Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

Κονόμα

Κονόμα

Κάποια Σάββατα με...

Συγγνώμη

Συγγνώμη

Ζητώ δημοσίως...

Αργεντινή

Αργεντινή

Οι πρώτες μου...

Μαμά

Μαμά

Στο μπαλκόνι είχε...

Προσφορά

Προσφορά

Τι έχει προσφέρει...

Ρουφιάνος

Ρουφιάνος

Η κουλτούρα του...

Ιδρώτας

Ιδρώτας

Δυστυχώς, στο...

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

To μεγαλύτερο...

WC 2018 - Ρωσία

WC 2018 - Ρωσία

Για το αφιέρωμά μας...

Μαϊντανός

Μαϊντανός

Άντε ρε από ‘δώ που...

Αγγαρεία

Αγγαρεία

Μπορεί να ήταν...

  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35
  • Κονόμα

    Κονόμα

    Friday, 08 June 2018 12:57
  • Συγγνώμη

    Συγγνώμη

    Thursday, 07 June 2018 00:06
  • Αργεντινή

    Αργεντινή

    Wednesday, 06 June 2018 13:19
  • Μαμά

    Μαμά

    Saturday, 02 June 2018 18:14
  • Προσφορά

    Προσφορά

    Thursday, 31 May 2018 20:20
  • Ρουφιάνος

    Ρουφιάνος

    Thursday, 31 May 2018 13:49
  • Ιδρώτας

    Ιδρώτας

    Wednesday, 30 May 2018 18:40
  • WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    Wednesday, 30 May 2018 15:39
  • WC 2018 - Ρωσία

    WC 2018 - Ρωσία

    Wednesday, 30 May 2018 13:19
  • Μαϊντανός

    Μαϊντανός

    Tuesday, 29 May 2018 14:50
  • Αγγαρεία

    Αγγαρεία

    Monday, 28 May 2018 13:28

00001Αφήσαμε το φρεσκοβαμμένο σπίτι να αερίζεται και πήγαμε στα αδέρφια για να περάσουμε τη νύχτα. Δουλεύαμε μαζί, κάναμε και λίγη παρέα, τους είχαμε φιλοξενήσει για μια νύχτα μπιρίμπας που κατέληξε με τους δυο τους να ψάχνουν παγωτά ξημερώματα στην Όλγας επειδή είχαν χάσει το στοίχημα. Έμεναν σε ένα ημιυπόγειο, φοιτητικό, λίγο πιο πάνω στη Συνδίκα, δύο δωμάτια, μια κουζινούλα κι η τουαλέτα. Μας περίμενε στην πόρτα ο μικρός. «Ο άλλος έχει γκόμενα μέσα, πάμε κατευθείαν στο δωμάτιό μου». «Δεν παίζεται ο αδερφός σου, ρε φίλε, μέχρι και το βράδυ που θα μας φιλοξενήσει χωρίς γυναίκα δεν άντεξε». «Ε, τον ξέρετε, αφού είναι Δον Ζουάν».

Δεν είπαμε πολλά-πολλά, ήμασταν κουρασμένοι από το βάψιμο όλη μέρα, πέσαμε για ύπνο. Εμείς στο κρεβάτι του, ο μικρός σε ένα ράντσο στην άλλη πλευρά του δωματίου. Σχολιάσαμε γελώντας τα κατορθώματα του μεγάλου, που δεν είχε αφήσει θηλυκό στην ανατολική πλευρά της πόλης από τότε που είχανε έρθει Θεσσαλονίκη, με φανερή την ενόχληση του αδερφού του. «Εντάξει, το έχει παραξηλώσει, άλλη βρίσκω το πρωί κι άλλη το βράδυ». Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος και με ξύπνησε το συνθηματικό χτύπημα της Άννας όταν πρέπει οπωσδήποτε να δω κάτι, που μου το κάνει όταν καθόμαστε στο αστικό και κάποιος φοράει γαμπριάτικο κοστούμι του πενήντα με τραγική σαγιονάρα και μαύρο νύχι ή όταν ακούγεται εξαιρετικά ψεκασμένη συνομιλία από το βάθος ή, γενικώς, όταν θέλει να με ενημερώσει χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι οι γύρω -πρόκειται για ένα είδος επικοινωνίας που το έχουμε τελειοποιήσει τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια που είμαστε μαζί.

Ξύπνησα τη στιγμή που της ψιθύριζε, στην κουζίνα, «άσ’ τον να κοιμηθεί, δουλεύει αύριο, έλα σε μένα, να μην τον ενοχλείς». Αυτή δεν κατάλαβα τι του έλεγε, αλλά έφτανε μέσα στο σκοτάδι η άμυνά της, όχι πολύ στιβαρή αλλά όχι και εντελώς περάστε κόσμε. Κάπως την έπεισε και οι ψίθυροι μεταφέρθηκαν δίπλα μας. Την έφερε στο δωμάτιο, δεν καταφέραμε να καταλάβουμε πώς και γιατί. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, «έλα να δεις», «πιο σιγά», «κάτσε εδώ», τέτοια. Κάτσανε στο ράντσο, το ακούσαμε, η Άννα χτυπούσε το δάχτυλο πάνω μου ρυθμικά, στον κλασικό γηπεδικό ρυθμό που συνηθίζει και προσπαθούσαμε να κρατηθούμε απ’ τα γέλια καθώς ο μικρός συνέχιζε την προσπάθεια να ολοκληρώσει το έργο που άφησε ο μεγάλος. «Έλα, μπες κάτω απ’ την κουβέρτα, να μην κρυώνεις», αυτή αντιδρούσε «όχι, μια χαρά είμαι, δεν κρυώνω, πες μου», τι να της έλεγε, τι πρόλογο είχε ρίξει για να την φέρει τρία μέτρα από την κουζίνα στο δωμάτιο, τι διάολο κάνανε, δεν το ξεκαθαρίζαμε, γιατί ήρθε, γιατί έκατσε στο ράντσο μαζί του, ο άλλος μέσα ροχάλιζε, την έπινε, είχε δεύτερη γκόμενα, τι να έκανε, ήταν πολλά τα ερωτήματα της κατάστασης.

«Άμα αρχίσουν να πηδιούνται τι κάνουμε», κατάφερε να μου πει η Άννα με κώδικα, λίγο ψίθυρο, λίγο χτύπημα, λίγο σινιάλο με τα μάτια, γιατί το μόνο που βλέπαμε έτσι κουλουριασμένοι στο ξένο σπίτι από το λιγοστό φως που έμπαινε απ’ το παντζούρι ήταν ο ένας τα μάτια του άλλου. «Ελπίζω να του κάτσει, αλλιώς θα τη χώσει σε μένα, έτσι που είμαι γυρισμένος», της απάντησα και κάπου εκεί μας ξέφυγαν τα πρώτα γέλια, δηλαδή άρχισε το κρεβάτι μας να κουνιέται κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Σταμάτησαν για λίγο οι ψίθυροι, λίγο μετά μεταφέρθηκαν ξανά στην κουζίνα. «Τη γλιτώσαμε, μάλλον». «Κοιμήσου εσύ, εγώ δεν θα κλείσω μάτι, ποτέ δεν ξέρεις μ’ αυτούς που μπλέξαμε».

Με το πρώτο φως την ξύπνησα, «σήκω», ο μικρός κοιμόταν στο ράντσο, η πόρτα του μεγάλου κλειστή, γυναικεία παπούτσια απ’ έξω, κρασί με δύο ποτήρια κι ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα στην κουζίνα, ανοίξαμε την πόρτα και τρέξαμε σπίτι, όπου κοιμηθήκαμε ως το απόγευμα μέσα στην μπόχα της μπογιάς που δεν είχε τρόπο να φύγει εύκολα από το μικρό μας διαμέρισμα με μοναδική θέα τον ακάλυπτο μιας τσιμεντένιας ασχήμιας όπου περάσαμε κάποια χρόνια της ζωής μας τη δεκαετία του ενενήντα. «Τελικά»; Ρώτησε η Άννα. «Τελικά αυτή πήγε στην τουαλέτα, ο μικρός έβαλε κρασί και για τους δυο τους, αυτή βγήκε, τον καληνύχτισε και πήγε να κοιμηθεί με τον μεγάλο». «Μόνος του κάπνισε ένα πακέτο τσιγάρα»; «Όλα μόνος του τα έκανε χθες, μη ρωτάς άλλο, κοιμήσου».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

31 The Number Of The Beast

365031

30 Riza

365030

29 Surfer Rosa

365029

28 Coma of Souls

365028

27 Lovedrive

365027

26 Να!

365026

25 ...And Justice for All

365025

24 Violator

365024

23 Spiritual Healing

365023

22 Ágætis byrjun

365022

21 Μουσικές Ταξιαρχίες

365021