Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

ormenion

Για να πας από Ξάνθη στο Ορμένιο είχε δύο τρένα τη μέρα. «Ταχείες» τα ονόμαζαν, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Αυτό που έπαιρνα πάντα εγώ ξεκινούσε μεσάνυχτα από Αθήνα, έφτανε μεσημέρι-απόγευμα στην Ξάνθη και ήμουν στη γιαγιά, στο τελευταίο χωριό της γραμμής, συνήθως κατά τα μεσάνυχτα.

Μόλις μπαίναμε στην Ορεστιάδα, κόβανε το τρένο και άφηναν τη μηχανή με δύο βαγόνια για να συνεχίσει πιο πάνω, μέχρι τα Δίκαια όπου έκανε τέρμα. Αν στο τρένο υπήρχε επιβάτης, όπως καλή ώρα εγώ και κακή ώρα για τους υπαλλήλους του ΟΣΕ, η μηχανή με το δικό μου βαγόνι έκανε άλλο ένα τέταρτο ως το Ορμένιο. Το βορειότερο σημείο της Ελλάδας, που το έγραφε και το βιβλίο της Γεωγραφίας κι εγώ καμάρωνα. Με ξεφόρτωναν, έκαναν μια απίστευτη μανούβρα μισή ώρα με εκείνα τα περίεργα σύνεργα που κάνουν στα καουμπόικα για να αλλάζουν γραμμές στις ράγες και πάλι πίσω. Πόσα βρισίδια θα έχω φάει, που πήγαινα στο χωριό τρεις-τέσσερις φορές το χρόνο. Γιατί την αγαπούσα πολύ τη σχωρεμένη τη γιαγιάκα, που άλλη γιαγιά ή παππού δεν είχα από μικρός, αλλά στο χωριό είχε και άλλα πράματα που με τραβούσαν όποτε έβρισκα ευκαιρία: Όλα τα αγόρια ήταν μεταλλάδες και όλα τα κορίτσια ήταν όμορφα.

Η ώρα άφιξης της «ταχείας» στην Ξάνθη ήταν κινητή εορτή. Το νωρίτερο που μπορούσε να φτάσει, αν ήταν, ας πούμε, καινούργιο τρένο και όλες οι ράγες λαδωμένες και δεν καθυστερούσε πουθενά -σπάνιο πράγμα- ήταν στις δυόμιση. Συνήθως έφτανε κατά τις τρεις-τέσσερις, ενώ υπήρξαν και ταξίδια που περιμέναμε στο σταθμό μέχρι και τις επτά, σε χιόνια, κακοκαιρίες ή περιπτώσεις που απλώς κανείς δεν ήξερε να μας πει γιατί αργούσε. Να περιμένεις τόσες ώρες με το νέο Metal Hammer στο σταθμό, που έφτανες να διαβάζεις στο τέλος τις νέες κυκλοφορίες στα δισκάδικα και να σημειώνεις ποιους δίσκους θα αγοράσεις όταν επιστρέψεις, να έχεις ξεκοκαλίσει τα Σπορ και τον Φίλαθλο μέχρι τις μικρές αγγελίες και τις φωτογραφίες από τα σκυλάδικα, να καπνίζεις κάνα πακέτο υπό τα αηδιασμένα βλέμματα των συνταξιδιωτών επειδή το βλέπανε πως είσαι πραγματικά πολύ μικρός για τα Camel σου -το μόνο πράγμα που βοηθούσε κάπως ήταν το γουόκμαν, με πακέτο μπαταρίες για όλο το ταξίδι, που τελείωναν μέχρι να ανεβείς στο τρένο γιατί τότε οι μπαταρίες δεν ήταν της σημερινής ποιότητας και μετά από πέντε Master Of Puppets ή Beneath The Remains έμενες να ξαναβάζεις και να δοκιμάζεις ποιες έχουν έστω λίγη ενέργεια ακόμα για να τα ακούς σε slow-motion. Και όποιος έχει ακούσει Thrash Metal με ξελιγωμένες μπαταρίες ξέρει τι εννοώ.

Το δεύτερο τρένο που πήγαινε μέχρι τον Έβρο περνούσε το βράδυ. Μετά τα μεσάνυχτα. Συνεπώς, δε σε έπαιρνε να χάσεις το μεσημεριανό -όχι πως ήταν πολύ πιθανό να το χάσεις, ακόμα κι αν ήθελες, έτσι που αργούσε κάθε φορά. Αυτός ήταν και ο λόγος που η μάνα μου δεν μπορούσε να καταλάβει το πρωτοφανές μου άγχος «να φύγω νωρίς, να μη χάσω το τρένο». Από το πρωί την είχα στο μπίρι-μπίρι, «τελείωνε, ρε μάνα, φτιάξε τη βαλίτσα να φύγω για Ξάνθη νωρίς, ποτέ δεν ξέρεις με τον ΟΣΕ». Αυτή την έφτιαχνε, εγώ τη σαμποτάριζα, «ρε μάνα, μόνο δύο σωλήνες μου έβαλες, πού είναι ο τρίτος, ο καλός»; «Τον φοράς, παιδάκι μου». Μάλιστα. Και από μπλούζες; «Έχεις βάλει την Anthrax, την One, τη South Of Heaven, την Damage, τη Master, την αμάνικη με τη στάμπα Toxic Trace, αλλά δε βρίσκω πουθενά τη Motorhead». «Ποια είναι αυτή; Με τους σταυρούς»; «Όχι, ρε μάνα, αυτή με το τρένο με τα δόντια, χωρίς αυτή δεν πάω πουθενά». Ανέβαινε στο πλυσταριό, έψαχνε στα άπλυτα, έψαχνε στα απλωμένα, έψαχνε στα ασιδέρωτα, πουθενά το τρένο με τα δόντια. Την είχα κρύψει. Περνούσε η ώρα, κάποια στιγμή την έβγαλα, «έλα, εδώ ήταν, κάτω από το κρεβάτι». «Αχ, βρε πουλάκι μου, άντε να πας στη γιαγιά σου να συμμαζέψω επιτέλους αυτό το αχούρι».

Με τα πολλά, κατάφερα να φύγω οριακά, φροντίζοντας να τονίζω διαρκώς το πόσο αγχώνομαι μη χάσω το τρένο. Έφτασα με το ΚΤΕΛ στην Ξάνθη, έκανα μια βόλτα τριγύρω, βρήκα αυτό που έψαχνα εύκολα. Μπήκα στο καφενείο, καλησπέρα, καλησπέρα. Είστε ανοιχτά μέχρι το βράδυ; Είμαστε. Ωραία, μήπως θα μπορούσα να αφήσω εδώ τη βαλίτσα για να πάω κάπου (δε θυμάμαι τι καγκουριά δικαιολογία τους είπα) και να περάσω να την πάρω το απόγευμα; Μα, φυσικά, αγόρι μου, να, βάλ’ την εδώ, θα σου την προσέχω μέχρι να γυρίσεις. Άλλα χρόνια, αθώα και όμορφα, είχες να εμπιστεύεσαι έναν ξένο να αφήσεις την περιουσία σου. Και ο ξένος να εμπιστευτεί έναν άσχετο δίμετρο με χαίτες και τσουλούφια που όταν έστριβε δε φαινόταν από το πλάι σα χαλκομανία, με παντελόνι κολλητό πάνω από τα κόκαλα και μπλουζάκι με κάτι τέρατα κι αίματα και τα σχετικά.

Στην είσοδο του καφενείου, όπως και σε όλα, σχεδόν, τα μαγαζιά στο κέντρο της Ξάνθης, η ίδια αφίσα-επιβεβαίωση: Φιλικός αγώνας Α.Ο. Ξάνθη-ΠΑΟΚ. Ούτε Σκόντα ούτε τίποτα τότε, σκέτο «Ξάνθη» η νεοφώτιστη ομάδα της Θράκης. Το ματς ήταν απόγευμα, είχα ακόμα ώρες για βόλτες, τελείωνε πολύ πριν το βραδινό τρένο, όλα κομπλέ. Πήγα στην πλατεία της πόλης, ήπια καφέ, διάβασα δύο αθλητικές εφημερίδες, έφαγα, ξαναήπια καφέ, ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς δε διάβασα πουθενά πως δεν παίζει ο Μαγκντί. Για να πάθω τέτοια πλάκα όταν μπήκα στο γήπεδο, ή δεν το γράφανε καθόλου ή εγώ το παρέλειψα πάνω στη μεγάλη μου χαρά για την επιτυχία του τρομερού σχεδίου εξαπάτησης της μάνας μου για να πάω στο ματς. Σε ακόμα ένα ματς, καθώς πριν λίγες μέρες είχα πάει και στην Τούμπα, στο ΠΑΟΚ-Άρης, αλλά εκεί είχα συνένοχο και άλλοθι κανονισμένο, τώρα ήμουν μονάχος μέσα στους σαράντα βαθμούς.

Πριν ξεκινήσω για το γήπεδο, κάνω και το τηλεφώνημα που θα έκλεινε τον κύκλο της απάτης: «Έλα, μάνα, δε θα το πιστέψεις, το έχασα. Ναι. Άσε, μέσα στα νεύρα είμαι. Ε, τι να κάνω, θα περιμένω το βραδινό. Όχι, τι να γυρίσω, θα μείνω εδώ, να μην κάνω τσάμπα έξοδα. Όχι, μην του πεις τίποτα του πατέρα, δε χρειάζεται, θα περιμένω στο σταθμό. Ναι, έφαγα. Δύο σουβλάκια. Καθαρά ήταν. Ναι, ναι, σε εστιατόριο, με σαλάτα και κοκακόλα. Και φέτα, ναι, απ’ όλα μου φέρανε, πιο καθαρά κι απ’ το σπίτι ήταν. Που λέει ο λόγος, ρε μάνα, πιο καθαρά απ’ το σπίτι μας δεν έχει πουθενά. Ναι, πίνω πολύ νερό, μην ανησυχείς. Ε, έχει τουαλέτες εδώ, άμα χρειαστεί θα πάω. Καλά, καλά, θα βάλω χαρτομάντηλο στο καθίκι, ξέρω, δε θα κολλήσω καμιά αρρώστια. Εντάξει, σου είπα, όλα καλά, μην ανησυχείς. Ε, είδες που το έχασα, σου το έλεγα, άμα είχες βάλει όλα τα ρούχα στη βαλίτσα στην ώρα τους τώρα θα είχα φτάσει Κομοτηνή. Άντε, πάρε στη γιαγιά και πες να μη με περιμένουν το βράδυ, θα φτάσω αύριο το πρωί. Ναι, ναι, μόλις φτάσω θα σε πάρω τηλέφωνο. Άντε γεια».

Απαλλαγμένος από κάθε αγωνία, πλέον, βγαίνω για το γήπεδο του ΑΟΞ. Με θυμάμαι με μια κοκακόλα στο χέρι, τσιγαράκι στο δρόμο, ένα μαύρο πράμα όρθιο με τα τσουλούφια να ανεβοκατεβαίνουν σε κάθε βήμα των καινούργιων σπορτέξ-φούσκες, γιατί κάθε φορά που πήγαινα πάνω αγόραζα καινούργια σπορτέξ να θαμπώσω τους βλάχους, που παραγγέλνανε από έναν κατάλογο όλο το χωριό και συνέχεια είχαν καλύτερα -όλο το χωριό από τον ίδιο κατάλογο, από τη Γερμανία. Φτάνω στο γήπεδο, πάω στα εισιτήρια, ρωτάω εκεί γύρω αν θα έχει Παοκτσήδες, είχε αρκετό κόσμο, πετάω το τσιγάρο, χώνω πιο βαθιά το πακέτο στην τσέπη να μη φαίνεται που στο σωλήνα μπορούσες να μετρήσεις και τα λεφτά που κουβαλάω πάνω μου από τα δέκα μέτρα, να σου η χειρότερη συνάντηση που μπορούσε να γίνει. Με το περπάτημα της άπλας και τον αέρα του ουδέτερου παράγοντα του τοπικού αθλητισμού, ο πρόεδρος της ομάδας του χωριού με δυο-τρεις παρατρεχάμενους πλησίαζε στα εκδοτήρια. Βρε, βρε, καλώς τον.

Τι δουλειά έχεις εδώ, δεν έφυγες στο χωριό; «Ε, έχασα το τρένο, άσε, με έπρηξε η μάνα από το πρωί, με καθυστέρησε με τα ρούχα, την ξέρεις». Μάλιστα, μάλιστα. Και έχασες το τρένο; «Ναι, μέσα στα νεύρα είμαι. Ευτυχώς είδα τις αφίσες για τον αγώνα, να περάσει η ώρα». Α, τώρα τις είδες τις αφίσες. Δεν το ήξερες. «Ε, πού να το ξέρω, ασχολείται κανένας με τα φιλικά». Τα πράματά σου πού είναι; «Τα άφησα στο σταθμό, μου τα φυλάνε». Και γιατί δεν πήρες ένα τηλέφωνο να έρθω να σε μαζέψω; «Ε, να μη σε ταλαιπωρώ, θα φύγω με το βραδινό». Α, έχει και βραδινό, εντάξει τότε. Άντε, έλα να το δούμε όλοι μαζί.

Εισιτήριο δεν έβγαλα. Τόσα λεφτά είχα φάει, σκέφτηκα ας καθαρίσει ο γέρος, μια που τον πέτυχα. Κάνουμε το γύρο του γηπέδου, η παρέα του όλοι με ντεμέκ καλά ρούχα της επαρχίας, υφασμάτινα, πουκαμισάκια, σκαρπίνια, εγώ από πίσω το μαύρο κοράκι ένα μάτσο κόκαλα να σέρνω τις φούσκες. Φτάνουμε στην είσοδο, «ο μικρός είναι μαζί μας», μπαίνω ξοπίσω του, ούτε εισιτήρια ούτε τίποτα. Εκεί θυμήθηκα πως έπαιρνε προσκλήσεις για κάποιους αγώνες της Ξάνθης, επειδή, ως πρόεδρος ή γενικός γραμματέας ή τι ήταν στην ομάδα του χωριού είχε κάνει τη μεταγραφή του Κωστένογλου στην Ξάνθη και πήγαινε τακτικά να τον βλέπει. Όπως μπαίνουμε, κάνω την αυτόματη κίνηση να σηκώσω τα χέρια, για το γνωστό ψαχτήρι, με κοιτάνε όλοι παράξενα. «Τι έπαθαν τα χέρια σου»; Τίποτα. Επίσημοι ήταν ντεμέκ, ψαχτήρι δεν είχε. Το θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στον ΠΑΟΚ και δε με ψάξανε. Ευτυχώς, γιατί είχα τα τσιγάρα και τον αναπτήρα, θα γινόμουνα ρόμπα μπροστά στο γέρο που μάλλον ακόμα δεν ήξερε τι καπνό φουμάρω.

Πιάνουμε θέση πρώτες μούρες, εγώ ένιωθα έτσι κάπως άβολα με τη μεταλλική περιβολή, αλλά ντάξει, γήπεδο είναι, οι «καλοντυμένοι» ήταν χειρότεροι από εμένα. «Θα σας κάνει ο Τζάτζος τον κώλο να», έλεγε και ξανάλεγε ο γέρος. Όντως, μας έσκισε ο Τζάτζος, μεγάλο χάλι ο ΠΑΟΚ, καμία σχέση με το φιλικό της Τούμπας με τα σκουλήκια, ούτε φάση δεν κάναμε. Κι αυτή η Ξάνθη δεν έμοιαζε με ομάδα που μόλις ανέβηκε, έπαιζε μπάλα, μας πήρε και μας σήκωσε. «Χα χα, αυτός ο μαύρος σας, πού τον βρήκατε, σε κάνα βαπόρι μούτσος, α χα χα», κορόιδευαν τον Σμολ όλη η παρέα, κορόιδευαν τις δηλώσεις μας πως φέτος πάμε για το Πρωτάθλημα γιατί πέντε χρόνια χωρίς Πρωτάθλημα ο ΠΑΟΚ δεν τα αντέχει, εγώ από μέσα μου σκεφτόμουν «πείτε, πείτε ό,τι θέλετε, μόλις βάλει τον Αιγύπτιο μάγο θα σας πέσουν τα σαγόνια». Αλλά δεν έπαιξε ο Μαγκντί, ούτε που τον είδα στον πάγκο, μεγάλη συνωμοσία, τσάμπα όλο το σχέδιο και οι ώρες που έχασα και άλλες τόσες που θα έχανα ως τα ξημερώματα για το βραδινό τρένο. Χάσαμε 2-1, οι Ξανθιώτες τρελαμένοι έκαναν όνειρα πως θα σωθούν εύκολα, ολόκληρο ΠΑΟΚ είχαν κερδίσει και μάλιστα για πλάκα.

«Όταν θα δεις τον Αιγύπτιο να παίζει μπάλα έλα να μου ξαναμιλήσεις για ΠΑΟΚ», του είπα όπως φεύγαμε. Γελούσε ακόμα, «ρε αφήνει ο Καπετάνιος να πάρει άλλος Πρωτάθλημα φέτος; Κι αν είναι τόσο καλός, θα σας το πάρουμε κι αυτόν, όπως κάνουμε πάντα». Με πήγαν ως το σταθμό, είχε πάρει να βραδιάζει. «Καλό ταξίδι», μου είπαν και έφυγαν για το χωριό, αλλά εγώ είχα κι άλλο ταξίδι πριν το μεγάλο, έπρεπε να γυρίσω στην πόλη με τα πόδια, να πάω στο καφενείο, να πάρω τη βαλίτσα και να ξανάρθω στο σταθμό, να περιμένω πέντε-έξι ώρες το τρένο για το Ορμένιο. Γαμώ τον Μαγκντί μου, γαμώ, ακόμα δεν μπορούσα να το χωνέψω. Ή μπορεί να έλεγα «γαμώ τον Τολμπά μου», δε θυμάμαι αν τον λέγαμε με το όνομα ή το επώνυμο στην αρχή. Πήγα στην πόλη, ξαναγύρισα, με πήρε ο ύπνος στην αίθουσα αναμονής. Όταν με ξύπνησε ένας συνεπιβάτης η αμαξοστοιχία περίμενε στην αποβάθρα, άιντε, μπρε, τα χάσει το τρένο, ξύπνα.

Κομπανία

Κομπανία

Ξεκινάς μιλώντας σε ...

Read more
Σεβασμός

Σεβασμός

Είναι η λέξη-κλειδί. Είναι η λύση για όλα τα προβλήματά μας. Είναι αυτό που χάσαμε κάπου στη διαδρομ ...

Read more
Γιούροκαπ

Γιούροκαπ

Δεκαοχτώ χρόνια πριν, ο «μπασκετικός» Λαός του ΠΑΟΚ είχε φτυσμένο και πάλι το Ευρωπαϊκό Κύπελλο και, ...

Read more
Μάκης

Μάκης

Ο Μάκης στέκεται στην πόρτα και όλο το προσωπικό έχει κάνει μια ουρά μπροστά του. Ποδοσφαιριστές, τε ...

Read more
Κλίκμπεϊτ

Κλίκμπεϊτ

Κάποια στιγμή χθες &tau ...

Read more
Σκουπίδια

Σκουπίδια

Μετρήθηκες, γάβρε. Προχθές, χθες, σήμερα, κάθε μέρα μετριέσαι. Και κάθε φορά αποδεικνύεις, την τελ ...

Read more
Πίκρα

Πίκρα

Η πίκρα ενός φίλου εί&nu ...

Read more
Παοκτσής

Παοκτσής

Εκτός από μια τριετία που ασχολήθηκα με τις εκδρομές, πριν από είκοσι χρόνια και βάλε, θεωρώ τον εαυ ...

Read more
0023

0023

Μπορεί να το είχε πε&i ...

Read more
Ασπίδα

Ασπίδα

Αστυνομική ασπίδα είχα πιάσει στα χέρια μου μια φορά, στην επιστροφή από τον τελικό του 1992. ...

Read more
Ομάδες

Ομάδες

Έχει γίνει πλέον αγα&p ...

Read more
Παναγιά

Παναγιά

Ωραίες οι ιστορίες από το παρελθόν, αλλά το παρόν μας έχει ξεφύγει.  Και η κατάσταση έχει φτάσε ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.