Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

00001Έπαιρνε πολλά χάπια, που τα κατάπινε με Sol, πίσω από τον πάγκο του μπαρ της αυλής. Έσκυβε, χανόταν για μισό λεπτό και τον ξανάβλεπες με ύφος προσποιητής άνεσης, να στρώνει το πουκάμισο μέσα από το μαύρο, υφασμάτινο παντελόνι με μια κίνηση κι έπειτα να στερεώνει την αγκράφα της ζώνης στο μέσο, επειδή μάλλον χρειαζόταν μία τρύπα ακόμα και ήταν χαλαρή.

Ήταν πολύ όμορφο παλικάρι, με χαρακτηριστικά αρχαίου Έλληνα και γωνίες, αλλά πέρα απ’ αυτό ένα σακί με κόκαλα. Δεν έτρωγε ποτέ μαζί μας πριν ή μετά τη βάρδια, όπου ο μάγειρας μας τάιζε με ό,τι θέλαμε από το μενού -εκτός από τα φιλέτα, που είχε υπολογίσει πως δεν έβγαινε το κόστος αγοράς αν τα έτρωγε το προσωπικό. Δεν ξέρω κι αν έτρωγε ποτέ ή την έβγαζε μόνο με τα χάπια, πάντως στα τρία χρόνια που τον γνώριζα και δουλεύαμε μαζί το μόνο που τον είδα να βάζει στο στόμα ήταν τσιγάρα, χάπια και μπύρες.

Από ένα σημείο και μετά, κάθε βράδυ, η επικοινωνία μαζί του ήταν αδύνατη. Τον καλύπταμε, όλοι, εξυπηρετούσαμε τα τραπέζια του, πηγαίναμε παραγγελίες και πληρωνόμασταν λογαριασμούς και τον αφήναμε να αδειάζει τασάκια, που κι αυτό το έκανε με λίγη δυσκολία στην ισορροπία. Στο σχόλασμα εξαφανιζόταν, πάντα χωρίς καληνύχτα. Ήταν από τους λίγους που είχε κινητό, εκείνα τα χρόνια, το θυμάμαι επειδή όταν δεν είχε δουλειά έπαιζε φιδάκι με τις ώρες και αν τον φώναζε πελάτης έλεγε «μισό λεπτό», κρυμμένος πίσω απ’ το μάρμαρο, μέχρι να χάσει.

Τα τραπέζια έξω ξεκινούσαν από το νούμερο 81 και έφταναν ως το 102. Είκοσι δύο μαρμάρινα, στρογγυλά τραπεζάκια, χωρισμένα στα δύο, δεξιά ο ένας σερβιτόρος, αριστερά ο άλλος, ένας μπαλαντέρ βοηθός και ασταμάτητη δουλειά από τις δέκα ως τα ξημερώματα, στις εποχές της μεγάλης δόξας και του χρηματιστηρίου, όπου η μισή Θεσσαλονίκη έβγαινε και η άλλη μισή την εξυπηρετούσε. Εκείνο το βράδυ, είχε κολλήσει με μια τύπισσα στο τραπέζι 91, αυτός θα ήταν, τότε, στα είκοσι πέντε, αυτή ίσως διπλάσιας ηλικίας, όχι, λίγο μικρότερη, στα σαράντα και κάτι. Αλλά τον έπαιζε, του γελούσε, του έγνεφε, αυτός είχε παρατήσει μέχρι και το κινητό για να της χαμογελάει και να της λέει διάφορα όσο σέρβιρε γύρω της, κάνοντάς τη να κακαρίζει από τα γέλια. Τον παρατηρούσαμε από το πλατύσκαλο και κοροϊδεύαμε. Στο τέλος της βραδιάς, μας έκανε ένα σινιάλο πως φεύγει μαζί της, να τον καλύψουμε. Του είπαμε «εντάξει» από απόσταση κι αυτός σύρθηκε πίσω της, παραπατώντας. Αγχωθήκαμε αν θα καταφέρει να κάνει δέκα βήματα πριν πέσει στην αυλή, έτσι που έτρεχε να τη φτάσει στην πόρτα, μα τα κατάφερε.

Το επόμενο απόγευμα τον περιμέναμε να μας διηγηθεί τη συνέχεια. Μπήκε με το κλασικό του βυσσινί καλοκαιρινό μπουφανάκι, που τότε ήταν της μόδας, σαν φλάι για καθωσπρέπει, έκατσε στην παρέα που πίναμε τον παραδοσιακό καφέ πριν αρχίσουμε τις δουλειές, στις εφτά παρά. «Τι έγινε, πώς πήγε χθες», ρώτησε ο πρώτος αλλά ο δικός μας δεν έδειξε να καταλαβαίνει. «Για την κοπέλα λέω, τη μεγαλοκοπέλα, από το 91, ντε, κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Σε πήγε σπίτι της»; Τον κοίταξε για ώρα στα μάτια, δείχνοντας πως προσπαθεί να θυμηθεί και ήταν μια στιγμή ανατριχίλας για όλους, καθώς γινόταν αντιληπτό πως είχε έρθει στη δουλειά ήδη φτιαγμένος. Ξεκόλλησε απότομα, σκέφτηκε λίγο, ρώτησε αντί να απαντήσει: «Το ’91, ρε μαλάκα, εγώ πήγαινα σχολείο στη Βέροια, εσύ που ξέρεις ποια κοπέλα είχα στο Γυμνάσιο»;

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος «ακροδεξιό&sig ...

Read more
Νίνης

Νίνης

Η μεγάλη μου κόρη έχει ποδοσφαιρικό ένστικτο. Από τον πρώτο αγώνα που είδε στη ζωή της, ξεχώρισε αμέ ...

Read more
320

320

Με την απόφαση να μετ&alp ...

Read more
Παπαδόπουλος

Παπαδόπουλος

Δεν ξέρω πόσες εκδρομές έχω πάει, αλλά έχω γνωρίσει πολύ κόσμο τόσα χρόνια στα πήγαινε-έλα (ή «πάνε- ...

Read more
Ξενοδοχείο

Ξενοδοχείο

Όπως φαίνεται, όλοι οι ποδοσφαιριστές αγαπούν τον Άγγελο. Κακό λόγο για τον Άγγελο δεν έχει πει κανε ...

Read more
Ρόλφι

Ρόλφι

Επειδή χρέος μας είναι η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας σε κάθε ευκαιρία, θεωρώ πως έφτασε η ώρ ...

Read more
Μίκρα

Μίκρα

ΠΑΟΚ-Αναγέννηση Βύρωνα 26-21. Τώρα βρήκαμε καινούργιο μπελά. Ξέρουμε ανάγνωση. Όπου πάμε, ό,τι κι αν ...

Read more
Τσανάκαλης

Τσανάκαλης

Αυτό τώρα με το νέο «Ύμνο του ΠΑΟΚ» να μην το σχολιάσω. Και τον Ύμνο και τον ποιητή, τον οποίο άκουσ ...

Read more
Άντε

Άντε

Την ώρα που όλοι βλέπαμε το ίδιο έργο. Την ώρα που παρακολουθούσαμε, σε ζωντανή μετάδοση, τον ίδιο ε ...

Read more
0019

0019

Έπαιξε ένα ματς ως α&lambda ...

Read more
Χάσαμε

Χάσαμε

Επιστρέφαμε στην Καβάλα με τον Θοδωρή κι έναν ακόμα, νομίζω ήταν ο Μιχαλάκης. Το αμάξι πήγαινε μόνο ...

Read more
Αδικημένοι

Αδικημένοι

Στο μυαλό του τυπικού νεαρού βάζελου, η ομάδα του είναι η πιο αδικημένη της τελευταίας εικοσαετίας. ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.