Όλσεν

Όλσεν

O πρώτος...

Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

Κονόμα

Κονόμα

Κάποια Σάββατα με...

Συγγνώμη

Συγγνώμη

Ζητώ δημοσίως...

Αργεντινή

Αργεντινή

Οι πρώτες μου...

Μαμά

Μαμά

Στο μπαλκόνι είχε...

Προσφορά

Προσφορά

Τι έχει προσφέρει...

Ρουφιάνος

Ρουφιάνος

Η κουλτούρα του...

Ιδρώτας

Ιδρώτας

Δυστυχώς, στο...

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

To μεγαλύτερο...

WC 2018 - Ρωσία

WC 2018 - Ρωσία

Για το αφιέρωμά μας...

Μαϊντανός

Μαϊντανός

Άντε ρε από ‘δώ που...

  • Όλσεν

    Όλσεν

    Sunday, 24 June 2018 18:17
  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35
  • Κονόμα

    Κονόμα

    Friday, 08 June 2018 12:57
  • Συγγνώμη

    Συγγνώμη

    Thursday, 07 June 2018 00:06
  • Αργεντινή

    Αργεντινή

    Wednesday, 06 June 2018 13:19
  • Μαμά

    Μαμά

    Saturday, 02 June 2018 18:14
  • Προσφορά

    Προσφορά

    Thursday, 31 May 2018 20:20
  • Ρουφιάνος

    Ρουφιάνος

    Thursday, 31 May 2018 13:49
  • Ιδρώτας

    Ιδρώτας

    Wednesday, 30 May 2018 18:40
  • WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    Wednesday, 30 May 2018 15:39
  • WC 2018 - Ρωσία

    WC 2018 - Ρωσία

    Wednesday, 30 May 2018 13:19
  • Μαϊντανός

    Μαϊντανός

    Tuesday, 29 May 2018 14:50

00001Ο Σπύρος ήταν ο πρώτος από τη γειτονιά που κατάφερε να τον γράψουν οι εφημερίδες. Μέχρι και πρωτοσέλιδο είχε γίνει σε μία, το οποίο έγραφε, πάνω-κάτω, «έστειλε στην εντατική την ετοιμόγεννη σύζυγό του μετά από άγριο ξυλοδαρμό». Είχε εξαφανιστεί εκείνες τις μέρες, για να αποφύγει το αυτόφωρο. Τελικά η γυναίκα γέννησε μια χαρά, δεν είχε πρόβλημα το παιδί στην κοιλιά της και οι εφημερίδες δεν ξανάγραψαν για τον Σπύρο. Αλλά ο Σπύρος συνέχισε να δέρνει τη γυναίκα του και η γειτονιά να τους ακούει, για χρόνια, μέχρι που έφυγα κάποτε από το χωριό και δεν ξέρω πώς συνεχίστηκε ο βίος ανθόσπαρτος του ζευγαριού.

Ειδικά τα καλοκαίρια, όπου όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και το μόνο που άκουγες ήταν τα βατράχια ως μόνιμο σάουντρακ της γειτονιάς μας, κάθε λίγες μέρες πεταγόμασταν από τα κρεβάτια, μέσα στη νύχτα, για να μαζευτούμε στα μπαλκόνια και να σφίγγεται η ψυχή μας με τις κραυγές της γυναίκας του. Εμείς δεν είχαμε άμεση οπτική επαφή, βλέπαμε τον εξωτερικό τοίχο, αλλά οι γείτονες δίπλα μας έβλεπαν μέσα στο σπίτι και φώναζαν «τον βλέπω, τη χτυπάει, σταμάτα, βρε αθεόφοβε, σταμάτα, καλέ, να τη χτυπάς τη γυναίκα», κάποια ούρλιαζε «πάρτε την αστυνομία», άλλη απαντούσε «πήρα το εκατό, έρχονται», εγώ παρακαλούσα τη μάνα μου να με αφήσει στο μπαλκόνι να δω όλο το έργο, όπως παρακαλούσα όταν είχε ταινίες αργά, για να έχω να συζητάω το άλλο πρωί στο σχολείο και να μην φανώ φλώρος που τον έστειλαν οι δικοί του νωρίς για ύπνο.

Η μάνα μου απορούσε «πώς τον αντέχει», το συζητούσαν με τον πατέρα μου στα μεσημεριανά φαγητά. Ο δικός μου δεν μίλαγε, αναδρομικά που το σκέφτομαι πιστεύω πως υπέφερε, όπως όλοι οι άντρες τριγύρω, από μια ομαδική ντροπή για το φύλο του, ήταν σαν να έδερναν όλοι οι άντρες της γειτονιάς τις γυναίκες τους όσο δεν έκαναν τίποτα κι όσο συνέχιζαν, κάθε πρωί, να τον καλημερίζουν. Επειδή την επόμενη μέρα κάθε περιστατικού ο Σπύρος ήταν πάντα ο πιο ευγενικός άνθρωπος στον κόσμο, με τις καλημέρες του και τα σφυρίγματα στους σκοπούς των λαϊκών τραγουδιών της μόδας, που τα συνόδευε και με μακρόσυρτους αμανέδες χωρίς ανάσες. Έλεγε πως μια μέρα θα βγάλει δίσκο και θα τα κονομήσει. Αλλά όταν τον άκουγα, ανάμεσα στις σφαλιάρες που έφταναν στο μπαλκόνι μας μέσα από την ηχώ, να φωνάζει «καριόλα, θα σε σκοτώσω, πουταναριό, μην κρύβεσαι, βγες από την τουαλέτα να σου σπάσω το κεφάλι, γαμημένη σκύλα, σκύλα», η φωνή του δεν έμοιαζε καθόλου με την άλλη, την πρωινή, την καλλιτεχνική.

Μια φορά, μόνο, με έστειλε μέσα η μάνα μου, επειδή έφτασε να σοκαριστεί. Όχι από το ξύλο, όχι από τις κραυγές, που με τα χρόνια έγιναν κάτι σαν παράδοση, αλλά «για να μην ακούω τέτοιες λέξεις». Ο χωροφύλακας είχε έρθει πάλι κάτω απ’ το σπίτι του και φώναζε «Σπύρο, κατέβα κάτω», ο Σπύρος αρνιόταν, όπως έκανε κάθε φορά, «όλα καλά, κύριε αστυνόμε μου, είμαστε αγαπημένοι τώρα, τράβα στο σπίτι σου». Αλλά ο χωροφύλακας επέμενε, «κατέβα και δεν θα σε συλλάβω, να σου μιλήσω θέλω μόνο» κι από πάνω ακούστηκε «μίλα μου από εκεί, σε ακούω». «Σπύρο, πόσες φορές τα είπαμε, πάλι θα τα λέμε, πρέπει να σταματήσεις να τη χτυπάς τη γυναίκα, γιατί θα αναγκαστώ να σε πάρω στο τμήμα». Κι ο Σπύρος είπε την ατάκα που δεν ξέχασε κανείς ποτέ στη γειτονιά και τη λέγαμε μεταξύ μας για καιρό, αδυνατώντας να συλλάβουμε το μέγεθος της χυδαιότητας: «Εγώ, κύριε αστυνόμε μου, όπως όλοι οι άντρες, όταν γυρνάω από το καφενείο στο σπίτι θέλω ένα ζεστό φαγάκι κι ένα ζεστό μουνάκι». Εκεί με έδιωξε η μάνα μου, «μπες μέσα αμέσως», δεν έμαθα πώς συνεχίστηκε.

Ο Σπύρος έβαλε κότες, στο άχτιστο οικόπεδο που χώριζε τα μπαλκόνια μας. Έφτιαξε ένα αξιοθρήνητο κοτέτσι που βρωμούσε και κάθε μέρα το πέρασμα από εκεί ήταν μαρτύριο, δεν είχε άλλο δρόμο για το σχολείο και έπρεπε να μυρίζουμε τις κουτσουλιές που γίνονταν ολοένα και πιο ασφυκτικές όσο περνούσε ο καιρός. Δεν το καθάριζε ποτέ, είχε ένα κοντό συρματόπλεγμα και τις κότες παστωμένες σε τρία-τέσσερα τετραγωνικά. Είχε καλοκαιριάσει και η βρόμα έφτανε πια ως το σπίτι μας, μύριζες τις ακαθαρσίες από το υπνοδωμάτιο και όταν είχε αεράκι έκλεινα τις μπαλκονόπορτες για να μπορώ να διαβάσω ή να παίξω. Δεν άντεξε η μάνα μου και του φώναξε ένα μεσημέρι, «ρε Σπύρο, καθάρισε το κοτέτσι καμιά φορά, δεν μπορούμε να ανασάνουμε». Κι ο Σπύρος απάντησε «άντε γαμήσου, μωρή μαλακισμένη, άει στο διάολο από ‘δώ». Δεν τον είδα, αλλά άκουγα από μέσα. Είδα τη μάνα μου να μπαίνει από το μπαλκόνι στο καθιστικό, αναψοκοκκινισμένη και ταραγμένη και να μη βγάζει μιλιά. Πήγε στο κρεβάτι της και δεν εμφανίστηκε μέχρι να γυρίσει ο πατέρας μου από τη δουλειά.

«Τι έπαθες», τον άκουσα να της λέει από το χολ. Κάτι του ‘πε η μάνα μου κι αυτός της απάντησε με ένα ξερό «μάλιστα». Ύστερα μπήκαν στο σαλόνι, πρώτα αυτός, από πίσω εκείνη, του έβαλε να φάει, στο τελετουργικό της καθεμέρας μας όπου γυρνούσε ο πατέρας μου από τα μωσαϊκά-μάρμαρα λιωμένος από την κούραση και μες στον ιδρώτα και τη μαρμαρόσκονη, με άσπρα μαλλιά από τα εικοσικάτι του, έκανε μπάνιο, έτρωγε και μετά κοιμόταν ως το απόγευμα κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα αφού δεν ξυπνούσε με τίποτα. Έτσι έγινε κι εκείνο το μεσημέρι: Έκανε μπάνιο, έφαγε, ξάπλωσε να κοιμηθεί κι όταν ξύπνησε ετοιμάστηκε για το καφενείο σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Αλλά η μάνα μου, τώρα, δεν ήταν άλλο ταραγμένη ή αμίλητη.

Τον παρατηρούσα που έκανε τις ίδιες κινήσεις κάθε φορά. Μέχρι να ανοίξει δικό του καφενείο, ντυνόταν, χτένιζε το μουστάκι του, έφτιαχνε τα μαλλιά κάπως αδιάφορα με τα δάχτυλα, έβαζε κολόνια και έχωνε στις τσέπες τον πάκο με τα λεφτά και τα κλειδιά του, ρίχνοντάς μου μια συνωμοτική ματιά αν θέλω χαρτζιλίκι κι εγώ κουνούσα το κεφάλι για να μου βγάλει κάνα κατοστάρικο. Μετά, έλεγε πάντα «θα είμαι στον Θείο», δηλαδή στο συγκεκριμένο καφενείο όπου μπορούσαμε να τον βρούμε σε κάποια ανάγκη, που συνήθως σήμαινε «τρέξε στον πατέρα σου, στον Θείο», όταν γινόταν κάτι συνταρακτικό, δηλαδή καμιά επίσκεψη συγγενή ή ανάγκη για χρήματα σε έκτακτα ψώνια. Έφυγε για το καφενείο κι η μάνα μου στήθηκε στην μπαλκονόπορτα που έβλεπε στο κοτέτσι, τράβηξε την κουρτίνα και μετά από ένα λεπτό εμφανίστηκε στο πλάνο ο πατέρας μου. Πήγα κι εγώ δίπλα της όταν ακούστηκε από κάτω η φωνή του «Σπύρο, για κατέβα κάτω ένα λεπτό να σε πω».

Ο Σπύρος κατέβηκε αλλά ούτε ακούστηκε να του λέει κάτι, ούτε φάνηκε να του ψιθυρίζει οτιδήποτε. Τον έπιασε αμέσως από τον γιακά και τον κόλλησε στον τοίχο δίπλα απ’ το κοτέτσι και κάποια στιγμή σαν να μου φάνηκε πως ο Σπύρος ανέβηκε είκοσι πόντους απότομα, αλλά δεν πατούσε πουθενά, τον είχε σηκώσει με τα δύο χέρια και του μιλούσε ήρεμα, χωρίς να φτάνει ως εμάς το περιεχόμενο της κουβέντας. Δεν μιλούσε η μάνα μου, δεν μιλούσα κι εγώ. Κοιτούσαμε, σφιγμένοι. Θα πέρασε ένα λεπτό έτσι, με τον Σπύρο κολλημένο στον τοίχο και τον πατέρα μου να του λέει κάτι που δεν μάθαμε ποτέ. Ώσπου τον κατέβασε και τον πέταξε κάτω, με μια κίνηση που πρόδιδε αηδία. Εκεί σκέφτηκα πως θα έπρεπε να τον είχε πετάξει μέσα στο κοτέτσι, στις κουτσουλιές, θα ήταν πιο ταιριαστό, κι αν κάποτε βάλω αυτή την ιστορία σε μυθιστόρημα έτσι θα την τελειώσω, με τον Σπύρο να σέρνεται στις κουτσουλιές που αρνιόταν να καθαρίσει και είχε μετατρέψει τη γειτονιά σε εστία μόλυνσης.

Έμεινε εκεί, ηττημένος, ενώ ο δικός μου απλώς τίναξε τα χέρια, έφτιαξε τα ρούχα του και τα ταίριασε που είχανε βγει από τη σύντομη πάλη κι έφυγε προς το καφενείο, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Η μάνα μου έφυγε από το παράθυρο αλλά εγώ έμεινα εκεί, παρακολουθώντας τον να σηκώνεται, να φεύγει και να ξανάρχεται μετά από λίγο με ένα μικρό τσεκουράκι. Πήρε τις κότες, μία προς μία, και τις αποκεφάλισε όλες, με το πρόσωπο ξαναμμένο και χωρίς να σφυρίζει κάποιο χαρούμενο σκοπό, όπως συνήθιζε. Όταν τελείωσε τη σφαγή, έριξε στο αγροτικό του έναν καφέ μουσαμά και τις πέταξε επάνω, μετά τράβηξε το συρματόπλεγμα και το πέταξε κι αυτό, έβαλε μπρος κι εξαφανίστηκε. Το άλλο πρωί, πηγαίνοντας στο σχολείο, είδα πως είχε καθαρίσει και τις κουτσουλιές και το μέρος έμοιαζε σαν να μην υπήρξε κοτέτσι ποτέ.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

32 Apples On An Orange Tree

365032

31 The Number Of The Beast

365031

30 Riza

365030

29 Surfer Rosa

365029

28 Coma of Souls

365028

27 Lovedrive

365027

26 Να!

365026

25 ...And Justice for All

365025

24 Violator

365024

23 Spiritual Healing

365023

22 Ágætis byrjun

365022