Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

00001Έξω από τη Μακεδονίας-Θράκης, στην Αγίου Δημητρίου, ήταν γεμάτο το πεζοδρόμιο με μεταλλικές βιβλιοθήκες. Κάποιες αρκετά σκουριασμένες, οι περισσότερες ασταθείς και ολοφάνερα ξεζουμισμένες από την πολυχρησία, αλλά βρήκαμε δύο που να είχαν τα χαρακτηριστικά που ψάχναμε: Δεν ήταν ετοιμόρροπες και δεν είχαν τρύπες από τη σκουριά. Υποθέταμε πως η τράπεζα έκανε ανακαίνιση, μάλλον. Ή τις είχανε βγάλει για κάποιον λόγο, ίσως να βάψουν τους τοίχους ή να αλλάξουν τη διαρρύθμιση. Σε κάθε περίπτωση, θα τις παίρναμε. Ήταν ξημερώματα, δεν θα μας έβλεπε κανείς -ή, έστω, δεν θα μας έβλεπε κάποιος υπάλληλος της τράπεζας.

Με την Άννα διαλέξαμε τη μεγαλύτερη από τις δύο μπλε Dexion που είχαμε ξεχωρίσει για να πάρουμε οι τρεις μας, με τον Γιάννη. Αυτός διαμαρτυρήθηκε, η δική μας ήταν σε σαφώς καλύτερη κατάσταση, αλλά το επιχείρημα «είμαστε δύο, είσαι ένας» ήταν αρκετό για να σκεπάσει τη μουρμούρα του. Εμείς μέναμε στην Παλιά Λαχαναγορά, πάνω από την αρχή της Κασσάνδρου, στη Σαχτούρη. Αυτός έμενε στο τέλος της Κασσάνδρου, κοντά στο Τουρκικό Προξενείο. Το σχέδιο έλεγε πως θα πάμε όλοι μαζί πρώτα τη δική μας και μετά θα επιστρέφαμε και θα πηγαίναμε του Γιάννη ως το σπίτι του. «Ε, μαλάκες, δεν πιστεύω να με πουλήσετε», αστειεύτηκε ο νέος μας, τότε, φίλος. Δεν μας ήξερε ακόμα καλά, όσο μας ξέρει τώρα, είκοσι πέντε χρόνια μετά.

Εγώ έπιανα μπροστά, ο Γιάννης πίσω και η Άννα προπορευόταν ως ανιχνευτής για να μας δείχνει το δρόμο μέσα στο σκοτάδι. Έμπαινε στον δρόμο και έκανε σινιάλα στα λιγοστά, μεθυσμένα αυτοκίνητα να μας προσέξουν και μας φώναζε «περάστε γρήγορα» όποτε το πεζοδρόμιο στένευε και δεν μπορούσαμε να κουβαλάμε την τεράστια βιβλιοθήκη ή όταν είχε παρκαρισμένα πάνω στα πεζοδρόμια ή όταν δεν είχε καν πεζοδρόμια, δηλαδή στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, που την κάναμε κυρίως μέσα στους δρόμους. Φτάσαμε στο Υπουργείο, ανεβήκαμε στην Κασσάνδρου, έπειτα στο Στρογγυλό και την κατεβάσαμε στο θλιβερό υπόγειο που στέγαζε εκείνο τον χειμώνα τη φοιτητική μας ζωή -από όλη την πορεία, τα σκαλιά αποδείχτηκαν η πιο κουραστική υπόθεση.

Ταίριαξε με τη μία. Ο ένας τοίχος ήταν γυμνός από έπιπλα και η βιβλιοθήκη έπιασε ολόκληρη την πλευρά. Λίγες μέρες μετά θα την περνούσα με μαύρη μπογιά και θα την κουβαλούσαμε μαζί μας και σε επόμενες μετακομίσεις. Τη στερέωσα με νέες βίδες από το σιδεράδικο δίπλα, από όπου ψωνίζαμε ως τότε μόνο ποντικοπαγίδες, κούκλα. Αράξαμε λιγάκι να ξαποστάσουμε από την κούραση, επειδή ήταν πραγματικά επίπονη η διαδικασία της μεταφοράς στην ανηφόρα μέσα στη μαύρη νύχτα κι ο Γιάννης θυμάμαι που μας έθεσε από την αρχή προ των ευθυνών μας: «Για λίγο, ε», αυτό το «ε» το πελοποννησιακό, το εμφατικό, «για λίγο, ε, ένα τσιγάρο και πάμε να πάρουμε και τη δική μου». «Ναι, ρε, μην αγχώνεσαι, χαλαρά», του απαντήσαμε, αλλά ο Γιάννης ακόμα δεν είχε καιρό στη Θεσσαλονίκη και δεν ήξερε τι πάει να πει η λέξη «χαλαρά». Η Άννα πήγε κοιμήθηκε χωρίς καληνύχτα, εγώ κάποια στιγμή του είπα πως «ξημερώνει, ρε μαλάκα, πάμε να την πέσουμε και την παίρνουμε αύριο τη δική σου», αυτός φώναζε εκνευρισμένος, «το ήξερα, ρε μαλάκες, πως θα μου την κάνετε» και έφυγε για το σπίτι του βρίζοντας.

Ξύπνησα το απόγευμα, βγήκα για τσιγάρα και κατέβηκα μέχρι την τράπεζα, αλλά οι βιβλιοθήκες είχαν εξαφανιστεί. Επειδή πραγματικά νοιαζόμουν για τον φίλο μου, μπήκα μέσα και τσέκαρα, αλλά μεταλλικές βιβλιοθήκες δεν υπήρχαν, τις είχαν αντικαταστήσει με ξύλινα ράφια. Το απόγευμα τον ρώτησα «αν πήρε τη δική του όπως πήγαινε σπίτι» και τον ανάγκασα να με βρίζει ακόμα περισσότερο. Όταν μετά από λίγο καιρό μπήκαν κλέφτες στο σπίτι του και του πήραν ό,τι είχε και -κυρίως- δεν είχε, του είπα «ορίστε, αν είχαμε πάρει τη βιβλιοθήκη σου τώρα θα σου την είχαν κλέψει, μαζί με τα σεμεδάκια της μάνας σου που στάνταρ θα είχες βάλει και τώρα η μάνα σου θα γκρίνιαζε, σε γλιτώσαμε» και με κοίταξε με τέτοια σιχαμάρα που δεν θυμάμαι άλλον άνθρωπο να με έχει ξανακοιτάξει έτσι.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB