Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

00001Ο κτελατζής κοιτούσε απεγνωσμένος τα μπαγάζια μας με τα χέρια στη μέση και έπαιζε τέτρις με τα μάτια του πώς θα τα χωρέσει όλα αυτά στον χώρο των αποσκευών.

Ήταν το καλοκαίρι που είχαμε μαζέψει τόσα χρήματα που μπορούσαμε να το περάσουμε στο χωριό, ενάμισο μήνα διακοπές, να ξαναζήσουμε την παιδική μας ηλικία ξυπνώντας μεσημέρι, όλα έτοιμα, ρούχα, φαγητό, οι μάνες μας σε πανικό και επιφυλακή που ξαναγίνονταν μάνες στα παιδιά τους μετά από χρόνια, συνεπώς τα πήραμε όλα μαζί μας. Μια δεκαριά βαλίτσες και τσάντες με ρούχα και συμπράγκαλα, ο Goldstar 8088 που ζύγιζε τριάντα κιλά με την τεράστια οθόνη στην κούτα τους μαζί με τον κρουστικό εκτυπωτή, το βίντεο και όλες οι βιντεοκασέτες που είχαμε κάνει συλλογή από το περιοδικό Σινεμά, το ραδιοσιντί με δεκάδες κασέτες για να ακούμε τη δική μας μουσική στο σπίτι, κανονική μετακόμιση.

Η άφιξή μας στο χωριό συνέπεσε με τις διακοπές της μπάμπω-Λένκως, η οποία ερχόταν κάθε καλοκαίρι για να βάζει τα πόδια της «στην αρμύρα» με εντολή γιατρού, που την ακολουθούσε πιστά επί δεκαετίες. Σηκωνόταν χαράματα, πήγαινε στην παραλία, καθόταν όρθια για δύο ώρες εκτός από μία φορά που είχε κύμα και την έριξε κι ευτυχώς βρέθηκε ένας άλλος λουόμενος που μας την έφερε μισοπνιγμένη, και την υπόλοιπη μέρα άραζε στην τηλεόραση, παρακολουθώντας όλες τις μεξικάνικες και βραζιλιάνικες σαπουνόπερες μέχρι να φτάσει η ώρα «Τουστάθ» όπου ολοκληρωνόταν ως άνθρωπος και πήγαινε για ύπνο. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που μπορούσες να κάνεις μαζί της ήταν να βλέπεις ξένες σειρές ή ταινίες, τις οποίες περιέγραφε με τη δική της αντίληψη για την υπόθεση επειδή δεν ήξερε γράμματα και έδινε άλλη διάσταση, καθώς πάντα καταλάβαινε κάτι διαφορετικό από όσα έλεγαν οι πρωταγωνιστές και πάντα εκπλησσόταν στο τέλος. Συνήθως οι δικές της εκδοχές ήταν πιο δραματικές από αυτές των σεναριογράφων.

Μετά τις κλασικές χαιρετούρες, βάλαμε το θηρίο στο σαλόνι, κουτί, οθόνη, εκτυπωτή, πληκτρολόγιο -ποντίκι ακόμα δεν είχε για τον Goldstar και όλα γίνονταν με τα κουμπιά. Αξέχαστη η ένδειξη «Keyboard not found - Press any key to continue», ωραία χρόνια. Βάλαμε και το κασετόφωνο, αραδιάσαμε τις κασέτες και στο τέλος συνδέσαμε και το βίντεο, που είχε λίγη δουλίτσα, να βάλεις το σκαρτ στα τυφλά επειδή η τηλεόραση της μάνας μου μετακινούνταν μόνο με γερανό, να συνδέσεις το τριπλό καλώδιο ανάμεσα σε σεμεδάκια και κεντήματα, αλλά το καταφέραμε. Η μπάμπω-Λένκω μας παρατηρούσε και δεν έλεγε τίποτα, όπως έκανε πάντα, καθισμένη στον καναπέ, με τα μαύρα ρούχα και το μαύρο τσεμπέρι, τα χέρια σταυρωμένα μπροστά και οι αντίχειρες να γυρίζουν ο ένας πάνω στον άλλο και η γλώσσα να βγάζει έναν χαρακτηριστικό ήχο ανακατεύοντας τη μασέλα και σε αυτή την κατάσταση την έβλεπες από την ώρα που γυρνούσε απ’ τη θάλασσα ως το βράδυ, που τελείωνε το «Τουστάθ». Το «Καλημέρα Ζωή», δηλαδή.

Είχε Μουντομπάσκετ στην τηλεόραση όλη μέρα. Είδαμε το πρόγραμμα, χαζέψαμε το πρώτο ματς που παιζόταν νωρίς το μεσημέρι αλλά δεν μας πολυενδιέφερε και φύγαμε στην πόλη για βόλτες. Πήγαμε για καφέ, για ποτό, για φαγητό, βρήκαμε φίλους που είχαμε να δούμε καιρό, γυρίσαμε σπίτι μεσάνυχτα. Η μπάμπω βρισκόταν ακόμα εκεί, στο σημείο όπου την είχαμε αφήσει, με το τσεμπέρι και τα χέρια σταυρωμένα, σχεδόν ακίνητη. «Τι κάνεις τέτοια ώρα ξύπνια, ρε γιαγιά, δεν νύσταξες», τη ρώτησα κι αυτή μου απάντησε πως περίμενε πρώτα να γυρίσουμε. «Μεγάλα παιδιά είμαστε, δεν χρειάζεται να ανησυχείς». Αλλά μας είπε πως δεν ανησυχούσε καθόλου, το πρόβλημά της ήταν πως δεν μπορούσε να αλλάξει κανάλι και έχασε «Τουστάθ». Μα το τηλεκοντρόλ ήξερε να το χειρίζεται, γιατί δεν άλλαζε την ΕΡΤ που έπαιζε Μουντομπάσκετ χωρίς σταματημό; «Ε, είδα που κάματι αυτά με τα καλώδγια στην τηλιόρασ’ και σκιάχτκα να την πειράξου». Και βλέπεις μπάσκετ δώδεκα ώρες, ρε γιαγιά; Από το μεσημέρι; «Ε, τι να κάμου, αφού αυτό μη αφήκατι, αυτό ιέβλεπα».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB