Όλσεν

Όλσεν

O πρώτος...

Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

Κονόμα

Κονόμα

Κάποια Σάββατα με...

Συγγνώμη

Συγγνώμη

Ζητώ δημοσίως...

Αργεντινή

Αργεντινή

Οι πρώτες μου...

Μαμά

Μαμά

Στο μπαλκόνι είχε...

Προσφορά

Προσφορά

Τι έχει προσφέρει...

Ρουφιάνος

Ρουφιάνος

Η κουλτούρα του...

Ιδρώτας

Ιδρώτας

Δυστυχώς, στο...

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

To μεγαλύτερο...

WC 2018 - Ρωσία

WC 2018 - Ρωσία

Για το αφιέρωμά μας...

Μαϊντανός

Μαϊντανός

Άντε ρε από ‘δώ που...

  • Όλσεν

    Όλσεν

    Sunday, 24 June 2018 18:17
  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35
  • Κονόμα

    Κονόμα

    Friday, 08 June 2018 12:57
  • Συγγνώμη

    Συγγνώμη

    Thursday, 07 June 2018 00:06
  • Αργεντινή

    Αργεντινή

    Wednesday, 06 June 2018 13:19
  • Μαμά

    Μαμά

    Saturday, 02 June 2018 18:14
  • Προσφορά

    Προσφορά

    Thursday, 31 May 2018 20:20
  • Ρουφιάνος

    Ρουφιάνος

    Thursday, 31 May 2018 13:49
  • Ιδρώτας

    Ιδρώτας

    Wednesday, 30 May 2018 18:40
  • WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    Wednesday, 30 May 2018 15:39
  • WC 2018 - Ρωσία

    WC 2018 - Ρωσία

    Wednesday, 30 May 2018 13:19
  • Μαϊντανός

    Μαϊντανός

    Tuesday, 29 May 2018 14:50

00001Η μάνα μου γκρίνιαζε επειδή ο Μπούμπης ήταν γεμάτος τσιμπούρια κι έλεγε να μην τον χαϊδεύουμε, αλλά κάθε μέρα έδινε αποφάγια για να τον ταΐζω. Ήταν σκυλί σπάνιας ράτσας, διασταύρωση άσπρου αδέσποτου με μαύρο αδέσποτο, ένας ασπρόμαυρος σκύλος-αρκούδος, με τα πιο ηλίθια μάτια που είχα δει στη ζωή μου και τη γλώσσα μόνιμα να κρέμεται ανάμεσα στα δόντια.

Από τα δεκάδες σκυλιά που είχαν αποικήσει τη γειτονιά, ο Μπούμπης ήταν ο μοναδικός που μας ακολουθούσε στα εκτός έδρας, δηλαδή όταν πηγαίναμε να παίξουμε μπάλα στην άλλη πλευρά του χωριού. Καθόταν και παρακολουθούσε το ματς, επέστρεφε μαζί μας, κανονική μασκότ.

Τα καλοκαίρια ερχόταν και στη θάλασσα, αν και δεν του πολυάρεσε το κολύμπι. Ίσως δεν άντεχε τη μυρωδιά του πετρελαίου από την εξέδρα απέναντι, πριν τη Θάσο, είχε ισχυρότερη όσφρηση από εμάς που παίζαμε στον βρώμικο κολπίσκο απ’ το πρωί ως το βράδυ. Τον χάναμε για ώρες, τον ξαναβρίσκαμε, πάντα εκεί τριγύρω μας, άλλαζε παρέες, πήγαινε εκδρομές με άλλα σκυλιά, αλλά κάθε τόσο πεταγόταν μπροστά μας χαρούμενος κι άνετος, έτοιμος για τα απαγορευμένα χάδια στον στρατό των τσιμπουριών που κουβαλούσε κάτω απ’ τις χοντρές τρίχες του που μύριζαν κάτι ανάμεσα σε κάρβουνο και ξινισμένο γάλα.

Είχαν στήσει ένα τροχόσπιτο κάτι Άγγλοι, στα χασομέρια του καλοκαιριού. Εμείς θα ήμασταν στο Γυμνάσιο, η ξανθιά που λιαζόταν στο χορτάρι του κάμπινγκ σαφώς μεγαλύτερή μας, αλλά η μπάλα συνεχώς πήγαινε πάνω απ’ τον φράχτη για να περνάμε, εναλλάξ, μέσα στον χώρο που συνόρευε με το γήπεδο του χωριού, να τη μαζεύουμε για να τη δούμε από κοντά. Θυμάμαι πως την αποκαλούσαμε Άναμπελ, αλλά κάτι μου λέει πως δεν ήταν αυτό τ’ όνομά της, μάλλον ήταν δική μας εφεύρεση -έμοιαζε, με το ξανθό της μαλλί σαν το στάχυ και τις φακίδες, σαν Άναμπελ, της ταίριαζε. Ίσως να το είχα εφεύρει εγώ. Έσκαγε η μπάλα στο χορτάρι του κάμπινγκ, αυτή τρόμαζε, σηκωνόταν από την ψάθα που είχε βάλει ανάμεσα στα δέντρα δίπλα στη θάλασσα να κοιτάξει, εμφανιζόταν κάποιος από την ομάδα που όλο σούταρε ψηλά άουτ επειδή δεν μας ενδιέφερε να βάλουμε γκολ αλλά να περάσουμε τον φράχτη, ξανάπεφτε ανάσκελα φορώντας το γυαλί χωρίς να μας δίνει σημασία.

Έφτασε κι η σειρά μου να βρεθώ μέσα στη μεγάλη περιοχή, τετατέτ με τον τερματοφύλακα, και να σουτάρω στα πουλιά, χάνοντας τη σπουδαία ευκαιρία. Η μπάλα πέρασε στο κάμπινγκ, έκανα την ίδια προσποιητή γκριμάτσα απογοήτευσης με τους προηγούμενους και σήκωσα το χέρι προς τους προσποιητά αγανακτισμένους συμπαίκτες και αντιπάλους, φωνάζοντας «σόρι, παιδιά, πάω να τη φέρω». Κι όπως μπήκα από το πορτάκι, εμφανίστηκε από το πουθενά ο Μπούμπης, λαχανιασμένος, ευτυχισμένος και ορεξάτος όπως πάντα, να με ακολουθεί στην πορεία μου προς την μπάλα, που είχε κυλίσει δίπλα στην Άναμπελ που λιαζόταν. Αναθεμάτισα την ατυχία μου επειδή ο Μπούμπης μου είχε κάνει χαλάστρα, αυτός έτρεξε κι άρχισε να δαγκώνει την ήδη φθαρμένη μπάλα και να με περιμένει να την ξαναπετάξω για να τρέξει από πίσω της, εγώ περπάτησα κάπως αμήχανος, περνώντας από δίπλα της. Κοίτα να δεις, όλοι πήραν μάτι με την άνεσή τους, εμένα μου έτυχε ο μαλάκας ο σκύλος και με αποσπάει.

Η Άναμπελ είχε τώρα ανακαθίσει, για πρώτη φορά, οπότε η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει, δεν το είχε κάνει αυτό με τους προηγούμενους, άρα μάλλον εγώ της άρεσα περισσότερο. Ή ο σκύλος. Σε κάθε περίπτωση, χτένισα το μαλλί με την παλάμη. «Χαλόου», της φώναξα και μάλλον πνίγηκα με το σάλιο μου, κάνοντας πως δεν με ενδιαφέρει και έσκυψα να πάρω την μπάλα στα χέρια μου, τραβώντας τη με δύναμη από τα δόντια του Μπούμπη που σε όλη τη διάρκεια χοροπηδούσε από χαρά με τα μπροστινά του πόδια και περίμενε ανυπόμονα να φτάσω να την ξανακλοτσήσω. «Ις ιτ γιορς», ρώτησε η Άναμπελ κι ευτυχώς είχε τύχει να ρωτήσει εμένα, που είχα πάρει το Λόουερ, γιατί όλοι οι άλλοι δεν ήξεραν καλά αγγλικά και θα έμενε με την απορία. «Γες», της είπα περήφανος, ενώ η ασπρόμαυρη αρκουδίτσα είχε αρχίσει να νευριάζει, κοιτάζοντας με βλέμμα άσε τώρα την γκόμενα και ρίξε την μπάλα να παίξουμε. «Πώς τον λένε», ήταν η επόμενη ερώτησή της. Το σκέφτηκα λίγο. Της απάντησα πως τον λένε «Τζακ».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

32 Apples On An Orange Tree

365032

31 The Number Of The Beast

365031

30 Riza

365030

29 Surfer Rosa

365029

28 Coma of Souls

365028

27 Lovedrive

365027

26 Να!

365026

25 ...And Justice for All

365025

24 Violator

365024

23 Spiritual Healing

365023

22 Ágætis byrjun

365022