Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

00001Πάντα κατεβαίναμε Αθήνα Σάββατο βράδυ, με το νυχτερινό τρένο που έφτανε ξημερώματα, για να πάρουμε κυριακάτικες εφημερίδες και να κάτσουμε με τις ώρες στο Τσάο, στο Παγκράτι, με κρουασάν και καφέδες ως να μεσημεριάσει. Εκείνο το καλοκαίρι πήγαμε πρώτη φορά για κανονικές διακοπές στην πρωτεύουσα, δύο βδομάδες γεμάτες, ακολουθώντας τη συμβουλή της Στέλλας πως τον Αύγουστο μπορείς να χαρείς την Αθήνα όσο καμία άλλη περίοδο, λείπουνε όλοι, περνάς απέναντι χωρίς να περιμένεις δευτερόλεπτο, άδειοι οι δρόμοι και πηγαίνεις παντού άνετα. Πέσαμε μέσα, αξέχαστο εκείνο το καλοκαίρι του 2002, όλη μέρα βόλτες σε μια πόλη που έμοιαζε ιδανική για να τη ζεις και να την αγαπάς, αν ξεχνούσες πως σε λίγο όλοι θα επέστρεφαν και θα την έκαναν πάλι αφόρητη.

Άδειο το στέκι των Κυριακών μας, ελάχιστα τα αυτοκίνητα στη Μερκούρη και την Ευτυχίδου, ξημέρωνε μια καυτή μέρα που μας έβρισκε επισκέπτες στον τόπο όπου όλοι οι κάτοικοι τον είχαν εγκαταλείψει με κάθε μέσο για να δροσιστούν. Λίγοι και οι άνθρωποι που τριγύριζαν τέτοια ώρα, οι συνήθεις ξενύχτηδες των μπουζουκιών είχαν πάει για ύπνο κι αράζαμε με την Άννα στη γωνία, με φύλλα εφημερίδων μπλεγμένα, το Βήμα, η Ελευθεροτυπία, κάποια αθλητική, σίγουρα, θα είχαμε πιει τον δεύτερο καφέ όταν κάποιοι είχαν αρχίσει να ξυπνάνε και να βγαίνουν τις βόλτες τους, ένας με το σκυλί του, άλλος με την τσίμπλα για το περίπτερο. Κι όπως είχε σταματήσει ο χρόνος κι εμείς συνεχίζαμε να αγχώνουμε τη Στέλλα που πάντα μας περίμενε από τις επτά κι εμείς εμφανιζόμασταν στις δώδεκα, μια γνωστή, αγαπημένη φάτσα εμφανίστηκε από το πουθενά και μας έφτιαξε ακόμα περισσότερο τη διάθεση. Ο Φώτης, ο συμμαθητής της Άννας, που τον πετυχαίναμε κάθε τόσο στην πόλη μας, περνούσε την Ευτυχίδου στο ιδρωμένο κυριακάτικο πρωινό ποιος ξέρει για πού. «Δεν είναι δυνατόν, από πού εμφανίστηκες εσύ, εδώ, τέτοια ώρα»;

Πιάσαμε την κουβέντα, να καλύψουμε τα κενά από την τελευταία φορά. Ήταν χαρούμενος -πάντα ήταν χαρούμενος, αλλά αυτήν τη φορά δεν έφευγε το χαμόγελο από τα χείλη του, έλαμπε. Θα έφευγε Σκανδιναβία. Σουηδία, ίσως, δεν το καλοθυμάμαι, κάπου βόρεια. Είχε βαρεθεί να μαλώνει με τους δικούς του, τον έδιωχναν από το σπίτι, δεν δέχονταν αυτό που πάλευε να τους πει τόσα χρόνια, να το βάλουν στο κεφάλι τους, να μην βαραίνουν το δικό του που ασφυκτιούσε να ελευθερωθεί. «Κουράστηκα με τη μάνα μου, δεν την παλεύω, την κοπάνησα. Πάω Σουηδία για πάντα, έχω βρει δουλειά, έχω σπίτι να μείνω, όλα καλά». Στενοχωρηθήκαμε λίγο που θα τον χάναμε, αλλά ήταν τόσο σίγουρος για την απόφαση που δεν άφηνε περιθώρια συζήτησης για την επιλογή του. «Εκεί δεν θα έχω τέτοια θέματα, δεν τους ενδιαφέρει ποιος είσαι και τι κάνεις στο κρεβάτι σου κι αν σου αρέσουν οι άντρες ή οι γυναίκες».

Ξανακούσαμε το όνομά του έξι μήνες μετά. Στον κατάλογο των νεκρών του Αλιάκμονα, εκείνου του υπεραστικού λεωφορείου που πέταξε από τη γέφυρα και βούλιαξε στο ποτάμι. 22 Φεβρουαρίου 2003. 23 επιβαίνοντες. 16 νεκροί. Ο Φώτης κατέβαινε πάλι Αθήνα -δεν πρόλαβε να φτάσει ούτε στα μισά. Δίπλα του ξεψύχησαν η επτάχρονη Στέλλα και ο τρίχρονος αδελφός της, που τον βρήκαν οι διασώστες πολύ αργότερα και έκλεισαν την τραγωδία, που την παρακολουθούσαμε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση, με τον πιο επίπονο τρόπο. Μετά, ξανακούσαμε το όνομά του σε μια εκπομπή, όπου συζητούσαν κάποιοι για αποζημιώσεις και αγωγές από τις οικογένειες των νεκρών.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB