Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

00001«Δεν υπάρχει περίπτωση να με κλέβατε, είχα οργανώσει το τέλειο σύστημα», διαμαρτυρόταν με οργή ο γέρος μου και έπιανε την μπύρα αράζοντας πίσω στην καρέκλα του, για να αναπαραστήσει στο μυαλό του το όργιο αστυνόμευσης που είχε σχεδιάσει για να μας ελέγχει. Τριάντα, σχεδόν, χρόνια μετά, η αποκάλυψη τον είχε σοκάρει. Ίδρωνε, στριφογύριζε, ένιωθε ηττημένος και το συναίσθημα δεν έλεγε να τον αφήσει σε ησυχία, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια. «Ξαναπές μου τι κάνατε», ξέρασε λίγο μετά, έχοντας επιβεβαιώσει κάθε του κίνηση και όλες τις λεπτομέρειες του σκηνικού. Η κουζίνα είχε μία και μοναδική είσοδο-έξοδο, στην κουζίνα βρίσκονταν όλα τα φαγητά και τα ποτά, άρα δεν γινόταν να περάσουμε κάτι χωρίς να το δει και να το καταγράψει. «Ξαναπές μου, αργά-αργά».

Ο πατέρας μου καθόταν έξω από την κουζίνα του ποντιακού κέντρου του και δεν σηκωνόταν ποτέ, ούτε καν όταν τον φώναζε ο Τσανάκαλης από το μικρόφωνο, «πεχπελέ-πελέ-πεχπελίμ, Αρίστο έλα πάρε και την... ήμαρτα»! Δεν μας είχε καμία εμπιστοσύνη, που και οι τέσσερις σερβιτόροι ήμασταν παιδιά του, εγώ κανονικό και οι άλλοι τρεις πνευματικά, ειδικά ο Φώτης κι ο Παναγιώτης που τους ήξερε από μωρά. Πάνω στο γραφείο του, είχε χωρίσει ένα τεράστιο χαρτόνι σε κουτάκια, ένα για κάθε τραπέζι, από το 1 ως το 40. Περνούσες με την παραγγελία, άφηνες ένα αντίτυπο και πήγαινες το άλλο στην κουζίνα, στους μάγειρες. Αυτός αντέγραφε: «Τραπέζι 24, μία χοιρινή, μία μοσχαρίσια, τρία σουβλάκια, τέσσερις ρετσίνες, δύο κοκα-κόλες, ένα ψωμί, μία πατάτες, μία φέτα». Έπαιρνες τα ποτά, τα πήγαινες, σε σταματούσε. «Τι έχεις»; «Τέσσερις ρετσίνες και δύο κόλες για το 24». Τσέκαρε στο χαρτόνι, επιβεβαίωνε. Περνούσες αργότερα με τα φαγητά, κατέβαζες την παραμάνα, μετρούσε, «χοιρινή, μοσχαρίσια, τρία σουβλάκια, ψωμί, πατάτες, φέτα, πού πάνε»; «Στο 24». «Στο 24, για να δω, εντάξει, φύγε». Έπαιρνες δεύτερη παραγγελία, «τι έχεις», μετρούσε, σημείωνε. Όλο το βράδυ αυτό, δεν του ξέφευγε τίποτα. Κι όταν ζητούσε λογαριασμό το τραπέζι, που τότε δεν υπήρχαν ακόμα οι ταμειακές μηχανές, σου έδινε το αρχικό, λευκό χαρτί, έγραφε το ποσό του συνόλου, πατούσε και μια τζίφρα, το πήγαινες, πληρωνόσουν, ερχόσουν, σου έδινε ρέστα, κομπλέ η διαδικασία, δεν υπήρχε το παραμικρό περιθώριο για ατασθαλίες.

«Και πώς με κλέβατε, δεν βγαίνει νόημα, αφού κι εσύ το λες πως ήταν καλά οργανωμένο». Βρε εσύ καλά το είχες οργανωμένο, αλλά κι εγώ κι ο Φώτης είχαμε γίνει μεγάλα τσακαλάκια τότε που πηγαίναμε στον ΠΑΟΚ από μικροί, δεν μπορούσες να μας πιάσεις -«ναι, αλλά πώς»; Ρε πατέρα, όταν έπαιρνε κάποιος για να κλείσει τραπέζι, πώς το κλείναμε; «Βάζαμε στο τραπέζι ένα μπουκάλι». Κι εκείνο το μπουκάλι, το Μπαλαντάινς, ποιος το χρέωνε; «Το Μπαλαντάινς, σωστά. Το χρεώναμε»... Εκείνο το μπουκάλι, όταν πηγαίναμε τον τελικό λογαριασμό, το προσθέταμε από κάτω. Τους λέγαμε «α, είναι και το μπουκάλι που είχαμε βάλει για την κράτηση, το Μπαλαντάινς, είναι συν τρία χιλιάρικα. Οπότε, σου φέρναμε όσα είχες σημειώσει για τελικό λογαριασμό και κρατούσαμε τα τρία χιλιάρικα, αφού δεν το σημείωνες το Μπαλαντάινς. Τα μοιραζόμασταν μετά, όπως με τα μπουρμπουάρ». «Το Μπαλαντάινς, το Μπαλαντάινς. Και πόσα κρατημένα τραπέζια είχαμε κάθε βδομάδα»; Ε, δεν θα ‘χαμε καμιά εικοσαριά το τριήμερο; «Εικοσαριά, δηλαδή... Ρε τα κωλόπαιδα»!

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB