Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

00001Έπαιρνε πολλά χάπια, που τα κατάπινε με Sol, πίσω από τον πάγκο του μπαρ της αυλής. Έσκυβε, χανόταν για μισό λεπτό και τον ξανάβλεπες με ύφος προσποιητής άνεσης, να στρώνει το πουκάμισο μέσα από το μαύρο, υφασμάτινο παντελόνι με μια κίνηση κι έπειτα να στερεώνει την αγκράφα της ζώνης στο μέσο, επειδή μάλλον χρειαζόταν μία τρύπα ακόμα και ήταν χαλαρή.

Ήταν πολύ όμορφο παλικάρι, με χαρακτηριστικά αρχαίου Έλληνα και γωνίες, αλλά πέρα απ’ αυτό ένα σακί με κόκαλα. Δεν έτρωγε ποτέ μαζί μας πριν ή μετά τη βάρδια, όπου ο μάγειρας μας τάιζε με ό,τι θέλαμε από το μενού -εκτός από τα φιλέτα, που είχε υπολογίσει πως δεν έβγαινε το κόστος αγοράς αν τα έτρωγε το προσωπικό. Δεν ξέρω κι αν έτρωγε ποτέ ή την έβγαζε μόνο με τα χάπια, πάντως στα τρία χρόνια που τον γνώριζα και δουλεύαμε μαζί το μόνο που τον είδα να βάζει στο στόμα ήταν τσιγάρα, χάπια και μπύρες.

Από ένα σημείο και μετά, κάθε βράδυ, η επικοινωνία μαζί του ήταν αδύνατη. Τον καλύπταμε, όλοι, εξυπηρετούσαμε τα τραπέζια του, πηγαίναμε παραγγελίες και πληρωνόμασταν λογαριασμούς και τον αφήναμε να αδειάζει τασάκια, που κι αυτό το έκανε με λίγη δυσκολία στην ισορροπία. Στο σχόλασμα εξαφανιζόταν, πάντα χωρίς καληνύχτα. Ήταν από τους λίγους που είχε κινητό, εκείνα τα χρόνια, το θυμάμαι επειδή όταν δεν είχε δουλειά έπαιζε φιδάκι με τις ώρες και αν τον φώναζε πελάτης έλεγε «μισό λεπτό», κρυμμένος πίσω απ’ το μάρμαρο, μέχρι να χάσει.

Τα τραπέζια έξω ξεκινούσαν από το νούμερο 81 και έφταναν ως το 102. Είκοσι δύο μαρμάρινα, στρογγυλά τραπεζάκια, χωρισμένα στα δύο, δεξιά ο ένας σερβιτόρος, αριστερά ο άλλος, ένας μπαλαντέρ βοηθός και ασταμάτητη δουλειά από τις δέκα ως τα ξημερώματα, στις εποχές της μεγάλης δόξας και του χρηματιστηρίου, όπου η μισή Θεσσαλονίκη έβγαινε και η άλλη μισή την εξυπηρετούσε. Εκείνο το βράδυ, είχε κολλήσει με μια τύπισσα στο τραπέζι 91, αυτός θα ήταν, τότε, στα είκοσι πέντε, αυτή ίσως διπλάσιας ηλικίας, όχι, λίγο μικρότερη, στα σαράντα και κάτι. Αλλά τον έπαιζε, του γελούσε, του έγνεφε, αυτός είχε παρατήσει μέχρι και το κινητό για να της χαμογελάει και να της λέει διάφορα όσο σέρβιρε γύρω της, κάνοντάς τη να κακαρίζει από τα γέλια. Τον παρατηρούσαμε από το πλατύσκαλο και κοροϊδεύαμε. Στο τέλος της βραδιάς, μας έκανε ένα σινιάλο πως φεύγει μαζί της, να τον καλύψουμε. Του είπαμε «εντάξει» από απόσταση κι αυτός σύρθηκε πίσω της, παραπατώντας. Αγχωθήκαμε αν θα καταφέρει να κάνει δέκα βήματα πριν πέσει στην αυλή, έτσι που έτρεχε να τη φτάσει στην πόρτα, μα τα κατάφερε.

Το επόμενο απόγευμα τον περιμέναμε να μας διηγηθεί τη συνέχεια. Μπήκε με το κλασικό του βυσσινί καλοκαιρινό μπουφανάκι, που τότε ήταν της μόδας, σαν φλάι για καθωσπρέπει, έκατσε στην παρέα που πίναμε τον παραδοσιακό καφέ πριν αρχίσουμε τις δουλειές, στις εφτά παρά. «Τι έγινε, πώς πήγε χθες», ρώτησε ο πρώτος αλλά ο δικός μας δεν έδειξε να καταλαβαίνει. «Για την κοπέλα λέω, τη μεγαλοκοπέλα, από το 91, ντε, κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Σε πήγε σπίτι της»; Τον κοίταξε για ώρα στα μάτια, δείχνοντας πως προσπαθεί να θυμηθεί και ήταν μια στιγμή ανατριχίλας για όλους, καθώς γινόταν αντιληπτό πως είχε έρθει στη δουλειά ήδη φτιαγμένος. Ξεκόλλησε απότομα, σκέφτηκε λίγο, ρώτησε αντί να απαντήσει: «Το ’91, ρε μαλάκα, εγώ πήγαινα σχολείο στη Βέροια, εσύ που ξέρεις ποια κοπέλα είχα στο Γυμνάσιο»;

Σουρεαλισμός

Σουρεαλισμός

«Σουρεαλισμός» (&Ups ...

Read more
Πούλημα

Πούλημα

Στον τελικό του 2003 δεν είχα εισιτήριο. Ήταν να πάω, ήταν να μην πάω, περίεργη κατάσταση, τελικά δε ...

Read more
Υπομονή

Υπομονή

Σοβαρά τώρα, σ’ εμένα θα κάνεις μάθημα για την υπομονή; Σ’ εμένα θα κουνήσεις το δάχτυλο και θα με δ ...

Read more
Γαστρεντερίτιδα

Γαστρεντερίτιδα

Το μόνο χειρότερο απ ...

Read more
Πάπιγκo

Πάπιγκo

Οι άνθρωποι που μας πάντρεψαν δε νιώθουν από μπάλα κι αυτό φάνηκε όταν μας έκαναν δώρο ένα τετραήμερ ...

Read more
Μπογιά

Μπογιά

H τελευταία ερώτηση ...

Read more
Επαγγελματίες

Επαγγελματίες

Χρειάζεται και γραπτή ανάλυση αυτό το σχεδιάγραμμα των «επαγγελματιών» που φόρεσαν τις φανέλες ΠΑΟΚ ...

Read more
Αστικό

Αστικό

Πριν από εικοσιτόσα χρόνια ήμουν σαν αυτούς. Τώρα είμαι ο «μεγάλος» που τους ακούει και τους παρατηρ ...

Read more
Μόρφωση

Μόρφωση

Δικέφαλε, μεγάλωσα και άλλαξαν πολλά, αλλά ότι θα έπρεπε να κόψω και την πιο αγαπημένη μου συνήθεια ...

Read more
Ατζέντης

Ατζέντης

- Hello.- Hello, Mr. Agent, I’m calling from PAOK…- Yes, yes, I know who you are.- So, ...

Read more
Άμστερνταμ

Άμστερνταμ

Μία από τις μεγαλύτε&r ...

Read more
Ρουφιάνοι

Ρουφιάνοι

Από το 1968, σχεδόν πενήντα χρόνια τώρα, πέντε φορές έχουν διακοπεί αγώνες στην Τούμπα κι έτυχε να ε ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.