Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

00001«Αρίστο! Παίρνεις και τον μικρό στο κυνήγι σήμερα; Άιντε, Νικόλα, μπράβο, να γίνεις άντρας!» Ανεβαίναμε με το αγροτικό του θειου μου στη Λεύκη, στο βουνό, περνώντας ανάμεσα στα αραιά σπίτια του χωριού όπου είχα γεννηθεί, πριν κατεβούν οι δικοί μου, μαζί με τους υπόλοιπους Πόντιους της γενιάς τους, στη γειτονιά που έφτιαξαν μπροστά στη θάλασσα. Ο δρόμος ήταν μια ευθεία τριών χιλιομέτρων και μετά μπερδευόταν με χαλίκια και λάσπες, άλλο τόσο, μέχρι τον πάνω μαχαλά, που τον παίρναμε με τα πόδια ή με τα ποδήλατα και τον αποκαλούσαμε «εφιάλτη στον δρόμο για τη Λεύκη», επειδή κάθε φορά συναντούσαμε κι από έναν λαφιάτη ή ανοίγαμε το βήμα όταν ο άνεμος έκανε τα καλαμπόκια να βγάζουν ήχους που έμοιαζαν με σύρσιμο οχιάς. Δεν ανεβήκαμε μέχρι το τέρμα του δρόμου, εκεί όπου άλλοτε μαζεύαμε ρίγανη και πετούσαμε χαρταετούς, όλο το σόι κι η γειτονιά. Έκανε αριστερά ο πατέρας μου, σε ένα μικρό οροπέδιο, που μου είχε φανεί σαν ένας κρυφός διάδρομος προσγείωσης.

Αυτός κατέβηκε, έκλεισε την πόρτα με εκείνο το χαρακτηριστικό χτύπημα που αργότερα μου έγινε γνωστό ως «σαν τον πατέρα σου κλείνεις τις πόρτες», με έναν ήχο που παίζει ακόμα στ’ αυτιά μου όποτε θελήσω να τον ανασύρω και περπάτησε προς το κέντρο της έκτασης. Ζώστηκε με τα φυσεκλίκια γύρω του, εξέτασε τον ουρανό και με έψαξε. «Άντε, κατέβα». Κοίταξα κι εγώ τον ουρανό, τρομαγμένος, και κατέβηκα. «Κάτσε εκεί, μην πλησιάζεις στο όπλο». Υπάκουσα. Πέρασε λίγη ώρα όπου απλώς κοιτούσαμε το γαλάζιο, αυτός περιμένοντας τα πουλιά, εγώ προσευχόμενος να έχουν αλλάξει διαδρομή για σήμερα, δεν με πείραζε να γίνω άντρας άλλη μέρα, είχα υπομονή. Αλλά κάποια στιγμή έκανε μια απότομη κίνηση με την μπερέτα, χόρεψε η κάννη μαζί με το σμήνος που ερχόταν κάθετα στη χαράδρα, έφτιαξε μισό κύκλο και πυροβόλησε. Και το θυμάμαι, επειδή το σκεφτόμουν μέρες μετά, πως δεν έβαλα το χέρι στ’ αυτιά. Στάθηκα όρθιος στον ήχο της σφαίρας, σαν άντρας.

Βλαστήμησε κάτι μέσα απ’ τα δόντια του και γέλασε. «Έχει αέρα», κάτι τέτοιο, ένιωθε πως με είχε απογοητεύσει. «Ναι», του απάντησα, βλέποντας τις μαργαρίτες να γέρνουν κόντρα στον άνεμο, αλλά περισσότερο από το φύσημα κάτω απ’ το σημείο όπου στεκόμασταν, που έφτανε πάνω σαν μουγκρητό. Θα το αναγνώριζα και τώρα το μέρος, τριάντα τόσα χρόνια μετά, από τον ήχο που κάνει ο αέρας χτυπώντας στην πλαγιά του βουνού. Το μόνο που έχω φοβηθεί στη ζωή μου είναι ο αέρας -μήτε τέρατα, μήτε ανθρώπους. Άναψε τσιγάρο, εκείνο τον Άσο Άφιλτρο που του έκανα τράκα στην εφηβεία και το πνίξιμο με έφτανε να κλαίω απ’ τον βήχα. Αλλά δεν κράτησε για ώρα το διάλειμμα, το επόμενο σμήνος ερχόταν από το ίδιο σημείο. Έσφιξα τα δόντια, που εκείνο τον καιρό, στα δέκα, ήδη μετρούσαν ένα λειψό από την μπάλα που είχα φάει στο πρόσωπο κι από τότε περιμένω υπομονετικά να έρθει η μέρα που θα βάλω, επιτέλους, μασέλα, να δαγκώσω κάτι χωρίς να ψάχνω με τη γλώσσα τα ψίχουλα ανάμεσά τους, τον παρακολούθησα να κάνει την ίδια χορογραφία ακολουθώντας το ταξίδι των πουλιών, ως τον δεύτερο πυροβολισμό. Νομίζω πως είδα και το φτερούγισμα, σαν αποχαιρετισμό στους συνταξιδιώτες του, ένα δευτερόλεπτο πριν πέσει στο έδαφος, τριάντα μέτρα πιο κάτω. Και νομίζω πως θυμάμαι τον ήχο που έκανε όταν έσκασε, άψυχο, στα χόρτα, αλλά ξέρω πως δεν τον θυμάμαι.

Με κοίταξε ευχαριστημένος και φορτωμένος με αγωνία. «Το είδες»; Λογικά θα του έγνεψα «ναι». Ξανασήκωσε την μπερέτα και φώναξε, χωρίς να με βλέπει, «τράβα φέρ’ το» κι εγώ έτρεξα, χωρίς να διστάσω στιγμή, στο σημείο όπου έβλεπα, καθαρά, το πουλί που είχε σκοτώσει. Κι όταν έφτασα δίπλα του πάγωσα. Δεν είχε πολύ αίμα, αλλά τα σκάγια το είχαν ανοίξει σχεδόν στα δύο, το ένα πόδι ψηλά, το άλλο δεν το ξεχώριζα αν υπήρχε. Καμιά φορά όταν τρώγαμε τα μαγειρεμένα πουλιά στην ξυλόσομπα η μάνα μου πρώτα δοκίμαζε με το μαχαίρι όλο το κρέας για απομεινάρια από σκάγια, μην τα δαγκώσουμε. Στεκόμουν, ακίνητος, με την πλάτη στον πατέρα μου, ακούστηκε άλλος ένας πυροβολισμός και κάτι μου φώναζε, δεν τον άκουγα, δεν θυμάμαι. Με χάιδεψε στο μπράτσο και με ρώτησε «τι έπαθες». Με γύρισε, είδε το πρόσωπο πνιγμένο στο κλάμα και δεν είπε τίποτα. Μου μπέρδεψε τα μαλλιά, έσκυψε να πάρει το σκοτωμένο πουλί και πήγε προς το αυτοκίνητο. «Μπες, πάμε σπίτι».

Ξαναμιλήσαμε για το πρώτο και τελευταίο κυνήγι μας είκοσι πέντε χρόνια μετά, αν και αυτός δεν νομίζω να το κατάλαβε. Του εξιστορούσα τις γέννες, τις ώρες αναμονής, το αίμα, τον πλακούντα, τα υγρά, τον ομφάλιο λώρο, τα σωθικά που είδα να πλημμυρίζουν την αίθουσα την ώρα που οι κόρες μου έβγαιναν στον κόσμο και το πρώτο πράγμα που έβλεπαν ήταν εμένα. «Πώς άντεξες και δεν λιποθύμησες, εσύ»... Στην πρώτη γέννα ήταν περίεργα, στη δεύτερη ήξερα και τη σειρά. Την τρίτη γέννα, πατέρα, αν χρειαστεί, την κάνω και μόνος μου. Με κοίταγε και σκεφτόταν. Χαμογελούσε. Δεν είπε τίποτα. Αλλά έδειχνε σαν κάτι να τον αλάφρυνε.

Ρεκόρ

Ρεκόρ

14 Μαρτίου 1971, ο ΠΑΟΚ τ&omicro ...

Read more
Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος, μι&al ...

Read more
Καρναβάλια

Καρναβάλια

Φεβρουάριος 2004 και μία παρέα αποτελούμενη από δύο ατρόμητους Παοκτσήδες ξεκινά το ταξίδι με το αυτ ...

Read more
Βαφτίσια

Βαφτίσια

Πρέπει να είσαι κάπως ανόητος για να φωνάξεις σε έναν καλλιτέχνη, την ώρα που βρίσκεται στη σκηνή, « ...

Read more
Τροφοδοσία

Τροφοδοσία

Η πολύχρονη, αβάσταχ&tau ...

Read more
Σέλφι

Σέλφι

Τώρα εμείς της γενιάς μας ακούμε λολ και μένσιον και σέλφι και δεν έχουμε ιδέα τι εννοούν τα παιδιά. ...

Read more
Φέρμπι

Φέρμπι

O Φέρμπι (Furby) ήταν ένα αξιαγάπητο παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους, μια μαλακία, κάτι τόσο αηδια ...

Read more
0049

0049

Δευτέρα πρωί έφευγα ...

Read more
Ζαμάλεκ

Ζαμάλεκ

Είχε πάει, λέει, ως το αεροδρόμιο ένα φίλο Αιγύπτιο που γυρνούσε στην πατρίδα. Από πότε έχεις φίλους ...

Read more
Βαφακούντο

Βαφακούντο

Κριτική ΠΑΟΚ-Φιορεντίνα 0-1. Όπως τα πήρε τόσα ματς ο Άγγελος, έτσι έχασε αυτό με τη Φιορεντίνα. Δικ ...

Read more
0022

0022

Όποτε τον άκουγα να ...

Read more
Τούβλα

Τούβλα

Ξυπνάς κάθε πρωί με το άγχος τι μαλακία θα διαβάσεις πάλι και πόσο ρεζίλι θα γίνεις ως Παοκτσής. ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.