Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

00001Ήμασταν εκατόν εξήντα άνθρωποι μαζεμένοι στην αυλή και ο νεαρός ανθυπολοχαγός ούρλιαζε για να μας βάλει σε τάξη, πρωί της δεύτερης μέρας στον Στρατό. Είχε περάσει η καταραμένη Δευτέρα της κατάταξης, για την οποία είχα λάβει ένα σωρό οδηγίες αλλά μόνο μία θυμάμαι πια, δηλαδή να πάω νωρίς για να βρω ρούχα και παπούτσια στα μέτρα μου, επειδή τελειώνουν. Αλλά εγώ είχα φτάσει απόγευμα στο Κιλκίς, πήγα πρώτα για καφέ και βόλτα στην πόλη, διάβασα την εφημερίδα για να ξαναζήσω το ιστορικό 3-0 επί του Ιωνικού με τα όργια του Αντόλφο Βαλέντσια που είχα δει την προηγούμενη μέρα στην Τούμπα και έσκασα στην πύλη από τους τελευταίους. Με συνέπεια να φοράω άρβυνούμερο 44 αντί για 46 και να κουτσαίνω επί μέρες, μέχρι να μου βρουν στο νούμερό μου.

 

Η ερώτηση του ανθυπολοχαγού ήταν απλή: «Ποιοι έχουν κάνει εμβόλια»; Επειδή την πρώτη μέρα σου κάνουν απανωτά εμβόλια και στα δύο χέρια, ταυτόχρονα, εξετάζουν δόντια, μάτια, τώρα θυμήθηκα άλλη οδηγία που έλεγε να αποστηθίσω τον πίνακα με τους αριθμούς στον οφθαλμίατρο για να μην με βγάλουν μύωπα και χαρακτηριστώ ως φαντάρος βήτα διαλογής ή κάτι παρεμφερές, αλλά ούτως ή άλλως δεν είχα θέμα, τα βρήκα όλα με την πρώτη και καμάρωνα γι’ αυτή την πρώτη μικρή νίκη επί του Συστήματος. Αλλά η μεγαλύτερη νίκη, ο θρίαμβος, ήταν πως είχα δύο αρχίδια. Κανονικά και με επιστημονική απόδειξη, που μας ξεγύμνωναν ανά εικοσάδες και μας έβαζαν σ’ έναν θάλαμο κι εκεί σε χωριστά καμαράκια, δηλαδή πρώτα ήμασταν όλοι τσίτσιδοι για κάνα μισάωρο στο κρύο του Νοέμβρη και μιλούσαμε για μπάλα και τα κλασικά από πού είσαι και ξέρεις έναν Αποστόλη από το Παλιοχώρι, μετά μας έβαλαν στον θάλαμο με χωρίσματα για να αποφευχθεί, υποθέτω, η έκθεση κάθε φαντάρου με τα παπάρια απ’ όξω στον άγνωστο διπλανό του, πλην όμως τα χωρίσματα ήταν περιμετρικά και, ενώ είχες ιδιωτικότητα από τον αριστερά και τον δεξιά σου, οι απέναντι σε έβλεπαν και τους έβλεπες. Ο σουρεαλισμός έμπαινε στο παιχνίδι από την αρχή στο στρατό, δεν κρατούσε προσχήματα. Και περνούσε μετά ένας σπουδαγμένος επιστήμονας, ποιος ξέρει πόσα χρόνια Πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά και έρευνες και εξωτερικά, ο οποίος είχε ήδη δώσει εντολή να «διαχωρίσουμε τους όρχεις με τον δάκτυλο», ερχόταν στο, ας το πούμε, καμαράκι, έβλεπε πως έχεις δύο όρχεις, κουνούσε το κεφάλι με καμάρι και σημείωνε στο τεφτέρι του. Ήταν η μόνη στιγμή που αγχώθηκα στη δεκαοκτάμηνη καριέρα μου στον ελληνικό Στρατό, με έπιασε πανικός αλλά κατάφερα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και μέτρησα προσεκτικά: Ένα, δύο. Ναι, ρε φίλε, είμαι γαμάτος.

«Ποιοι έχουν κάνει εμβόλια», ρώτησε ο τύπος και σήκωσαν το χέρι καμιά τριανταριά. «Ωραία, περάστε εσείς από εδώ», τους έστειλε τέρμα δεξιά και περιμέναμε λίγο να τελειώσει το σούσουρο της ανταλλαγής πληθυσμών. Ο λόχος τώρα αποτελούνταν από τριάντα κοντοκουρεμένους δεξιά και τους υπόλοιπους εκατόν τριάντα ένα σώμα μια ψυχή ακίνητους να περιμένουν την επόμενη διαταγή. «Ποιοι δεν έχουν κάνει εμβόλια», ρώτησε μετά ο ανθυπολοχαγός και σήκωσαν το χέρι πάλι περίπου τόσοι, καμιά τριανταριά κι αυτοί. «Ωραία, εσείς περάστε από εκεί», στέλνοντάς τους τέρμα αριστερά. Συνεπώς, η εικόνα έδειχνε τριάντα αριστερά, τριάντα δεξιά και εκατό στη μέση. Περιέργως, μα όχι χωρίς αιτία, στους μεσαίους βρισκόμουν κι εγώ, δεν είχα πάει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κι όπως στεκόμουν εκεί στη μέση, με το βλέμμα χαμένο και το μυαλό να κάνει υπολογισμούς τύπου «545 και σήμερα», αφέθηκα στη μοίρα μου που με τιμωρούσε για το προφανές της απείθαρχης συμπεριφοράς μου: Ή είχα κάνει εμβόλια ή δεν είχα κάνει, μέση λύση δεν υπήρχε, ούτε για μένα, ούτε για τους άλλους που στέκονταν στην πολυπληθή ομάδα γύρω μου. Να είχε ρωτήσει «ποιος έχει δύο αρχίδια» και μετά «ποιος έχει ένα αρχίδι» να το καταλάβω, μπορεί όλοι εμείς να είχαμε τρία ή και περισσότερα αρχίδια, ρε φίλε, τι να κάνουμε τώρα, μας προίκισε η Φύση, άσε που μεγαλώσαμε στα χωριά και κυλιόμασταν στα μολυσμένα χόρτα την εποχή που έσκασε το Τσέρνομπιλ. Αλλά όχι, δεν ήταν καθόλου έτσι τα πράγματα. Έκανες ή δεν έκανες εμβόλια, τέλος. Πήρα ανάσα βαθιά και ετοιμάστηκα για το στρατοδικείο.

Ο ανθυπολοχαγός κοίταξε ήρεμα την πρώτη ομάδα δεξιά και φώναξε «εσείς που έχετε κάνει εμβόλια πηγαίνετε στο καψιμί». Μετά στράφηκε στην ομάδα αριστερά και διέταξε «εσείς που δεν έχετε κάνει εμβόλια πηγαίνετε στο ιατρείο». Και τέλος, απευθύνεται σε όλους εμάς που δεν είχαμε κάνει κάποια επιλογή και μας λέει: «Οι υπόλοιποι πηγαίνετε στο αμφιθέατρο».

Στα πέντε λεπτά περπάτημα ως το αμφιθέατρο προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω την κατάσταση. Πριν προλάβω να βγάλω συμπέρασμα, βρισκόμουν καθισμένος σε μια καρέκλα με τους συντρόφους του μεσαίου χώρου τριγύρω και έβλεπα τους τίτλους μιας ελεεινής παραγωγής του ΕΣ εναντίον των ναρκωτικών με εμφανή σκοπό να μας ρίξει στα ναρκωτικά, αν δεν τα παίρναμε ήδη. Κι εγώ που είχα γλιτώσει την πρέζα μετά από τόσες εκδρομές στην Καλογρέζα και δεν είχα πιει ντουμάνι στο Πασαλιμάνι, θα κατάπινα ευχαρίστως και θα σούταρα στη φλέβα χωρίς δεύτερη σκέψη οτιδήποτε μου έδινες εκείνη την ώρα, αρκεί να σταματούσε η προβολή της ταινίας κατά των ναρκωτικών που υποτίθεται πως βλέπαμε.

Δεν το συζητήσαμε μεταξύ μας. Κανείς δεν είπε κουβέντα σε κανέναν για το περιστατικό. Όσα συμβαίνουν στο στρατό μένουν στο στρατό, κάπως έτσι. Αλλά, το βράδυ, το μαθηματικό μου, ερευνητικό μυαλό δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όχι απλώς οι περισσότεροι δεν απάντησαν σε μια απλή, απλούστατη διαδικαστική ερώτηση, δηλαδή αν έχουν κάνει ή όχι εμβόλια, αλλά ο συντονιστής της ιστορίας το αποδέχτηκε και, το κυριότερο, ήταν προετοιμασμένος για την εξέλιξη, κάτι που φάνηκε από την προβολή της ταινίας για τα ναρκωτικά που είχαν ήδη ετοιμάσει για εμάς που -όπα, τώρα το έπιασα.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB