Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

00001«Αρίστο! Παίρνεις και τον μικρό στο κυνήγι σήμερα; Άιντε, Νικόλα, μπράβο, να γίνεις άντρας!» Ανεβαίναμε με το αγροτικό του θειου μου στη Λεύκη, στο βουνό, περνώντας ανάμεσα στα αραιά σπίτια του χωριού όπου είχα γεννηθεί, πριν κατεβούν οι δικοί μου, μαζί με τους υπόλοιπους Πόντιους της γενιάς τους, στη γειτονιά που έφτιαξαν μπροστά στη θάλασσα. Ο δρόμος ήταν μια ευθεία τριών χιλιομέτρων και μετά μπερδευόταν με χαλίκια και λάσπες, άλλο τόσο, μέχρι τον πάνω μαχαλά, που τον παίρναμε με τα πόδια ή με τα ποδήλατα και τον αποκαλούσαμε «εφιάλτη στον δρόμο για τη Λεύκη», επειδή κάθε φορά συναντούσαμε κι από έναν λαφιάτη ή ανοίγαμε το βήμα όταν ο άνεμος έκανε τα καλαμπόκια να βγάζουν ήχους που έμοιαζαν με σύρσιμο οχιάς. Δεν ανεβήκαμε μέχρι το τέρμα του δρόμου, εκεί όπου άλλοτε μαζεύαμε ρίγανη και πετούσαμε χαρταετούς, όλο το σόι κι η γειτονιά. Έκανε αριστερά ο πατέρας μου, σε ένα μικρό οροπέδιο, που μου είχε φανεί σαν ένας κρυφός διάδρομος προσγείωσης.

Αυτός κατέβηκε, έκλεισε την πόρτα με εκείνο το χαρακτηριστικό χτύπημα που αργότερα μου έγινε γνωστό ως «σαν τον πατέρα σου κλείνεις τις πόρτες», με έναν ήχο που παίζει ακόμα στ’ αυτιά μου όποτε θελήσω να τον ανασύρω και περπάτησε προς το κέντρο της έκτασης. Ζώστηκε με τα φυσεκλίκια γύρω του, εξέτασε τον ουρανό και με έψαξε. «Άντε, κατέβα». Κοίταξα κι εγώ τον ουρανό, τρομαγμένος, και κατέβηκα. «Κάτσε εκεί, μην πλησιάζεις στο όπλο». Υπάκουσα. Πέρασε λίγη ώρα όπου απλώς κοιτούσαμε το γαλάζιο, αυτός περιμένοντας τα πουλιά, εγώ προσευχόμενος να έχουν αλλάξει διαδρομή για σήμερα, δεν με πείραζε να γίνω άντρας άλλη μέρα, είχα υπομονή. Αλλά κάποια στιγμή έκανε μια απότομη κίνηση με την μπερέτα, χόρεψε η κάννη μαζί με το σμήνος που ερχόταν κάθετα στη χαράδρα, έφτιαξε μισό κύκλο και πυροβόλησε. Και το θυμάμαι, επειδή το σκεφτόμουν μέρες μετά, πως δεν έβαλα το χέρι στ’ αυτιά. Στάθηκα όρθιος στον ήχο της σφαίρας, σαν άντρας.

Βλαστήμησε κάτι μέσα απ’ τα δόντια του και γέλασε. «Έχει αέρα», κάτι τέτοιο, ένιωθε πως με είχε απογοητεύσει. «Ναι», του απάντησα, βλέποντας τις μαργαρίτες να γέρνουν κόντρα στον άνεμο, αλλά περισσότερο από το φύσημα κάτω απ’ το σημείο όπου στεκόμασταν, που έφτανε πάνω σαν μουγκρητό. Θα το αναγνώριζα και τώρα το μέρος, τριάντα τόσα χρόνια μετά, από τον ήχο που κάνει ο αέρας χτυπώντας στην πλαγιά του βουνού. Το μόνο που έχω φοβηθεί στη ζωή μου είναι ο αέρας -μήτε τέρατα, μήτε ανθρώπους. Άναψε τσιγάρο, εκείνο τον Άσο Άφιλτρο που του έκανα τράκα στην εφηβεία και το πνίξιμο με έφτανε να κλαίω απ’ τον βήχα. Αλλά δεν κράτησε για ώρα το διάλειμμα, το επόμενο σμήνος ερχόταν από το ίδιο σημείο. Έσφιξα τα δόντια, που εκείνο τον καιρό, στα δέκα, ήδη μετρούσαν ένα λειψό από την μπάλα που είχα φάει στο πρόσωπο κι από τότε περιμένω υπομονετικά να έρθει η μέρα που θα βάλω, επιτέλους, μασέλα, να δαγκώσω κάτι χωρίς να ψάχνω με τη γλώσσα τα ψίχουλα ανάμεσά τους, τον παρακολούθησα να κάνει την ίδια χορογραφία ακολουθώντας το ταξίδι των πουλιών, ως τον δεύτερο πυροβολισμό. Νομίζω πως είδα και το φτερούγισμα, σαν αποχαιρετισμό στους συνταξιδιώτες του, ένα δευτερόλεπτο πριν πέσει στο έδαφος, τριάντα μέτρα πιο κάτω. Και νομίζω πως θυμάμαι τον ήχο που έκανε όταν έσκασε, άψυχο, στα χόρτα, αλλά ξέρω πως δεν τον θυμάμαι.

Με κοίταξε ευχαριστημένος και φορτωμένος με αγωνία. «Το είδες»; Λογικά θα του έγνεψα «ναι». Ξανασήκωσε την μπερέτα και φώναξε, χωρίς να με βλέπει, «τράβα φέρ’ το» κι εγώ έτρεξα, χωρίς να διστάσω στιγμή, στο σημείο όπου έβλεπα, καθαρά, το πουλί που είχε σκοτώσει. Κι όταν έφτασα δίπλα του πάγωσα. Δεν είχε πολύ αίμα, αλλά τα σκάγια το είχαν ανοίξει σχεδόν στα δύο, το ένα πόδι ψηλά, το άλλο δεν το ξεχώριζα αν υπήρχε. Καμιά φορά όταν τρώγαμε τα μαγειρεμένα πουλιά στην ξυλόσομπα η μάνα μου πρώτα δοκίμαζε με το μαχαίρι όλο το κρέας για απομεινάρια από σκάγια, μην τα δαγκώσουμε. Στεκόμουν, ακίνητος, με την πλάτη στον πατέρα μου, ακούστηκε άλλος ένας πυροβολισμός και κάτι μου φώναζε, δεν τον άκουγα, δεν θυμάμαι. Με χάιδεψε στο μπράτσο και με ρώτησε «τι έπαθες». Με γύρισε, είδε το πρόσωπο πνιγμένο στο κλάμα και δεν είπε τίποτα. Μου μπέρδεψε τα μαλλιά, έσκυψε να πάρει το σκοτωμένο πουλί και πήγε προς το αυτοκίνητο. «Μπες, πάμε σπίτι».

Ξαναμιλήσαμε για το πρώτο και τελευταίο κυνήγι μας είκοσι πέντε χρόνια μετά, αν και αυτός δεν νομίζω να το κατάλαβε. Του εξιστορούσα τις γέννες, τις ώρες αναμονής, το αίμα, τον πλακούντα, τα υγρά, τον ομφάλιο λώρο, τα σωθικά που είδα να πλημμυρίζουν την αίθουσα την ώρα που οι κόρες μου έβγαιναν στον κόσμο και το πρώτο πράγμα που έβλεπαν ήταν εμένα. «Πώς άντεξες και δεν λιποθύμησες, εσύ»... Στην πρώτη γέννα ήταν περίεργα, στη δεύτερη ήξερα και τη σειρά. Την τρίτη γέννα, πατέρα, αν χρειαστεί, την κάνω και μόνος μου. Με κοίταγε και σκεφτόταν. Χαμογελούσε. Δεν είπε τίποτα. Αλλά έδειχνε σαν κάτι να τον αλάφρυνε.

Ενοχλούμε;

Ενοχλούμε;

Για κάποιο λόγο, αυτοί που μου την πέφτουν περισσότερο είναι οι ναζιστές αεκτσήδες. Σελίδες οπαδών τ ...

Read more
Αυτοκόλλητο

Αυτοκόλλητο

Συζητούσανε όλοι &ga ...

Read more
Κερκιδάκι

Κερκιδάκι

Δίχως την παραμικρή σκέψη, αντάλλαζα την Τούμπα της Κυριακής με το κερκιδάκι στη Νέα Σμύρνη το Σάββα ...

Read more
Στράβωμα

Στράβωμα

ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός 2-3. Το ξέρω πως μερικοί πιστεύουν ότι καμιά φορά γράφω υπερβολές για τη μικρή χου ...

Read more
Ξεκόλλα

Ξεκόλλα

Δεν ξέρω αν είμαι «ο μ ...

Read more
Αναφορά

Αναφορά

«Ο Λαός του ΠΑΟΚ &alpha ...

Read more
Μάνου

Μάνου

Στα τέλη της δεκαε&t ...

Read more
Aποτυχημένοι

Aποτυχημένοι

Ο αγώνας Κυπέλλου με την Κέρκυρα, στις 7 Ιανουαρίου, θα έπρεπε να είναι το επίσημο τεστ των νέων μετ ...

Read more
Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος «ακροδεξιό&sig ...

Read more
Tσομπανόσκυλα

Tσομπανόσκυλα

Ο ΠΑΟΚ που ονειρ&epsil ...

Read more
Μέτρημα

Μέτρημα

Όλοι θα πεθάνουμε &ka ...

Read more
Ντάρμπι

Ντάρμπι

Ο πιο παλιός ορισμός για το «ντέρμπι» είναι ο αγώνας ανάμεσα σε δύο γειτονικές ομάδες, σε συλλόγους ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.