Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

zdogΥπάρχει ένας μεγάλος μύθος που συνδέει τους εκδρομείς οπαδούς του ΠΑΟΚ με απαλλοτριώσεις αντικειμένων από καταστήματα στις πόλεις που επισκέπτονται και στους δρόμους από όπου περνούν.

Φυσικά και δεν ισχύει κάτι τέτοιο –κάποιος ιστορικός του μέλλοντος ίσως να ψάξει και να τεκμηριώσει πώς και από πού ξεκίνησε η συγκεκριμένη άδικη κατηγορία που στιγματίζει έναν ολόκληρο λαό. Προσωπικά, με 28 χρόνια στα γήπεδα και τις εκδρομές και με όραση που ακόμα και στα 42 δε χρειάζομαι ούτε γυαλιά ξεκούρασης, δεν ήμουν μάρτυρας σε κανένα σχετικό περιστατικό. Αν κάποιος έχει αντίθετη εμπειρία να την καταθέσει επωνύμως στα σχόλια για να προχωρήσουμε, φυσικά, στις σχετικές καταγγελίες.

Συνεπώς, ό,τι γράφω παρακάτω αποτελεί προϊόν της φαντασίας μου (όπως και όλα όσα γράφονται σε αυτή την ιστοσελίδα, να το σημειώσουμε, με την ευκαιρία, όλα ψέματα είναι, ακόμα και οι φωτογραφίες με φότοσοπ, μην πιστεύετε τίποτα). Ουδεμία σχέση υπάρχει με πραγματικά γεγονότα ή υπαρκτά πρόσωπα. Και τώρα που το ξεκαθαρίσαμε, πάμε παρακάτω.

Γυρνούσαμε από Τούμπα για επαρχία, αρχές δεκαετίας ’90, ευρωπαϊκό ματς ήταν, πιθανότατα της Παρί επειδή σ’ εκείνο το ματς είχαμε φύγει πραγματικά πολύ αργά, καθώς έψαχνα στην Ασφάλεια δυο δικούς μας επειδή είχε συλλήψεις αλλά τελικά αυτοί είχαν φτάσει στη Βούλγαρη που το είχαν πάρει ανάποδα το Τούμπα-Λευκός Πύργος για το παρκαρισμένο λεωφορείο μας, κινητά δεν είχε τότε, περιμέναμε ως τις δύο το πρωί και τελικά ήρθαν και μας βρήκαν με τα πόδια, 10 χιλιόμετρα περπάτησαν. Μπορεί να ήταν και με τη Σεβίλλη, το ‘χω λίγο θολό. Anyway. Ένα πούλμαν, όπως πάντα, οι τριάντα μπροστά γυναικόπαιδα U-20 και οι είκοσι πίσω μελλοντικοί κάτοικοι Ιθάκης (του νησιού, να μην παρεξηγιόμαστε). Κάνουμε την κλασική στάση στο κλασικό βενζινάδικο/παντοπωλείο/ψιλικά πάνω στην τότε Εθνική, που πάντα μας περίμενε ο άρχοντας σε κάθε εκδρομή κι εμείς ποτέ δεν τον στήναμε, ένας μουστάκιας δίμετρος που πίστευε πως και μόνο που μας κοιτάει όλοι θα πάμε ταμείο.

Επειδή, όμως, είχαμε αργήσει, ο μουστάκιας το είχε κλείσει το μαγαζί. Ερημιά. Και είχαμε περάσει τα υπόλοιπα ανοιχτά πάνω στο δρόμο, ήταν ο τελευταίος μέχρι την πόλη μας. Και πού θα κάνει πρακτική ο λαός, αναρωτήθηκαν κάποιοι από εμάς. Ο μουστάκιας είχε εκπαιδεύσει δύο-τρεις γενιές εκδρομέων, πώς μας πούλησε έτσι. Κλειστό το βενζινάδικο, ούτε φώτα, ούτε πινακίδα ανοιχτή, μόνο ένα ψυγείο της Κοκακόλα απ’ έξω με λουκέτο. Κατεβαίνει, λοιπόν, ένα καλόπαιδο που είχαμε από τους πίσω, κάνει μια έτσι με μια πέτρα, έτοιμο. Ορμάει ο διψασμένος λαός, όχι εσύ πήρες δύο, εγώ πήρα λάιτ, δε θέλω σπράιτ, θέλω σέβεν-απ, άχρηστε μουστάκια, οι τελευταίοι πήραν και κάτι γηπεδικούς χυμούς Φλώρινα που τώρα δεν τους βρίσκω πουθενά. Άδειασε το ψυγείο, ήπιαν όλοι στην υγειά του μουστάκια (εκτός από εμένα που τα διηγούμαι, εννοείται, εγώ δεν συμμετείχα σε τέτοια), άντε ρε οδηγέ βάλε μπρος να φύγουμε (ακόμα δεν είχε βγει το «είναι τρελός ο οδηγός»).

Με το που πάει να ξεκινήσει το λεωφορείο, πετάγεται από τη γαλαρία ο Σ. ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της επιδρομής είχε γείρει και ροχάλιζε. Πού είμαστε, ποιος είμαι, τέτοια. Μόλις ενημερώθηκε πως έχασε το πανηγύρι, διέταξε τον οδηγό να μην ξεκινήσει (και όταν μιλούσε ο Σ. ο οδηγός σταματούσε, αυτά δεν τα συζητάμε τώρα). Ανοίγει η πόρτα, κατεβαίνει ο Σ, κάνει μια γύρα το βενζινάδικο, τίποτα. Βάζει το χέρι στο ψυγείο μπας και έχει ξεχάσει ο λαός την τελευταία Φλώρινα, απογοητεύεται. Άντε ρεεεε, φώναζαν από μέσα, αλλά αυτοί είχανε ξεδιψάσει, πού να καταλάβουν το δράμα που πέρναγε ο δικός τους που κολλούσε το σάλιο του από τη δίψα και από διάφορα άλλα πράματα. Τελικά, απογοητεύτηκε, δέχτηκε την ήττα του και ξανάρθε προς το λεωφορείο. Λίγο πριν ανεβεί, του γαύγισε ο σκύλος του μουστάκια, ο οποίος ήταν δεμένος με μια αλυσίδα στο πλάι του μαγαζιού. Γυρίζει πίσω ο Σ, ξετυλίγει την αλυσίδα και τον παίρνει μαζί του.

«Πού το πας το σκυλί», του λέει ο οδηγός. «Δεν παίζει, παιδιά, κάτι πρέπει να πάρω κι εγώ, πάμε», απαντάει ο Σ. «Ρε άσε το σκύλο τώρα, τι θέλεις, να έχουμε τίποτα μπερδέματα; Παιδιά, αυτά τα πράματα δε μ’ αρέσουν, πείτε του κάτι», είπε με απόγνωση ο οδηγός, αλλά να είχα μια φωτογραφία τώρα από τα «παιδιά» στα οποία απευθυνόταν, να δείτε φάτσες που θα του μιλούσαν με λογικά επιχειρήματα και θα τον έπειθαν. Άσε που ντεμέκ ο οδηγός έγινε νομοταγής μόλις είδε το ζωντανό, για το ψυγείο δεν τον πείραζε, τέλος πάντων. Έγινε μια σχετική μανούρα, ο Σ δεν δεχόταν να αφήσει το σκύλο, ούρλιαζε ο σκύλος και χοροπηδούσε, ντράγκα-ντρούγκα η αλυσίδα που τον έσερνε, τελικά τον ξαναπήγε και τον έβαλε στη θέση του, όπως τον είχε βρει. Στράβωσε πολύ, βέβαια, μέχρι να φτάσουμε μας τα ‘κανε μπαλόνια, έπρεπε να τον πάρω, θα τον έδινα στον αδερφό μου, θα ήταν και φύλακας στο σπίτι, τέτοια. Το άλλο πρωί δε θα θυμόταν τίποτα, ευτυχώς.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB