Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

newtonΑπό συνήθεια, ψάξαμε τις τσέπες για τίποτα ξεχασμένα ψιλά. Προχωρούσαμε από Λαμπράκη για την 4, περνούσαμε μέσα από τη λαϊκή της Τετάρτης,

τι ιστορία κι αυτή στα μεσημεριανά ματς του Κυπέλλου με τους μανάβηδες, έλα, κυρία μου, ξεπούλημα, έλα 50 φράγκα το αγγουράκι να πάω σπίτι μου, κολοκύθι για το Λούβρο έχω, έλα, μαντάμ, από δίπλα κάτι χιλιάδες Παοκολέδες να περπατάνε και να χοροπηδάνε παράλληλα, σε άλλο σύμπαν, ο Θρύλος κι ο Πειραιάς, Βου-Βου-Βουλινός, οι μανάβηδες, ο λαός, και στη μέση ο Μάκης που ανήκε και στα δύο στρατόπεδα, τέλος πάντων, άλλη φορά αυτό.

Η νυν σύζυγος, ως συνήθως, κουβαλούσε ψιλά. Στην Τούμπα πάντα είχε γυναίκα αστυνομικό, έπρεπε να τα αφήσει στο σπίτι. Στα εκτός ήξερε, δεν την έλεγχε κανένας, ποτέ δεν είχανε γυναίκα στην επαρχία, περνούσε στις τσέπες ψιλά, αναπτήρες, ανοιχτήρια, ζωντανά κοτόπουλα, λεωφορεία ολόκληρα να είχε στην κωλοτσέπη κανείς δεν τη σταματούσε, παρακαλώ, εσείς περάστε από εδώ, οι υπόλοιποι βγάλτε και τα μποτάκια. Σεξισμός, σου λέει μετά. 70 δραχμές είχε συνολικά, για τους νεότερους περίπου 20 σεντς. Συνήθως τα παίρναμε σπόρια ή παζαρεύαμε καμιά κοκαλόλα από τις καντίνες, πάντα κάποιος τα έπαιρνε για να μην τα πάρει η αστυνομία. Εκείνη τη μέρα μου έλειπε λίγη ενέργεια, οπότε πλησίασα ένα μανάβη και του είπα «με 70 φράγκα παίρνω ένα μήλο»; Βεβαίως, είπε ο μανάβης και μου το έδωσε.

 

Στο ψάξιμο, στην 4, μεγάλες στιγμές. «Τι είναι αυτό που κρατάς»; «Δε φαίνεται τι είναι, κύριε αστυνόμε μου»; «Φαίνεται, γι’ αυτό ρωτάω». «Νου και α = να, Νανά, να ένα μήλο, τι να σου πω». «Θα το φας; Δεν πιστεύω να το πετάξεις μέσα». «Μα τι λέτε, κύριε αστυνόμε μου, να πετάξω μήλο που δεν έχω φάει τίποτα από το πρωί; Θέλετε να το φάω τώρα, εδώ, μπροστά σας»; «Όχι, εντάξει, πέρνα».

 

Βρίσκουμε το καλύτερο σημείο κάπου στα σύρματα ανάμεσα σε 4 και 4Α, υπολογίζουμε με τα τσακαλάκια τριγύρω, Νεύτωνες με υπνοστεντόν, τους Νόμους της Φυσικής, τον άνεμο, την καμπύλη, την τροχιά, την υγρασία, τον άξονα της Γης, λοιπόν, αποφασίσαμε, από εδώ αν το ρίξουμε μέχρι και στον πάγκο τους φτάνει. Ποιος θα το ρίξει, πάει να ανοίξει μια κουβέντα, αλλά οι υπόλοιποι του αυτοσχέδιου εργαστηρίου κάπως έτρεμαν όλοι, μια αναταραχή στο κεφάλι την είχαν από τα χάπια, εγώ πάντα μια χαρά, ενημέρωσα, λοιπόν, κάντε χώρο να πάρω φόρα και του τη ρίχνω. Ανοίγει μπροστά μου δυο-τρία μέτρα ο κόσμος, τεντώνομαι, σφίγγω το μήλο, καρφώνομαι στο στόχο, δεν είχα πάει και στρατό ακόμα να ξέρω πως πρέπει να έχω το στόμα ανοιχτό.

 

Εγώ θυμάμαι πως ήταν ο Τοχούρογλου. Η νυν σύζυγος δεν το θυμάται. Μπορεί να ήταν και ο Ατματσίδης, θυμάμαι τέλος πάντων πως όταν είχαμε πάρει μεταγραφή έναν τερματοφύλακα είχα σχολιάσει «κι εγώ του πέταξα μήλο». Άρα υποψήφιοι είναι αυτοί οι δύο και ίσως ο Χαλκιάς, ένας από τους τρεις. Λίγο πριν φύγει το μήλο για τον τερματόρο των αντιπάλων και λίγο μετά την έναρξη του ματς, άρα εφόσον τον έβρισκα θα κερδίζαμε μία αναγκαστική αλλαγή, φωνάζει ένας από τους τρεμάμενους επιστήμονες που με στήριξαν στην προσπάθεια «μη! Όχι! Περίμενε!», περιμένω κι εγώ, δεν το ρίχνω. «Αδερφέ, θα σε βγάλουν καμιά φωτογραφία οι μπάτσοι έτσι όπως θα το ανοίξεις το κεφάλι και θα σε τρέχουνε, ελάτε, ρε, να τον κυκλώσουμε να μη φαίνεται το παιδί», περιμένω κι εγώ να με κυκλώσουν, τριγύρω υπήρχε ήδη μια αναταραχή, αγχωνόταν ο κόσμος, άντε, ρε παιδιά, πετάχτε το μήλο να πανηγυρίσουμε, «έλα, εντάξει είμαστε τώρα, ρίχ’ το», φώναξε ο βασικός επιστημονικός συνεργάτης μου που πρόλαβε το κακό, «παιδιά, πυκνώστε να μη φαίνεται το παλικάρι».

 

Αυτοί που με έκρυβαν ήταν στο από κάτω σκαλί, σκυμμένοι και σχεδόν διπλωμένοι στη μέση. Εγώ ήμουν στο πάνω σκαλί, όσοι με ξέρετε κοντά 1,90 μπόι, έφταναν, με τη φράντζα των 90ς, ως το γόνατό μου, τι να σας πω, μια χαρά με κρύβανε, τέλος πάντων, δεν το έκανα θέμα, τεντώνομαι πάλι, σημαδεύω, τον έχω. Φεύγει το μήλο στον αέρα κι εκεί το μετανιώνω. Τι μαλακίες κάνεις, σκέφτομαι, τι σου φταίει τώρα ο τερματοφύλακας, τη δουλειά του κάνει, μπορεί να ‘χει και παιδιά, να μας δείξει τώρα και καμιά τηλεόραση να μπαινοβγαίνουμε στις φυλακές για μια μαλακία, είχα και την κοπελιά μαζί, αυτή τι φταίει να μεγαλώσει τα παιδιά μας κι εγώ ισόβια, να με βλέπουν στο επισκεπτήριο τα μωρά, τέτοια σκεφτόμουν, αλλά τίποτα δεν μπορούσα να αλλάξω, το μήλο έφυγε με όση δύναμη είχα, ακολούθησε τους Νόμους της Φυσικής, έσκασε χαμηλά στα σύρματα της 4 κι έπεσε πάνω σε κάτι δικούς μας που κάνανε νταραβέρια στα χαμηλά, κούνησαν έτσι τους ώμους τους και τίναξαν τα μαλλιά τους να πέσουν τα απομεινάρια, συνέχισαν τη δουλειά τους σα να μην τρέχει τίποτα, χαμπάρι δεν πήρανε. Έπρεπε να το ρίξω εγώ, είπε ο ένας από τους τελειωμένους στο κάτω σκαλί, τουλάχιστον τα σύρματα θα τα περνούσα.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB