγώ ήξερα τι πάει να πει υπομονή, έχοντας κάνει την ίδια διαδρομή με αντίστροφη πορεία τόσα χρόνια για τον ΠΑΟΚ και τους έπεισα να το παλέψουμε παραπάνω. Τη στιγμή που τελείωναν και οι δικές μου δυνάμεις αλλά και τα τσιγάρα, έβγαλε φλας κι έκανε δεξιά ένα ημιφορτηγό. Μας κόρναρε, οι άλλοι δυο με κοιτάξανε, άμαθοι σε τέτοια, εγώ τους είπα να μη χαίρονται γιατί καμιά φορά τυχαίνουν κομπλεξικοί που μόλις φτάνεις πατάνε γκάζι, πλησίασα, όλα καλά. «Πού πάτε»; Καβάλα. «Μπείτε μέσα». Μπαίνουμε. «Ελευθερούπολη πάω, κοντά είστε, από εκεί παίρνετε το ΚΤΕΛ και σε δεκαπέντε λεπτά είστε Καβάλα». Δεν μας χαλάει καθόλου, μεγάλε, μας σώνεις.

Στη διαδρομή, αρχίζει το κλασικό «από πού είστε», «τι κάνετε», «πού πάτε». Και του λέμε πως είμαστε άφραγκοι φοιτητές, είμαστε από Καβάλα και πάμε σε συναυλία. «Μέσα από Καβάλα»; Γιατί πάντα σου κάνουν αυτή την ερώτηση, άμα είσαι μέσα από Καβάλα ζορίζει το πράμα, άμα είσαι από κανένα χωριό σίγουρα θα βρουν έναν που ξέρουν να ρωτήσουν άμα τον ξέρεις κι εσύ, να γίνετε φίλοι. Εγώ πάντα είχα το μεγάλο ατού στα οτοστόπ να λέω «από Καρβάλη, κουραμπιέδες», που το ήξεραν όλοι και πάντα ένιωθαν δέος, «κουραμπιέδες Καρβάλης, μμμ, όποτε περνάω από εκεί παίρνω πέντε κουτιά». Αλλά ο φορτηγατζής δεν έμεινε εκεί, το συνέχισε, ιδέα δεν είχε πως έσκαβε τον λάκκο του με την περιέργεια που τον έφαγε εκείνο το πρωινό. «Από Καρβάλη, ε; Επώνυμο»; Και του λέω το επώνυμό μου. «Όνομα πατέρα»; Και του λέω και το όνομα του πατέρα μου, γιατί να μην το πω, χέστηκα, αν είχα πέσει σε πράκτορα της ΚΥΠ που πήγαινε με φορτηγάκι και από το όνομα του πατέρα μου είχα θέμα, τι να κάνουμε τώρα, χαλάλι. «Μάλιστα, μάλιστα», είπε ο τύπος και το έκοψε εκεί, συμπληρώνοντας «ρωτάω επειδή έχει πολλούς Ιωαννίδηδες το χωριό».

Στην Ασπροβάλτα έκανε στάση στο κλασικό πατσατζίδικο και μας ρώτησε αν θέλουμε τίποτα. Του είπαμε πως δεν έχουμε δραχμή και το πακέτο τσιγάρα το πήραμε τρία άτομα συνεταιρικά, για τη διαδρομή, που το είχαμε σχεδόν καπνίσει ολόκληρο περιμένοντας στην αερογέφυρα. «Ε, ένα καφεδάκι να κεράσω, άνθρωποι είμαστε», είπε και του παραγγείλαμε τους φραπέδες, δεν είχε τότε εσπρέσα στρέτα και λούγκα και καφετιές ζάχαρες και τις φλωριές που πίνουνε τώρα τα νέα παιδιά. Επιστρέφοντας, ο τύπος κρατούσε καφέδες, αλλά και πατατάκια, κρουασανάκια που ήταν τότε της μόδας, μπισκότα μεγάλα στρογγυλά που αν τα έτρωγες όλα το σαγόνι σου ήθελε ζυγοστάθμιση, αρκετά πράματα, μπορεί να είχε φέρει και περισσότερα, χαμογελαστός, «να φάνε κάτι τα παιδιά, μεσημέριασε». Εγώ δεν είπα ευχαριστώ, αλλά ήρθα λίγο πιο προς την πόρτα, κολλημένος με την Άννα, στέλνοντας τον Γιάννη ελαφρώς προς τον φορτηγατζή. Σε φάση άμα αυτός μας ταΐζει τώρα για να μας σφάξει μετά, ας αρχίσει με τον Γιάννη, μπας και προλάβουμε να πηδήξουμε από το παράθυρο εμείς που είμαστε και ζευγάρι και έχουμε μέλλον, τον άλλο τον μπακούρη δε θα τον κλάψει καμιά.

Ο κακός οιωνός ήρθε στην Τούζλα. Αντί να στρίψει προς τα χωριά του Παγγαίου, ο φορτηγατζής συνέχισε παραλιακά. Δεν μίλησε κανείς για λίγη ώρα, αλλά του πέταξα, προσεκτικά, ένα «έχει δρόμο από εδώ για Ελευθερούπολη»; Και είπε «ε, κρίμα είναι τώρα να σας αφήσω Ελευθερούπολη, τώρα που γνωριστήκαμε, θα σας πάω απευθείας Καβάλα, να μην ταλαιπωρείστε». Φίδια με ζώσανε, θυμήθηκα που εκεί στην παραλία κάπου έχει αραδιασμένα αυθαίρετα, σκέφτηκα «να δεις που θα μας πει πως πρέπει να κάνουμε μια στάση για να πάρει κάτι από ένα σπιτάκι εκεί πέρα που είναι απομονωμένα και μόλις φτάσουμε θα βγάλει το τσεκούρι και θα μας λιανίσει». Αλλά δεν γινόταν τίποτα, συνέχιζε το φορτηγό να πλησιάζει Καβάλα κι αυτός έλεγε διάφορα, χαρωπός, αναγκάζοντάς μας κι εμάς να χαλαρώσουμε. Και, εν τέλει, φτάσαμε στην πόλη δίχως να γίνει τίποτα. «Πού σας βολεύει»; Μπροστά στο Ωκεανίς. «Εντάξει, σας αφήνω και φεύγω πίσω, με βολεύει κι εμένα». Και μας αφήνει μπροστά στο Ωκεανίς, μας αποχαιρετά μέσα από την καρδιά του, του λέμε «ευχαριστώ» και ζούμε έναν απόλυτο σουρεαλισμό ενώ στην πραγματικότητα αυτός υπήρχε μονάχα στα ύποπτα και πονηρεμένα μυαλά μας: Ήταν απλώς ένας καλός άνθρωπος που είχε βρει συνανθρώπους του στην ανάγκη και τους βοήθησε. Έχει κι απ’ αυτούς ο κόσμος, δεν είναι όλοι παρτάκηδες.

Μπαίνουμε στο καφενείο, ο γέρος μου στο μπαρ να μαλώνει για το ΠΑΣΟΚ και τον Παναθηναϊκό και το κυνήγι και τα χαρτιά, όπως πάντα, με τους υπόλοιπους θαμώνες. Τρελή χαρά που μας είδε έτσι απότομα, μπαίνω εγώ, με χαιρετάει, μπαίνει ο Γιάννης, τον χαιρετάει, μπαίνει η Άννα και κατουριέται, η νύφη μου, τι λες τώρα, συγκίνηση, μεγάλη αγάπη. «Πώς από ‘δώ, πότε ήρθατε». Και του λέω την αλήθεια, σπάνια περίπτωση, επειδή πρέπει να τον αρμέξουμε ένεκα της ανάγκης. «Με οτοστόπ; Τι σε έχω πει δεν θα κάνεις οτοστόπ, άμα θέλεις λεφτά θα με λες». Και τι να σε έλεγα, στείλε με το ΚΤΕΛ είκοσι χιλιάρικα το πρωί να έρθουμε το μεσημέρι; «Καλά λες, εντάξει, αλλά να μην το ξανακάνετε, άλλη φορά να με παίρνεις τηλέφωνο να σε στέλνω».

Καθόμαστε για έναν καφέ επειδή θα ήταν γαϊδουριά να παίρναμε τα φράγκα και να φεύγαμε αμέσως, που το θυμάμαι πως μάλλον είχε κερδίσει στην πόκα και μου έχωσε ένα ωραίο πακέτο στην τσέπη. Και του αφηγούμαστε τι έγινε με τον τύπο, άκου μια κωλοφαρδία, ρε πατέρα, πήγαινε Ελευθερούπολη και μας έφερε Καβάλα, καλός άνθρωπος, μας κέρασε καφέ και φαγητό, μεγάλη τύχη. Κουνούσε το κεφάλι του κι αυτός, «μπράβο στον άνθρωπο, είδες, σε έλεγα από μικρός, έχει καλοσύνη ο κόσμος». Και κάποια στιγμή αναφέρω τι έγραφε το φορτηγάκι, πιο πολύ για αστείο, «να θυμόμαστε τι έγραφε η τέντα κι άμα τον πετύχουμε άλλη φορά να τον κεράσουμε εμείς, να πατσίσουμε». Πετάγεται ο γέρος μου απότομα, με ρωτάει «τι έγραφε, είπες»; Του λέω ξανά τι έγραφε. «Ηλεκτρικά είδη»; Ναι, μάλλον, αυτό νομίζω πως έγραφε. «Μάλιστα, μάλιστα». Τον ξέρεις; Δεν απάντησε. Άλλαξε την κουβέντα. Τελείωσε ο καφές, πήγαμε βόλτες στην πόλη, νύχτωσε, είδαμε τις Τρύπες, ξημερώσαμε κομμάτια από ευτυχία και την άλλη μέρα γυρίσαμε Θεσσαλονίκη. Αλλά ο πατέρας μου ήδη είχε πάει, από το ίδιο εκείνο το απόγευμα, από την Ελευθερούπολη, στο μαγαζί με ηλεκτρικά του τύπου με το φορτηγό, επειδή θυμήθηκε πως του χρωστούσε λεφτά από καιρό και το είχε ξεχάσει. Του το θυμίσαμε εμείς, τα πήρε στο κρανίο, μπήκε στο κατάστημά του και πήρε τα χρεωστούμενα σε ηλεκτρικές συσκευές. Κουζίνα, σκούπα, βραστήρα, καφετιέρα, cd player, ανανέωσε το νοικοκυριό του. Κι από εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως στη ζωή καμία καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη.

0005

0005

Πρέπει να είναι ο ευ&s ...

Read more
Σαλώμη

Σαλώμη

Στις 17 Οκτωβρίου 2007 &omicr ...

Read more
Δημήτρης

Δημήτρης

Κριτική ΠΑΟΚ-Πανθρακικός 3-2. Μία ευθεία ορίζεται κατά μοναδικό τρόπο από τα δύο σημεία Α και Β. Το ...

Read more
Προσδοκίες

Προσδοκίες

Σαν σήμερα, ακριβώς &delt ...

Read more
2017

2017

3 Ιανουαρίου, Λιβα&de ...

Read more
0007

0007

Το είχαμε ως ιερο&tau ...

Read more
Καράβι

Καράβι

Στις αρχές της περιόδου 1992-1993 η κόντρα του κόσμου με τον Θωμά είχε αρχίσει να εντείνεται. ...

Read more
0040

0040

Κάποιοι κουστου&m ...

Read more
Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος «ακροδεξιό&sig ...

Read more
Αγκαλίτσες

Αγκαλίτσες

Για να μπορέσεις να μεταφέρεις στους κάτω των 30 το κλίμα της προ Κόκκαλη εποχής χρειάζεσαι μηχανή τ ...

Read more
0044

0044

Ό,τι μαλακία έκανα πιτ&s ...

Read more
Μεγάλωσα

Μεγάλωσα

Κριτική ΠΑΟΚ-Ατρόμητος Χαλκηδόνας 2-1. Το να φιλοξενείς Βλαμμένο Αθηναίο Παοκτσή δεν είναι εύκολο πρ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.