Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

Κονόμα

Κονόμα

Κάποια Σάββατα με...

Συγγνώμη

Συγγνώμη

Ζητώ δημοσίως...

Αργεντινή

Αργεντινή

Οι πρώτες μου...

Μαμά

Μαμά

Στο μπαλκόνι είχε...

Προσφορά

Προσφορά

Τι έχει προσφέρει...

Ρουφιάνος

Ρουφιάνος

Η κουλτούρα του...

Ιδρώτας

Ιδρώτας

Δυστυχώς, στο...

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

To μεγαλύτερο...

WC 2018 - Ρωσία

WC 2018 - Ρωσία

Για το αφιέρωμά μας...

Μαϊντανός

Μαϊντανός

Άντε ρε από ‘δώ που...

Αγγαρεία

Αγγαρεία

Μπορεί να ήταν...

  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35
  • Κονόμα

    Κονόμα

    Friday, 08 June 2018 12:57
  • Συγγνώμη

    Συγγνώμη

    Thursday, 07 June 2018 00:06
  • Αργεντινή

    Αργεντινή

    Wednesday, 06 June 2018 13:19
  • Μαμά

    Μαμά

    Saturday, 02 June 2018 18:14
  • Προσφορά

    Προσφορά

    Thursday, 31 May 2018 20:20
  • Ρουφιάνος

    Ρουφιάνος

    Thursday, 31 May 2018 13:49
  • Ιδρώτας

    Ιδρώτας

    Wednesday, 30 May 2018 18:40
  • WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    Wednesday, 30 May 2018 15:39
  • WC 2018 - Ρωσία

    WC 2018 - Ρωσία

    Wednesday, 30 May 2018 13:19
  • Μαϊντανός

    Μαϊντανός

    Tuesday, 29 May 2018 14:50
  • Αγγαρεία

    Αγγαρεία

    Monday, 28 May 2018 13:28

papigo1Οι άνθρωποι που μας πάντρεψαν δε νιώθουν από μπάλα κι αυτό φάνηκε όταν μας έκαναν δώρο ένα τετραήμερο «μέλιτος» στο Πάπιγκο ενώ ο ΠΑΟΚ έδινε αγώνα ζωής και θανάτου στην Τούμπα.

Δεχτήκαμε με βαριά καρδιά. Σάμπως πότε θα ξαναπηγαίναμε προς τα ‘κεί, όταν σου λένε «όλα πληρωμένα» και είσαι γνήσιο Παοκτσάκι δε λες εύκολα «όχι». Αλλά η αγωνία θα μας συντρόφευε σε όλο το ταξίδι μέχρι πάνω στα βουνά –θα είχε πουθενά να το δούμε, τουλάχιστον, ή δεν πιάνουν Σούπερσπορτ εκεί πέρα.

Φτάσαμε μεσάνυχτα, βράδυ Παρασκευής και το ματς ήταν Σάββατο. Μαλώναμε στη διαδρομή με τους κουμπάρους, αν δεν έχει το ματς πουθενά στο χωριό θα μας κατεβάσετε στα Γιάννινα να το δούμε. Ο αρχηγός της αποστολής, που ήταν και το αμάξι δικό του, δεν άκουγε τίποτα. Εγώ ήρθα για να χαλαρώσω, θα την πέσουμε στη ζεστούλα τέσσερις μέρες να ξεφύγουμε και να ξεκουραστούμε, δεν πάω πουθενά. Λίγο πριν ανεβούμε στα χωριά, μας πέρασε η σκέψη να μείνουμε Γιάννινα σε ξενοδοχείο, να δούμε το ματς και να ανεβούμε στο Πάπιγκο με το ΚΤΕΛ να τους βρούμε μετά. Αλλά παραήταν χοντρό, οι άνθρωποι πλήρωσαν τόσα λεφτά για την πάρτη μας, δεν έλεγε να τους ρίξουμε τέτοιο κλάσιμο.

Το ξενοδοχείο/πανδοχείο πώς να το αποκαλέσω ήταν όντως μαγεία. Πολύ χιόνι παντού, κρύο, μείον εξήντα βαθμοί, αλλά τα δωμάτια ζεστά, οι οντάδες, δίπλα είχε ένα σαν  καφενεδάκι του πανδοχείου με επιτραπέζια και τα σχετικά, ωραία καβάτζα. Μας έκανε ο τύπος εκεί μια ξενάγηση, τι είναι πού και όσα πρέπει να ξέρουμε, εμείς με την Άννα περιμέναμε να τελειώσει για να κάνουμε την ερώτηση-κλειδί: Έχει πουθενά Σούπερσπορτ να δούμε αύριο το ματς; Τι να σας πω, μια ταβέρνα έχει στο χωριό, πάτε να ρωτήσετε αύριο εκεί.

Ξημερώνει το αύριο, οι κουμπάροι λες και έχουν πάρει κόκα από τις εφτά το πρωί άντε ρε ξυπνάτε ρε να πάμε για καφεδάκι ρε εξοχή ρε καθαρός αέρας ρε και τα λοιπά. Σερνόμαστε εμείς μέχρι το «εντευκτήριο» του πανδοχείου, πολύ ωραίο μέρος, ξύλινο, με καλοριφέρ και όλες τις ανέσεις. Το Όρος Γκαμήλα απέναντι κάτασπρο, χιόνι να δεις για μια ζωή παντού, ήπιαμε έναν καφέ, παίξαμε Τρίβιαλ, παίξαμε Ταμπού, παίξαμε τάβλι, σκάκι, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό, παίξαμε ό,τι υπήρχε να παίξουμε, κάποια στιγμή δεν πήγαινε άλλο, εμείς πάμε μια βόλτα στο χωριό να δούμε τα αξιοθέατα. Φεύγουμε με την Άννα, ψυχή στο δρόμο. Δεν κυκλοφορούσε κανείς, ήθελες αλυσίδες και στα παπούτσια, όλο γλιστρούσαμε και βάστα με να σε βαστώ.

Τη βρήκαμε την ταβέρνα, μπήκαμε μέσα. Άδειο το μέρος, είχε μια τύπισσα περίεργη που έστρωνε το μαγαζί, καλημέρα, τι κάνετε, καλώς τα παιδιά. Να ρωτήσουμε, να ρωτήσετε. Μήπως έχετε Σούπερσπορτ να δούμε το ματς το απόγευμα; «Χα, Παοκτσήδες είστε; Αγχώνεστε»; Ε, ναι, Παοκτσήδες είμαστε, δεν απαντήσατε στην ερώτηση. «Ναι, μωρέ, έχουμε Σούπερσπορτ, θα σας το βάλουμε το παιχνίδι, ελάτε να πιείτε ένα κρασάκι να το δούμε όλοι παρέα. Αν και μπορεί να έχει τίποτα πιο ενδιαφέρον σε άλλο κανάλι και να το αλλάξουμε, τίποτα καταδύσεις ή χόκεϊ, θα το δούμε». Μείναμε ολίγον μαλάκες με την αντίδραση της κοπέλας, αλλά κρεμόμασταν από αυτή και δεν είπαμε τίποτα.

Ίσα-ίσα γυρίσαμε για να πάρουμε τους άλλους και ξαναπήγαμε στην ταβέρνα. Έλα, πεινάμε, πάμε για φαΐ. Μα είναι νωρίς ακόμα, οι κουμπάροι, ρε τι νωρίς, πάμε, μας έκοψε η λόρδα. Καθόμαστε, έρχεται η ταβερνιάρισσα για παραγγελία, μας φέρνει τη μισή Ήπειρο στο τραπέζι να δοκιμάσουμε απ’ όλα. «Φάτε πριν αρχίσει το ματς, μη σας κοπεί η όρεξη». Ρε τι είναι τούτη, μεγάλη περίπτωση. Και ξεκινάει το ματς, άδεια η Τούμπα, μας πιάνουν οι τύψεις που αφήσαμε την ομάδα να παίζει με 3.000 κόσμο κι εμείς διακοπούλες στα βουνά. Αλλά έπρεπε να πάρουμε το τρίποντο, έπρεπε να μείνουμε κοντά στην κορυφή, η αρμάδα του Άγγελου φαινόταν πως το έχει το Πρωτάθλημα μετά από 19 ολόκληρα χρόνια που άλλη υπομονή δεν είχαμε πια. Μετά το τρίμπαλο στη Λεωφόρο είχαμε πάρει τον Πανιώνιο, είχαμε κατεβεί στη Νίκαια για το διπλό με τη Χαλκηδόνα με το μεγαλύτερο σε διάρκεια γκολ όλων των εποχών του Γιασουμή, είχαμε ρίξει τριάρα στον Άρη, μετά διπλό στη Ριζούπολη με τον Ολυμπιακό, Χι στο Αιγάλεω που όλοι οι εκδρομείς δήλωναν στους μπάτσους «Αιγαλλλεώτες είμαστε σε λλλέω» για να τους αφήσουν να μπούνε μέσα, η ομάδα ήταν ψηλά. Και το πρόγραμμα ήταν καλό, μέχρι και αήττητοι μέχρι το τέλος μπορούσαμε να το πάρουμε.

Φάγαμε, σκάσαμε, άρχισε η αγωνία. Φέρε κρασί, ξαναφέρε κρασί, όσο κρασί και να πίναμε ο ΠΑΟΚ δεν έβαζε γκολ. Και στο εικοσάλεπτο, τσαχπινιά από τις γνωστές ο Τοχούρογλου, κλαπ, πάρ’ το 0-1. Α χα χα χα, ρε τι σας κάνει ο Ακράτητος, α χα χα χα, μια νταμιτζάνα κερασμένη από εμένα. Τι να της πεις, της τύπισσας, πάνω που ήμασταν έτοιμοι να κοντέψουμε δύο πόντους στην κορυφή, ο Μπάμπης ο Τεννές μας το κάρφωνε μέσα στην άδεια Τούμπα και οι ενοχές μας κύκλωναν, εμείς φταίγαμε, δεν είχαμε χάσει αγώνα από την αρχή και μια φορά που αφήσαμε την ομάδα μονάχη χάνει από τον Μπαγιαζίτ και τον Λίνκαρ. Χάνει και ένα πέναλτι ο νεαρός πολλά υποσχόμενος επιθετικός μας με το όνομα Μητσάρας Σαλπιγγίδης, λήγει το ημίχρονο 0-1, μαύρα σκοτάδια πάνω από τα Ζαγοροχώρια. Πίναμε, πίναμε, η Άννα είχε ενθουσιαστεί με μια αηδία που τη λέγανε «γαλοτύρι», αν το γράφω σωστά, άντε γεια μας εμείς, βουρ στο γαλοτύρι η Άννα, μας ζώσανε τα φίδια.

Κορόιδευε η ταβερνιάρισσα, που δεν ήταν ολυμπιακός επειδή το τσεκάραμε για να της την πούμε που τους είχαμε πάρει το διπλό πριν λίγες μέρες εκεί μέσα, οι κουμπάροι απλώς γίνονταν κουρούμπελα και δεν πολυκαταλάβαιναν γιατί αγχωνόμασταν έτσι, ο ΠΑΟΚ δεν έπαιζε μπάλα. Χάναμε το Πρωτάθλημα. Ώσπου ο Μαύρος Σκρουτζ, ο «άμα πλερωτεί τα παίξει καλό μπάλα» καρφώνει την ισοφάριση και μας δίνει ελπίδα. Γκοοοοολ, όλο το μαγαζί στον αέρα, κάτι μπαρμπάδια, μια γιαγιά στη γωνία που καθάριζε πατάτες, είκοσι λεπτά πριν τη λήξη και η κούπα ξαναγύριζε στον αέρα. Έλα, ρε Παοκάρα, έλα, ένα ακόμα να πλησιάσουμε την πρωτιά κι άλλη φορά δε θα σε ξαναφήσουμε να παίξεις μόνη σου, κάνε μας αυτό το χατίρι σήμερα, έλα, Παναγιά μου, Χριστούλη μου, Βούδα, Κομφούκιε, Αλλάχ, κάποιος, όποιος μπορεί, ένα γκολ, ένα αυτογκόλ, οτιδήποτε. Αλλά κάτι χάθηκε στη διαδρομή, σπασμένο τηλέφωνο, όλοι οι Θεοί συνωμότησαν και έγινε το αντίθετο. Δέκα λεπτά πριν το τέλος, κλαπ, πάρε το 1-2. Βάλε να πιούμε.

Τι να σου τη σπάσει περισσότερο. Που είσαι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και δεν μπορείς να βοηθήσεις; Που η ομάδα δεν μπορεί να κάνει ούτε ευκαιρία; Που σου στερεί το σίγουρο Πρωτάθλημα ο Ακράτητος μέσα στην Τούμπα; Που και το Κύπελλο χαμένο το έχεις επειδή στο πρώτο ματς η Καστοριά σου έχει πάρει 0-1 και μάλιστα με τον Καπετανόπουλο;  Που η μαντάμ εκεί πέρα ήταν μεγάλη μπαλαδόρισσα και τα ήξερε όλα τα ποδοσφαιρικά και μας δούλευε κι εμείς είχαμε κατεβάσει τα μούτρα; Πόση καταστροφή μπορεί να αντέξει ένας Παοκτσής στις διακοπές του;

Και πάει ο ελπιδοφόρος κοντός κυνηγός Μητσάρας και το ισοφαρίζει με τη λήξη. Και μας δίνει ελπίδες, τρία λεπτά, έλα, μπορούμε, βάλε το τρίτο να μεθύσουμε μέχρι το πρωί, φώναζα εγώ ψιλοσούρας, φώναζε η Άννα με τα γαλοτύρια στα μάγουλα, φώναζαν και οι κουμπάροι που τους είχαμε παρασύρει με τόση ένταση, φώναζε και η γιαγιά με το μαχαίρι στο χέρι που είχε σταματήσει να καθαρίζει τις πατάτες και είχε πωρωθεί, μέχρι και η ταβερνιάρισσα μας λυπήθηκε και έλεγε «άντε, βάλτε ένα γκολ μη μας μείνετε στα χέρια». Αλλά άμα δεν είσαι εκεί να επηρεάσεις καταστάσεις δε γίνεται τόσο εύκολα. Να κράξεις τον επόπτη, να ουρλιάξεις στον αμυντικό, δεν είχε δυνάμεις η ομάδα και το έληξε 2-2. Αδειάσαμε. Γαμήθηκαν οι διακοπές. Ποια γεφύρια να πάμε να δούμε τώρα και ποιες χαράδρες, χέσε μας, ρε κουμπάρε, πάμε να ξεραθούμε μπας και συνέλθουμε.

Νταξει, τα είδαμε και τα γεφύρια, τις είδαμε και τις χαράδρες και τα παγωμένα ποτάμια και γυρίσαμε όλα τα βουνά της Ηπείρου. Αλλά σε όλες τις φωτογραφίες άμα μας δεις, μια στενοχώρια, ρε παιδί μου, χαμόγελο πουθενά. Από τη μέρα που παντρευτήκαμε, ο ΠΑΟΚ πάει κατά διαόλου, λέγαμε με την Άννα. Πρώτο ματς, Χι στην Τούμπα με τον Ακράτητο. Αλλά δεν πειράζει, Τετάρτη πρωί γυρνάμε, προλαβαίνουμε να πάμε στην Καστοριά για τη ρεβάνς του Κυπέλλου, θα ρίξουμε μια πεντάρα εκεί και θα ξεσπάσουμε. Ναι, έτσι θα γίνει, γυρνάμε Τετάρτη, φεύγουμε Καστοριά, παίρνουμε την πρόκριση και συνερχόμαστε.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

28 Coma of Souls

365028

27 Lovedrive

365027

26 Να!

365026

25 ...And Justice for All

365025

24 Violator

365024

23 Spiritual Healing

365023

22 Ágætis byrjun

365022

21 Μουσικές Ταξιαρχίες

365021

20 Boys Don't Cry

365020

19 Toxicity

365019

18 Ευωδιάζουν Αγριοκέρασα Οι Σιωπές

365018