Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01

00001Με είχε συγκινήσει ο μπαγάσας. «Τέλος, δεν ξαναπάω στο κυνήγι ποτέ». Δυσκολευόταν με τη διήγηση του τελευταίου του Σαββατοκύριακου στο βουνό και η φωνή του έσπαζε όταν έφτανε στο τέλος: «Πήγα κοντά και το είδα να κλαίει όπως ξεψυχούσε. Αυτό ήταν, δεν ξαναπιάνω όπλο». Κι αποφάσισε ο πατέρας μου να σταματήσει το κυνήγι για πάντα, αυτός που περισσότερες ώρες περνούσε στο βουνό παρά στον κανονικό κόσμο, ζωσμένος φυσεκλίκια στα χακί του ρούχα και εφοδιασμένος, όπως όλη η παρέα του, με τροφή για κάνα-δυο χρόνια.

Λίγο καιρό μετά, με πήρε τηλέφωνο. «Θα περάσει ο Γιώργος, έρχεται Θεσσαλονίκη, θα σε φέρει κάτι ζαρζαβάτια από τον μπαξέ και ζαρκάδι, να το φτιάξετε να το φάτε, το καλύτερο κρέας». Τι ζαρζαβάτια, να ξέρω, να μην ξοδεύω άδικα στη λαϊκή. «Ε, ντομάτες, πιπεριές, μαϊντανό, αχλάδια που αρέσουνε στη γυναίκα σου, σύκα, ξέρεις, τα γνωστά, πολύ πράμα, έβαλα και δυο σακιά πατάτες και λίγα κρασιά. Α, τα κρασιά να τα βάλετε στη μαρινάδα για το ζαρκάδι». Το ζαρκάδι τι είναι, εκείνο που έκλαιγε και έκοψες το κυνήγι; «Ποιο έκλαιγε, δεν σε καταλαβαίνω». Ρε που είχες πει πως συγκινήθηκες και δεν θα ξαναπάς να σκοτώνεις ζώα στο βουνό, το καλοκαίρι το έλεγες, ξέχασες; «Α, όχι, μαλακίες σε έλεγα, κόβεται το κυνήγι; Απλώς είχα συγκινηθεί». Μάλιστα. Εντάξει, να έρθει ο Γιώργος, σπίτι θα είμαι, θα τον περιμένω. «Μαρινάδα ξέρετε να φτιάχνετε, μην το καταστρέψετε το κρέας, θα γίνει λουκούμι». Ρε ξέρουμε, εννοείται, μαρινάδα δεν θα ξέρουμε, τι με λες. «Ωραία».

Εκείνο το διάστημα, από μαγειρική είχα φτάσει στην κορύφωση. Είχα συλλάβει και εκτελέσει την απόλυτη συνταγή γεύματος, το οποίο είχα ονομάσει «Καρβέλας»: Έπαιρνες ένα καρβέλι από τον φούρνο, το πιο τσουμπωτό, το άνοιγες στη μέση, έβαζες μέσα δέκα φέτες πάριζα, δέκα φέτες φέτα, μια ντομάτα σε φέτες, ελιές, ρίγανη, το ξανάκλεινες και έτρωγες δύο ώρες και βάλε, δηλαδή αν είχε ματς στην τηλεόραση το ξεκινούσες στους εθνικούς ύπνους, που βλέπαμε τότε το Euro και ο Καρβέλας σου έφτανε μέχρι και πέναλτι να βαρούσαν, εκπληκτική ιδέα. Κάθε μέρα αυτό, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, η Άννα έτρωγε στα σαντουιτσάδικα και τα πατσατζίδικα, εγώ στα σαντουιτσάδικα και τον Καρβέλα επειδή σιχαινόμουνα τον πατσά, δουλεύαμε από το απόγευμα ως τα ξημερώματα και το φουρνάκι άναβε μόνο αν φτιάχναμε ελληνικό καφέ. Ούτε μακαρόνια δεν προλαβαίναμε με τέτοιες δουλειές και τέτοια ωράρια. Αλλά τη μαρινάδα του είπα πως θα τη φτιάξω, τι να κάνω, δεν μου άφηνε περιθώρια να πω «όχι».

Με ξαναπαίρνει το βράδυ. «Ήρθε ο Γιώργος»; Ήρθε. «Τα έφερε τα πράματα»; Όχι, τα έφαγε στη διαδρομή. «Πλάκα με κάνεις, θα τον γαμήσω». Πλάκα σε κάνω, τα έφερε. «Α, είπα κι εγώ. Ικανό τον έχω». Κι εγώ, γι’ αυτό έκανα και την πλάκα. «Άντε, φτιάξε τη μαρινάδα, πρέπει να αφήσεις το κρέας τρεις μέρες, μην το βιαστείς, λουκούμι να γίνει, λουκούμι». Καλά, κλείσε να τη φτιάξω. «Μόνος σου; Δεν θα σε βοηθήσει η γυναίκα σου»; Όχι, ρε, τι να βοηθήσει, θα τα καταφέρω. Πετάω το τεράστιο κομμάτι κρέας στην κατάψυξη, το χώνω πίσω-πίσω, το κρύβω με τα παγωτά από το προηγούμενο καλοκαίρι και το πατικώνω για να χωρέσει το μοναδικό χρήσιμο πράγμα εκεί μέσα, δηλαδή τα παγάκια για τον φραπέ.

Ξανά τηλέφωνο την επόμενη μέρα. «Πώς πήγε, την έφτιαξες τη μαρινάδα»; Άκου, πατέρα, είχα καλύτερη ιδέα. Είπα του μάγειρα στη δουλειά, που ξέρει από αυτά, τρία αστέρια Μισελέν έχει ο άνθρωπος και αυτό ήταν το πρώτο αληθινό πράγμα που του είχα πει εκείνες τις ημέρες, επειδή ο σεφ στο μαγαζί όπου δούλευα είχε όντως τρία αστέρια Μισελέν και το κατείχε το αντικείμενο, λοιπόν, είπα του μάγειρα και θα τη φτιάξει αυτός. «Α, μπράβο, καλά το σκέφτηκες. Κρίμα να μην το καταφέρεις, το καλύτερο κρέας, σε λέω, θα με θυμηθείς». Την άλλη μέρα του είπα πως το βάλαμε το κρέας, την παράλλη πως το κρέας μουλιάζει και σε χαιρετάει, ε, την τρίτη μέρα τον πήρα εγώ, να μην χρεώνεται όλο αυτός, τον ενημέρωσα πως το κρέας είναι έτοιμο και το βράδυ θα το φάμε με καλή παρέα που θα έρθει σπίτι. Κι όσο του τα έλεγα αυτά, ήμουνα ξαπλωμένος με έναν Καρβέλα και γέμιζα τα σεντόνια με ψίχουλα και σποράκια ντομάτας, στα οποία πιθανότατα θα κοιμόμουν μετά μέχρι να έρθει η Άννα να με ξυπνήσει και να με κράξει με το κλασικό «βρε γουρούνι, κοιμάσαι πάνω στα ψίχουλα» και κάπου εδώ να σημειώσει πως είχα πάθει λουμπάγκο και δεν μπορούσα να κινηθώ εύκολα, οπότε ο Καρβέλας είχε λύσει κάθε πρόβλημα που αντιμετώπιζα με την τροφοδοσία μου, ούτε σαλάτες, ούτε τραπέζια, ένα υπέρτατο σάντουιτς και η μέρα ήταν έτοιμη να με υποδεχτεί με νέες συγκινήσεις.

Το επόμενο καλοκαίρι πήγαμε στο χωριό. Η κουβέντα όλο πήγαινε γύρω από το σπουδαίο τσιμπούσι με το μαριναρισμένο ζαρκάδι, ρε τι πράμα ήταν αυτό, απίστευτο, πιο νόστιμο πράμα δεν έχουμε φάει στη ζωή μας, ε, Άννα; Αλλά η Άννα δεν μπορούσε τα ψέματα κι όλο άλλαζε τη συζήτηση, δεν συμφωνούσε, ο πατέρας μου καμάρωνε, «δεν σε είπα, το καλύτερο κρέας, αφού βρήκες και τον μάγειρα να σε φτιάξει τη μαρινάδα, ε, σε είπα, σε είπα». Και πέρασε καιρός και όποτε βρισκόμασταν όλο για το ζαρκάδι λέγαμε και τη μαρινάδα. Κάποια στιγμή πραγματικά πίστευα πως είχα φάει το νοστιμότερο κρέας στον κόσμο και, αφού η ζωή μας είναι αυτή που θυμόμαστε πως ζήσαμε, τότε όντως το έφαγα, τι να λέμε, μπουκιά και συχώριο το ζαρκαδάκι, Θεός σχωρέσ’ το.

Θα είχε περάσει χρόνος από το φανταστικό δείπνο με το ζαρκάδι, όταν χτύπησε το σταθερό και με αγχωμένη φωνή με ενημέρωσε πως έρχεται εκτάκτως Θεσσαλονίκη. Ο μικρός είχε χτυπήσει με το μηχανάκι και τον έφερναν τώρα στο Ιπποκράτειο, δηλαδή τρία λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μας, «να είσαι εκεί, θα περάσω να σε πάρω», θα είμαι σπίτι, ρε πατέρα, πέρνα. Ήρθε η Άννα, της τα είπα, στενοχωρηθήκαμε, επειδή όντως ήταν γερό το χτύπημα, το παλικάρι έμεινε σε κώμα για μέρες πριν τελικά συνέρθει και όλα να πάνε καλά. Περιμέναμε να περάσει ο πατέρας μου, αργούσε, χτύπησε κάποτε το κουδούνι και κατέβηκα, αλλά μου είπε πως είχαν ακολουθήσει το ασθενοφόρο και είχαν πάει απευθείας στο νοσοκομείο. Τον είχαν βάλει στο χειρουργείο και ο πατέρας μου πετάχτηκε να μας ενημερώσει πριν ξαναγυρίσει. Ανέβηκε πάνω, του πρότεινε η Άννα να του φτιάξει έναν καφέ, αυτός είπε «ναι», και την ώρα που άνοιξε την κατάψυξη για να πάρει τα παγάκια κοιταχτήκαμε στα μάτια με τρόμο: Το ζαρκάδι.

Ο πατέρας μου είχε αράξει στον καναπέ, περιμένοντας να ρουφήξει τον καφέ του για να ξαναπάει στο νοσοκομείο, όπου είχε μείνει η μητέρα του μικρού έξω από το χειρουργείο. «Λογικά θα μείνουμε μέρες, δεν πιστεύω να σας πειράζει να μείνουμε εδώ, βολεύει κιόλα, δίπλα είναι το νοσοκομείο». Ρε τι να μας πειράζει, πλάκα με κάνεις, να μείνετε όσο χρειαστεί, το παιδί να γίνει καλά και τα υπόλοιπα τι τα συζητάμε. Απότομα, μου ήρθαν στο μυαλό κι έπαιξαν όλα τα ψέματα που του είχα πει επί έναν όλόκληρο χρόνο, ωραία η μαρινάδα, τέλειο το ζαρκάδι, πεντανόστιμο, τα σχόλια των φανταστικών συνδαιτυμόνων στο φανταστικό τσιμπούσι, ατάκες για το κρέας που του είχα διηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια και για πάνω από μία φορά την καθεμιά. Άνοιξα την κατάψυξη, τράβηξα με ζόρι το πακέτο με το κρέας πίσω απ’ τα παγωτά και το πέταξα στον ακάλυπτο, φροντίζοντας να πάει όσο γινόταν πιο διαγώνια και να κυλήσει εκτός οπτικής εμβέλειας από το μπαλκονάκι της κουζίνας. Με κοίταξε με απόγνωση η Άννα, με βλέμμα «τι κάνεις» και της απάντησα με το βλέμμα «αν σηκωθεί και ανοίξει την κατάψυξη και το βρει, δεν θα μας ξαναμιλήσει ποτέ». Και κούνησε το κεφάλι. Αράξαμε δίπλα του στον καναπέ και πιάσαμε την κουβέντα για το ατύχημα. Εκεί που μας τα έλεγε, πετάχτηκε απότομα και είπε «αμάν, φύγαμε γρήγορα και ξέχασα να σας φέρω ζαρκάδι, που τόσο σας άρεσε, να το πηγαίναμε στον μάγειρά σου, να μας το ξανάφτιαχνε όπως την προηγούμενη φορά».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038