Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01

00001«Ρε καραγκιόζη, πλάκα μας κάνεις», σκέφτηκε φωναχτά η Άννα μόλις μπήκε στην κουζίνα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, θεώρησα πως αναφερόταν σ’ εμένα, αν και δεν με είχε συνηθίσει σε τέτοια φρασεολογία. «Τι έπαθες πάλι», φώναξα από το γραφείο, όπου είχα βιδωθεί με το φρέσκο «Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι» επί μέρες και σηκωνόμουν μόνο για τουαλέτα και περίπτερο.

Δεν μου απάντησε, αλλά συνέχισε να φωνάζει «δες, δες τον κάφρο, δες τον γελοίο τι έχει κάνει, ε, δεν αντέχω άλλο» και τέτοια ακαταλαβίστικα. Αναγκάστηκα να αφήσω τα ακουστικά και να πάω, απρόθυμα και βαριεστημένα, να ελέγξω τι είχε συμβεί.

Στεκόταν μπροστά στο κουζινάκι, με τα χέρια στη μέση και έβριζε κοιτάζοντας ένα κέικ, από αυτά που έχει σπεσιαλιτέ και έχει ταΐσει όποιον τη γνωρίζει τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. «Καλά, ρε μαλάκα, είσαι μαλάκας»; Ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση και ξεφυσούσε. «Είσαι άνθρωπος εσύ; Δεν μπορούσες να πάρεις ένα πιατάκι; Με τα χέρια, ρε φίλε»; Είχα ήδη συμπληρώσει ένα λεπτό μακριά από τις Τρύπες και δεν ένιωθα καλά, οπότε πλησίασα για να τσεκάρω σε τι αναφερόταν, μπας και βγάλω κάποιο συμπέρασμα για όλη αυτή την αναστάτωση.

Καταρχάς, υπήρχε ένα κέικ, καμία αμφιβολία. Υπήρχε ένα κέικ που έβλεπα για πρώτη φορά. Φαινόταν νόστιμο, αλλά εγώ προσωπικά μήτε το είχα συναντήσει ως εκείνη τη στιγμή, μήτε το είχα βάλει στο στόμα μου. Η πετσέτα από πάνω ήταν ριγμένη στο πλάι και έμενε μισοσκεπασμένο, ενώ πάνω στο κέικ υπήρχαν σημάδια πως κάποιος είχε τσιμπήσει ή, σαφέστερα, είχε δαγκώσει απευθείας. «Πότε το έφτιαξες», ρώτησα και μου απάντησε «χθες το βράδυ». Σκέφτηκα τι είχα πιει από χθες το βράδυ και δεν βρήκα κάτι που να προκαλούσε προβλήματα στη λειτουργία της μνήμης μου. «Δεν έχω ιδέα τι παίχτηκε με το κέικ σου, πάω να συνεχίσω τη δουλειά μου», της δήλωσα και ξανάπιασα τα ακουστικά.

Αλλά όσο δυνατά κι αν είχα την ένταση, η φωνή της τη σκέπαζε. «Δες! Δες, και στο σαπούνι τα ίδια»! Άντε ξανά μανά παύση, ποιο σαπούνι, τι λέει πάλι, τι έχει πιει. Όντως, στο σαπουνάκι της τουαλέτας, οι ίδιες δαγκωματιές. Αμέσως κάνω τον συνδυασμό: Αν έφαγα πρώτα το σαπούνι, δικαιολογείται που ξέχασα πως έφαγα μετά το κέικ, αλλά τι είχα φάει που με οδήγησε να φάω σαπούνι και δεν το θυμάμαι. Κι όσο το σκεφτόμουν αυτό, ακούστηκε ένας χαλασμός, ένας απότομος δυνατός ήχος κάτω απ’ τον νεροχύτη. Κοιταχτήκαμε. «Ποντίκι».

Μέναμε σε ένα υπόγειο, στην Παλιά Λαχαναγορά. Οι λίγοι μήνες που περάσαμε σ’ εκείνο το αχούρι μπορούν να διαχωριστούν στα κεφάλαια Κατσαρίδες, Αρουραίος, Κάμπιες και Πλημμύρα, δηλαδή οι Τέσσερις Εποχές της Σαχτούρη, που έβγαζε στο Τσινάρι και για λίγα λεπτά της ώρας μας φάνηκε πολύ ρομαντική η περιοχή, όταν πρωτοπήγαμε, από ανάγκη, να μείνουμε εκεί κάτω, που έβλεπες από το παράθυρο το νερό της βροχής να σέρνει τα φύλλα κοιτώντας ψηλά. Έτρεξα, ως γνήσιο χωριατόπαιδο, να πάρω τη σκούπα. Είχαμε στο πατρικό απ’ όλα τα καλά της Φύσης, από βατράχια ως τρωκτικά κι από αποδημητικά γκατζολόπτερα ως οχιές ανάμεσα στα άχτιστα τούβλα.

Τον ακούγαμε τον Μένιο μέσα στα χαμηλά ντουλάπια που πηγαινοερχόταν. Έκανε σέρφινγκ στα κατσαρόλια, νομίζω πως τον τάραζε πιο πολύ ο θόρυβος που έβγαινε από τα σούρτα-φέρτα του και αγχωνόταν, γνωρίζοντας πως το τέλος του δεν θα αργούσε. Δεν θυμάμαι από πότε και για ποιον λόγο αποκαλούμε «Μένιους» τους ποντικούς. Είπα της Άννας «ανοίγεις το ντουλάπι και τον κοπανάω». Μου έγνεψε «εντάξει», ατρόμητη κι αυτή, χωρίς πολλά-πολλά. Τράβηξε το ντουλάπι, ετοιμάστηκα εγώ σαν μπειζμπολίστας, αλλά ο Μένιος δεν βγήκε, τρύπωσε από το πλάι σε ένα συρτάρι, που είχε τρία-τέσσερα και μετά διαπιστώσαμε πως επικοινωνούσαν -ίσως μετά από εικαστική παρέμβαση του ίδιου του Μένιου με τα κοφτερά δόντια του. Τραβάει το πρώτο συρτάρι η Άννα, πουθενά ο Μένιος, αλλά τον ακούγαμε, τραβάει το δεύτερο, τραβάει το τελευταίο, το κλασικό όπου όλοι βάζουν το αλουμινόχαρτο και εμφανίζεται το αρούρι σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια: Μια τεράστια, χνουδωτή μπάλα που πιάνει σχεδόν όλη την έκταση του συρταριού. Με κοιτάει η Άννα, την κοιτάω κι εγώ. Δίνω μια κλοτσιά και το ξανακλείνω.

Πρώτον: Αν τον κοπανούσα θα έσπαζε η σκούπα. Δεύτερον: Επρόκειτο για θαύμα της Φύσης, ίσως για τη Μένια, τη μαμά όλων των τρωκτικών της Γης, όπως έλεγαν στην «Αραχνοφοβία» εκείνη την ατάκα «αν αυτό δεν είναι η μάνα, τότε πώς είναι η μάνα», κάπως έτσι. Ο συγκεκριμένος αρουραίος καμία σχέση δεν είχε με τα αγροπόντικα του χωριού, που τα κυνηγούσαμε με σφεντόνες, αυτός ήταν ο σύνδεσμος της μετάλλαξης του γένους του από τρωκτικό σε αρκούδα, αν τον έγδερνες έφτιαχνες κολεξιόν ολόκληρη με τη γούνα. Πετάχτηκα ως τη γωνία, στο σιδεράδικο, και πήρα μία παγίδα και οδηγίες από τον πάνσοφο μάστορα πώς να τη στήσω, τι τυρί να βάλω και διάφορες στρατηγικές. Έχωσα ένα κομμάτι φέτα και την έβαλα προσεκτικά στο ντουλάπι.

Δεν πρέπει να πέρασε λεπτό, ακούστηκε το «ντουκ» της παγίδας και χαμογελάσαμε αμήχανα με την Άννα, θεωρώντας πως τα βάσανά μας τελείωσαν. Αλλά δεν είχαν τελειώσει. Η Μένια παραήταν θεριό για τη συγκεκριμένη παγίδα και άρχισε να το παλεύει, τα κατσαρόλια βαρούσαν, από τα ντουλάπια ερχόταν ένα πράμα σαν να παλεύουν χιλιάδες ποντίκια, με άρματα και ξίφη και ασπίδες, ντραγκαντρούγκ και τσικλιμπόνγκ, άρχισαν οι καρδιές μας να φορτώνουν, αρχίσαμε να φρικάρουμε, βρε τώρα θα υποκύψει, τώρα θα σταματήσει, τίποτα ο αρουραίος, συνέχιζε να μάχεται μέχρι τελευταίας ρανίδας, άκουγες και τις κραυγές του, εκείνο το σκουίκ-σκουίκ το ανατριχιαστικό, που περνάει από τα μηνίγγια και το θυμάσαι χρόνια -φύγαμε από το σπίτι, δεν αντέξαμε άλλο να ακούμε το δράμα. Κι εκεί, στον καθαρό αέρα της Ολυμπιάδος, μου ήρθε η απόλυτη έμπνευση: Ο Άκης, γνωστός θαυμαστής του Νάσιοναλ Τζιογκράφικ, που έλεγε συνέχεια ιστορίες για τα αρούρια στο σχολείο του και πώς τα κυνηγούσε.

Ευτυχώς, ήταν στο μαγαζί. «Και πού είναι τώρα ο αρουραίος», ρώτησε γεμάτος αγωνία, και τον ενημέρωσα «ακόμα παλεύει με την ποντικοπαγίδα». «Έρχομαι αμέσως», είπε με ύφος Γκοστμπάστερ και, όντως, μετά από λίγο έφτασε με τον Βαγγέλη, που αποδείχτηκε κι αυτός μεγάλος επιστήμονας ειδικευμένος στο θέμα. Μπήκαν στο σπίτι, βγήκαν μετά από πέντε λεπτά με το τρόπαιο σε μία σακούλα. «Πιάσε, Άννα, ακόμα ζεστό είναι», της το πλησίασαν και η δικιά μου κόντεψε να ξεράσει. «Έχει κάδο εδώ στη γωνία», τους είπα, αλλά αυτοί αδιαφόρησαν, καβάλησαν το μηχανάκι κι έφυγαν, με τη σακούλα στα χέρια -δεν τους ρωτήσαμε ποτέ τι απέγινε, πώς το ξεφορτώθηκαν ή οτιδήποτε σχετικό με το θέμα. Και μπήκαμε πάλι στο σπίτι, αντιμέτωποι με το πεδίο μάχης στην κουζίνα, τα αίματα μέσα στο ντουλάπι, την ασύλληπτη αίσθηση πως οτιδήποτε μέσα στο σπίτι μπορεί να έχει έρθει σε επαφή με το πιο σιχαμερό πλάσμα που είχαμε δει και οι δυο στη ζωή μας, αν και θυμάμαι λαφιάτες στο χωριό του παππού, ιπτάμενες κατσαρίδες στο Σταθμό Λαρίσης και σαρανταποδαρούσες που όταν τις πατούσες έκαναν γκελ. Τη ρώτησα «δεν μου λες, το κέικ δεν τρώγεται τώρα, ε»;

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038