Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

00001Στην παραλία του χωριού είχαν εμφανιστεί δύο γυμνόστηθες και αμέσως σήμανε συναγερμός. Δεν ήταν τουριστικό μέρος, η θάλασσα ήταν μονίμως γεμάτη φύκια, θολή και ιρίδιζε από την ακτή ως την εξέδρα άντλησης πετρελαίου απέναντι στη Θάσο.

Πέρα από κάποιους ανατολικοευρωπαίους που έρχονταν στο κάμπινγκ και μας πουλούσαν δερμάτινες μπάλες και σακίδια με τον όρο να τους πηγαίνουμε το αντίστοιχο είδος καταστραμμένο για να αποδείξουν στο τελωνείο τους πως επιστρέφουν με όσα είχαν δηλώσει φεύγοντας από την Πολωνία, από τουρισμό δεν είχαμε πολλά πράματα. Εκτός αν θεωρήσεις ως τουρίστες κάποιους προσκόπους από την πόλη, που δεν εμφανίζονταν πια μετά τον ξυλοδαρμό τους από τον Γιώργη, επειδή έλεγαν τις τσούχτρες «μέδουσες» και ο νταής της παρέας μας το είχε θεωρήσει ως μεγάλη φλωριά από τους πρωτευουσιάνους να μιλάνε με τέτοιες λέξεις.

Εμένα μου έκατσε η γκαντεμιά να περνάω από εκεί με τη μάνα μου. Ίσως να ήμουν και ο πρώτος που τις έβλεπε, εκατό μέτρα από το σπίτι μου, περπατώντας από την παραλία προς τη γειτονιά μας μαζί της. Δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί βυζιά από τόσο κοντά, δηλαδή από είκοσι μέτρα. Έπαθα έναν κλονισμό αλλά δεν είπα τίποτα, ούτε η μάνα μου είπε, ευτυχώς, και συνεχίσαμε τον δρόμο για το πατρικό μου. Προσπαθούσα να μην ανοίξω το βήμα και να πηγαίνω σε σταθερό ρυθμό, αγωνιώντας από μέσα μου να φτάσουμε σπίτι, να ανεβεί η μάνα μου επάνω, να της πω κανένα «πάω για μπάλα» ή «πάω για κικιρίκια» και να φύγω σφαίρα πίσω στην παραλία, να ξαναδώ τα βυζιά. Αλλά λες και ήταν χιλιόμετρα η διαδρομή, δεν τελείωνε.

Στρίψαμε για τα τελευταία μέτρα και συναντήσαμε τον θειο μου, που τσάπιζε στην αυλή. Σουρούπωνε, ήταν η ώρα που στη θάλασσα δεν είχε ψυχή, ειδικά εκεί στην άκρη που ήταν το χειρότερο σημείο με την έντονη μυρωδιά της ψαρίλας και τις άτακτες βάρκες των ψαράδων να χαλάνε το μοναδικό, ίσως, όμορφο χαρακτηριστικό της παραλίας μας, που ήταν η φαρδιά αμμουδιά χωρίς ομπρέλες ή οτιδήποτε να ταράζει τη συμμετρία του κολπίσκου ανάμεσα στη βιομηχανία φωσφορικών λιπασμάτων και το εργοστάσιο των πετρελαίων. Οι δύο κοπέλες ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι που έκαναν μπάνιο ή ηλιοθεραπεία αν και δεν είχε ήλιο ή ό,τι άλλο έκαναν, που δεν με ενδιέφερε καθόλου, αρκεί να προλάβαινα να γυρίσω, να τις ξαναδώ πριν φύγουν, γιατί αν δεν προλάβαινα θα είχα μεγάλο πρόβλημα μετά να τη χωνέψω τόση ατυχία. Η μάνα μου έπιασε την κουβεντούλα, ο θείος μου κάτι έλεγε για τη βροχή που δεν πέφτει και τα ζαρζαβατικά που δεν με ένοιαζαν, μεν, αλλά έπρεπε να τα ακούω για να πιέζω νοητικά να τελειώνουν.

Πέρασε ένας γείτονας και του έκανε ένα νόημα να τον ακολουθήσει, αυτός δεν καταλάβαινε και ο γείτονας προσπάθησε να το ρίξει πλαγίως, «έλα, βρε, πάμε μέχρι την παραλία να μυρίσουμε λίγη θάλασσα» και η μάνα μου αμέσως είπε «άντε, καλό βράδυ, πάω σπίτι να μαγειρέψω» κι άφησε τους δυο τους να συζητάνε χαμηλόφωνα. Αλλά εγώ τους άκουσα, που ο γείτονας εξηγούσε «με πήρανε από την καφετέρια, έχει δυο γυμνές στην παραλία» κι ο θείος απάντησε με κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ: «Άμα θέλω να δω τσίτσιδες, ξεβρακώνω τη γυναίκα μου και τη βλέπω». Ο γείτονας σχολίασε «ε, το ξένο είναι πιο γλυκό» κι έφυγε. «Πάω για μπάλα», της φώναξα όπως απομακρυνόταν και δεν έφερε αντίρρηση, θα είπε τα κλασικά της «μην αργήσεις, άμα νιώσεις αδυναμία έλα να φας μια μερέντα και ξανακατεβαίνεις» κι εγώ έκοψα προς το γηπεδάκι που μαζευόμασταν, να βρω την παρέα. Μόλις την είδα να μπαίνει στο σπίτι, έφυγα από τον παράλληλο δρόμο, να μην με έχει στο οπτικό του πεδίο ούτε ο θείος, ούτε η μάνα μου αν έβγαινε στο μπαλκόνι, καρφί για την παραλία, που ήταν ένας μικρός κύκλος αλλά μόνο έτσι θα απέφευγα ιστορίες.

Η καρδιά μου χτυπούσε περίεργα, ίδρωνα και με είχε πιάσει ένα μεγάλο άγχος στα λίγα μέτρα που με χώριζαν από τον στόχο. Αλλά όλα ηρέμησαν μέσα μου όταν έφτασα στο τέλος της αμμουδιάς, εκεί όπου έβγαζε ο δρόμος που είχα πάρει, βλέποντας πως οι δύο φιγούρες ήταν ακόμα στο σημείο όπου τις είχα αφήσει. Πάνω από τον δρόμο που περνούσε παράλληλα με τη θάλασσα έβλεπα πέντε-δέκα περίεργους στην καφετέρια να είναι με τα πρόσωπα όλοι γυρισμένοι προς την παραλία και να κοιτάζουν χωρίς να κινείται κανείς. Στάθηκα αμήχανος για μια στιγμή, έψαξα όση γενναιότητα είχα μέσα μου και κατέβηκα ως το νερό. Κι από ‘κεί, περπάτησα προς το μέρος των γυναικών εκεί όπου σκάει το κύμα, δηλαδή τη διαδρομή που έκανα κάθε μέρα για το μπάνιο μέχρι την άλλη πλευρά του χωριού, που είχε εξέδρα για βουτιές και μπορεί να ήταν και δύο χιλιόμετρα απόσταση.

Πλησίαζα, πλησίαζα, όλο αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να κοιτάζω ή να έχω το βλέμμα χαμηλά κι όσο τις έφτανα αναλογιζόμουν και το κοινό από πίσω. Θα λέγανε «μπράβο, ρε Νικόλα, γενναίε παλικαρά» ή θα λέγανε «βρε τον αλητάκο, τον πιτσιρικά, μα δεν ντρέπεται»; Αλλά ήταν σαν να οδηγούσε το βήμα μου μια δύναμη από κάπου ψηλά, κάπου πέρα απ’ τις δικές μου δυνάμεις ή τη θέλησή μου και, στο κάτω-κάτω, είχα φτάσει στο σημείο όπου η υποχώρηση θα ήταν η απόλυτη ήττα. Τελικά, άρχισα να μαζεύω βότσαλα, ένα κάθε δέκα μέτρα, υποκρινόμενος πως ψάχνω με τη ματιά για βότσαλα μεγάλης αξίας που θα τα χρησιμοποιούσα για κάποιο πολύ σπουδαίο εικαστικό έργο ή ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν όποιος με έβλεπε ή όποιος θα με ρωτούσε αργότερα τι έκανα εκεί στη θάλασσα δίπλα στις γυμνόστηθες. Πέρασα από δίπλα τους, στα τρία μέτρα, κρατώντας δέκα βότσαλα στην αγκαλιά. Σήκωσα το βλέμμα για δυο δευτερόλεπτα, είδα αυτό που είχα πάει να δω, με είδαν κι αυτές, ίσως να ενοχλήθηκαν, ίσως να χαμογέλασαν, δεν ξέρω, δεν με ενδιέφερε η άποψή τους. Συνέχισα το μάζεμα για λίγο ακόμα, έπειτα ανέβηκα προς τον δρόμο, πέταξα τα βότσαλα κάτω και γύρισα για τη γειτονιά. Στη στροφή, με πρόλαβε ο θείος μου, που δεν είχα προσέξει πως βρισκόταν ανάμεσα στους πελάτες της καφετέριας. Με χτύπησε στον ώμο και είπε «α, ρε Νικόλα»!

Ντάρμπι

Ντάρμπι

Ο πιο παλιός ορισμός για το «ντέρμπι» είναι ο αγώνας ανάμεσα σε δύο γειτονικές ομάδες, σε συλλόγους ...

Read more
Βλάκας

Βλάκας

Το «τερν αράουντ» τ& ...

Read more
Νερό

Νερό

Ο μπαρμπα-Γκαμπριέλ &alp ...

Read more
Γιούρισιτς

Γιούρισιτς

Ένας από τους σημαντ&i ...

Read more
Μείναμε

Μείναμε

Μείναμε όλοι στο Βό&lambda ...

Read more
Μάιος

Μάιος

Τελευταίος αγων&iot ...

Read more
Αφορμή

Αφορμή

Ήταν χθες ένα παλικαράκι που φώναξε, δύο φορές, «στ’ αρχίδια μας το ματς, ρε, εμείς φωνάζουμε μόνο, ...

Read more
Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος Βασι&l ...

Read more
Ενδοσκόπηση

Ενδοσκόπηση

Το καλοκαίρι του 198 ...

Read more
0048

0048

Δε θα το ξεχάσω εκ&ep ...

Read more
Κάμπριο

Κάμπριο

Όποια ιστορία και ν&alpha ...

Read more
Απόντες

Απόντες

Σε κάθε εντός έδρας αγώνα φέτος, ο ΠΑΟΚ ήταν στην πρώτη θέση πριν αρχίσει το ματς. ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.