Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

Από πού να το πιάσεις τώρα αυτό το θέμα και πώς να βρεις ισορροπία ανάμεσα στους «κυριλέδες» και τα «αλάνια»
(και τους κυριλέδες που γίνονται αλάνια κατά περίπτωση, όπου μας παίρνει και όποτε βολεύει).

 

Ας το πιάσουμε με τα σημερινά δεδομένα κι ας αφήσουμε την ιστορία στην ησυχία της. Ούτως ή άλλως, η πρώτη γενιά έχει αποσυρθεί κάπου ψηλά στην 6, αναπολώντας το Νότη Τσίντογλου, τον αληταρά τον Παρίδη και την ομάδα των 70ς που έπρεπε να έχει πάρει 11 πρωταθλήματα (που τότε τους έκραζαν συχνά, αλλά τέλος πάντων) και διηγείται στα εγγόνια της πώς ο Αρίσταρχος δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει τέτοια κεφαλιά από τον Μήτρογλου ή πώς ο Αφεντουλίδης θα περνούσε ακόμα και το σημαιάκι του κόρνερ πριν σκοράρει. Οι Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα των ‘80ς έχουν μεταφερθεί κι αυτοί στο ισιάδι, τους βλέπεις με τις αραιές χαίτες και τα σηκωμένα μανίκια χειμωνιάτικα να φωνάζουν «θρύψαλα τα τζάμια» μόνοι τους στα εντός έδρας και να αναπολούν τα σπασμένα σε όποιο γήπεδο φιλοξένησε τα αρβυλάκια τους, αυτοί που ο καθένας έχει σπάσει περισσότερα από την Κατρίνα (δεν ειρωνεύομαι –ποτέ). Αυτοί νομίζω πως δεν έχουν ανάγκη να ξανασπάσουν τίποτα, ούτε να αποδείξουν και τίποτα σε κανένα.

Οι περίεργοι της δεκαετίας των φλάι, οι δικοί μου, δηλαδή, έχουν απλωθεί παντού. Αυτοί που αν φώναζες στην 4 «βρέχει» σήκωναν τα φλάι να προφυλαχθούν μέρα μεσημέρι με 30 βαθμούς και στην έξοδο ρώταγαν «πόσο έληξε, ρε» κι όταν έφευγαν τα λεωφορεία για Αθήνα άκουγες τα τσάκα-τσάκα από τα εκατοντάδες κουτάκια Ντεβιξίλ που έλιωναν κάτω απ’ τις ρόδες. Όσοι συνήρθαν απ’ αυτούς είναι οι πιο εγκρατείς σε όλα: Πανηγύρια, κράξιμο, αποθεώσεις, χαρές, λύπες. Είναι αυτοί που πρώτα κοιτάνε τον επόπτη και μετά πανηγυρίζουν, ακόμα και γκολ με πέναλτι να βάλουμε. Όσοι δε συνήρθαν κάνουν πιάτσα αλλού, πλέον. Οι σημερινοί 40ρηδες είναι στα πέταλα, είναι στην 5-6, είναι και στο σκεπαστό, είναι ο σύνδεσμος με το παρελθόν. Η γενιά που στη βασιλεία της δεν πήρε τίποτα πέρα από περήφανες νίκες και ακόμα πιο περήφανους αποκλεισμούς, αλλά ταξίδεψε κι έσπασε κι αυτή, έστω και λίγο πιο κυριλέ από την προηγούμενη. Στο γήπεδο, σήμερα, έχει μείνει το μεγάλο, υγιές κομμάτι. Για να πάμε εκδρομή πρέπει πλέον να πάρουμε ρεπό από τη δουλειά και να φέρουμε την πεθερά να βοηθήσει με τα παιδιά, αλλά πάμε.

Οι επόμενοι, αυτοί που ξεκίνησαν να έρχονται στο γήπεδο παίρνοντας δύο Κύπελλα και φυσιολογικά απαίτησαν και απαιτούν περισσότερα, οι σημερινοί 30ρηδες, νομίζω πως είναι και οι πιο τρελαμένοι. Λογικά έφαγαν το παραμύθι της Ρεβολουθιόν, δεν έχουν ιδέα τι παίχτηκε και ποιος φταίει για την κατάντια στα τέλη της δεκαετίας με τα 20.000 διαρκείας που πληρώσαμε για να πάρει δανεικά ο κολλητός της διοίκησης. Είναι αυτοί που, κάθε χρόνο, μέχρι να ξεφύγει ο γάβρος 10 πόντους, υπολογίζουν «άμα πάρουμε διπλό στη Λιβαδειά και φέρει Χ ο γάβρος στην Ξάνθη και μετά κερδίζουμε Εργοτέλη, πάμε Καραϊσκάκη και τους φτάνουμε» κλπ και από δίπλα γελάνε κι αναστενάζουν οι εκπρόσωποι οποιασδήποτε προηγούμενης γενιάς. Και σήμερα, αν τους ρωτήσεις, πιο πολύ τους πειράζει που θα φάμε μείον βαθμούς του χρόνου και «πώς θα πάρουμε έτσι Πρωτάθλημα». Καλό είναι να έχουμε και τέτοιους, λίγη αισιοδοξία δεν έβλαψε ποτέ. Αυτοί είναι παντού και πάνε παντού και στις (λίγες) εκδρομές αντί να κρέμονται από τα τζάμια ψάχνοντας ξέμπαρκους γάβρους ή Λαρσαίους στην Εθνική συζητάνε για το σύστημα και το ρόμβο και αν η ομάδα χρειάζεται ροτέισον.

Και, τέλος, υπάρχουν και οι νέοι, αυτοί που τους έλαχε να έρθουν στο γήπεδο τώρα, μετά τις σαρδέλες και με την ποντιακή αναγέννηση. Κάποιοι κουνάνε τους πυρσούς μπροστά στον κολλητό που τραβάει με το κινητό για να το ανεβάσουν στο facebook, άλλοι παίζουν παιχνίδια στο κινητό, έχουν μαζί και τις κοπελιές, μια χαρά παιδιά οι περισσότεροι –και με υπομονή. Ξέρουν όλα τα συνθήματα, φοράνε μπλουζάκια από συνδέσμους, προβλεπόμενοι. Φαίνονται λίγο ντεμέκ, αλλά άμα μιλήσεις μαζί τους μια χαρά προσγειωμένοι είναι. Και ακομπλεξάριστοι, δεν έχουν χάσει (και δεν τους έχουν κλέψει) σχεδόν τίποτα ακόμα.

Εγώ κάποια τάση ή κάποια «μερίδα» συνοπαδών δε βρίσκω που να γουστάρει γενικώς τα μπάχαλα. Κάνα-δυο απ’ αυτούς, κάνα-δυο απ’ τους άλλους, τι είναι αυτό που ταυτίζει την αγάπη για την ομάδα με την ανάγκη για επίδειξη αγριάδας δεν ξέρω. Παλιά, μας πετούσανε τσιμέντα στο Καραϊσκάκη, τα πετούσαμε πίσω. Μας έσπαζαν το παρμπρίζ στη Λάρισα, κατεβαίναμε και τους παίρναμε τα παπούτσια. Μας έτρεχαν στην ανηφόρα στη Λιβαδειά, τους τρέχαμε στον κατήφορο. Τώρα ποιος μας προκαλεί; Ο χοντρός; Γι’ αυτό ανάψαμε 1.500 πυρσούς στην Τούμπα; Για αντίδραση στο Σύστημα; Ή για να καμαρώνουμε για την ομορφιά; Κι αυτοί που κουνούσαν τους πυρσούς τι ήταν; Χουλιγκάνοι, όλοι τους; Παπαριές. Αυτοί που χαίρονταν με το θέαμα ήταν αυτοί που έβριζαν για την τιμωρία που με το διαρκείας δε θα δουν όλα τα πλέι-οφ. Σχιζοφρένεια.

Φυσικά και γενικεύω, εννοείται. Αλλά κάπως έτσι δεν είναι; Κανείς δεν επέλεξε να βρίσκεται στη γενιά του, αλλά όποιος πήγε κόντρα σ’ αυτή απομακρύνθηκε ή ξενέρωσε. Οι 80ς τα έσπαγαν επειδή τα έσπαγαν όλοι, οι 90ς τα έσπαγαν επειδή τι άλλο να κάνουν, οι πιο νέοι θα πρέπει να καταλάβουν πως για να μας «φτάσουν» και να μας «ξεπεράσουν» θα πρέπει να βρουν καλύτερο τρόπο να βοηθάνε την ομάδα από εμάς. Χωρίς να τη σκοτώνουν, ας πούμε. Χωρίς να διώχνουν από την κερκίδα όποιον δε γουστάρει να καίγονται τα μαλλιά του ή να πληρώνει διαρκείας και να παίζει τιμωρημένος.

Τι θέλω να πω; Ότι μια φορά κι έναν καιρό η αγάπη για τον ΠΑΟΚ συνοδευόταν από κοτρώνες. Όσο πιο πολλές οι κοτρώνες, τόσο πιο μεγάλη η αγάπη. Ευτυχώς ή δυστυχώς για κάποιους, πλέον μπορείς να αγαπάς δίχως να τα σπας. Από τους 23.000 στο ΟΑΚΑ, οι περισσότεροι έρχονταν πρώτη φορά σε εκδρομή, άρα αυτό που κατάλαβαν είναι πως οι εκδρομές φέρνουν κάτι από σχολείο. Τραλαλά, ΠΑΟΚ Ολέ, άντε καμιά μπύρα, πέντε πυρσοί, μπάτσοι στα 200 μέτρα. Θα μπορούσε να είναι και έτσι, έστω από ‘δώ και πέρα. Ποιος δε θα γούσταρε να πηγαίνει παντού, ποιος δε θα ήθελε να γυρνάμε πίσω όσοι φεύγουμε. Φυσικά, δεν παίζει αυτό. ΠΑΟΚ είσαι, Ελλάδα είσαι. Όσοι γκρινιάζουν γι’ αυτά που έγιναν στη Λεωφόρο πρέπει να είναι είτε λοβοτομημένοι είτε ανήλικοι. Μεγαλύτερο στάνταρ δεν υπήρχε.

Μας σιχάθηκα, ρε σεις. Ένα τσούρμο εκπρόσωποι της μειοψηφίας μας χαλάνε τόσα χρόνια και δεν μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι. Κάτι δεινόσαυροι, κάτι μπερδεμένα, κάτι τινέιτζερ μαϊμουδάκια με γυρισμένα ρεβέρ, πόσοι να είναι όλοι μαζί, αλλά όταν φωνάζουνε «σ’ όποιο γήπεδο κι αν πάμε τα σπάμε» όλοι τα χέρια πάνω στην Τούμπα και σιγόντο και μετά μας φταίνε οι κάγκουρες. Θέλετε να είμαστε αλάνια; Κόφτε την γκρίνια και σπάστε τα όλα. Θέλετε να είμαστε κυριλέδες; Βγάλτε φωνή, ουρλιάξτε, αλλά μην ανάβετε πυρσούς και μην πετάτε μπανάνες στο γήπεδο. Αν, όμως, θέλετε να είμαστε κυριλέδες αλλά και να τα σπάμε μόνο όποτε μας παίρνει, εγώ προτιμώ να ταξιδεύω με τα αλάνια.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB