Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

organo

Στον τελικό του 2003 είχε πάρει φωτιά το μπατζάκι ενός Οργάνου της Τάξεως. Όποιος ήταν μέσα θα το θυμάται, έγινε καμιά ώρα πριν το ματς.

Δεν είχε πάθει τίποτα, την έσβησε γρήγορα. Κάτι μήνες μετά, έτυχε να τον γνωρίσω και να πιω και ένα τσίπουρο μαζί του.

Αυτός με ήξερε, γνωστός του πατέρα μου, εγώ δεν τον ήξερα. Τον είχε πάρει τηλέφωνο μόλις με είδε να μπαίνω στον τελικό, του τύπου «είδα και το γιόκα σου εδώ, μπήκε πριν λίγο με μια τσάντα στον ώμο». Με πήρε ο γέρος μου κάποια στιγμή, μου το ‘πε, μου είπε και πως ήταν αυτός που κάηκε το παντελόνι του και του έστειλα χαιρετίσματα «πες του πως στην τσάντα είχα τη μολότοφ που του πετάξανε, ας με ψάχνανε στην είσοδο και θα είχε γλιτώσει». Μεταξύ μας, κάτι ζακέτες Αθηναίων εκδρομέων είχα στην τσάντα, που τις πέταξα πάνω από ένα εκδοτήριο στην 4 να μην τις κουβαλάω στο γήπεδο, άρα με είχε δει νωρίτερα.

Στις διακοπές, στο χωριό, τον κουβάλησε μετά της συζύγου ο πατέρας μου σε μια ταβέρνα. Ήθελε, λέει, να με γνωρίσει κι από κοντά. Εσύ είσαι, ρε, που μου πέταξες τη μολότοφ; Χα χα, γελάσαμε, έσπασε ο πάγος, ήπιαμε και τα τσίπουρα, άρχισε να μας λέει ενδιαφέρουσες ιστορίες, να μας διηγείται πως πλέον τα πράματα στα γήπεδα έχουν ηρεμήσει, δεν είναι σαν τη δεκαετία του ’80 που σε κάθε ματς είχαμε ανακατωσούρες, ούτε πρεζάκια πολλά έχει πια, παλιά που ήταν απλός ματατζής κάθε Κυριακή πόναγε το χέρι του. Τώρα είναι και προϊστάμενος (δε θυμάμαι τι βαθμό είπε πως έχει), ήρεμα πράματα, κανένα δακρυγόνο, καμιά φάπα, ψιλολόγια. Μάλιστα, του έλεγα εγώ, τι να πω, τέτοια κολλητηλίκια δεν είχα ξανακάνει, με είχε πιάσει αδιάβαστο, αλλά δεν είχα σκοπό να κάτσω και να το φιλοσοφήσω μαζί του, είχε και τη γυναίκα του, άντε γεια μας, να βραδιάσει να τον ξεφορτωθούμε.

Και τότε μας διηγήθηκε την πιο περήφανη στιγμή της ζωής του, κορδωμένος, σίγουρα περίμενε και χειροκρότημα όταν τελείωσε. Αρχές δεκαετίας ’80, στη Νέα Φιλαδέλφεια, έμπαιναν τα χανούμια στο γήπεδο και ένα πρεζάκι τον κοίταξε στραβά. Δεν υπήρχε αμφιβολία, τον είχε κοιτάξει τόσο στραβά που θα χρειαζόταν ψυχανάλυση δέκα χρόνια μετά, τόσο στραβά μιλάμε. «Το περίμενα, το κωλόπαιδο, σε όλο το ματς. Έμεινα εκεί στην έξοδο, μπάστακας, και σκεφτόμουνα από ‘δώ θα περάσει το μαλακισμένο. Τελειώνει το ματς, βγαίνει ο κόσμος, τον βλέπω, τον αρπάζω από το μαλλί, τον σέρνω στο πλάι, πάρε κι αυτή, πάρε και την άλλη, τον μάτωσα. Μου λένε οι συνάδελφοι μην τον βαράς εδώ έξω, θα γίνει καμιά ιστορία, οπότε τον παίρνω σηκωτό και τον βάζω στην κλούβα. Και είπα: Μην μπει κανείς, τον θέλω για μένα αυτόν. Και τον αρχίζω, ρε παιδιά, τέτοιο ξύλο, σας λέω, ακόμα μελανιές θα έχει το πουστράκι. Τον κάναμε γύρους καμιά ώρα, μέχρι που λιποθύμησε, τον πέταξα σα σκουπίδι δίπλα σ’ έναν κάδο, τον έφτυσα κι από πάνω, να δούμε, θα ξανατολμήσει να κοιτάξει στραβά»;

Κι η γυναίκα του είχε μια φάτσα πως δεν είχε ξανακούσει την ιστορία. Μείναμε όλοι κάπως παγωμένοι, τι μας λέει το άτομο, όλη η παρέα έτοιμη να ξεράσει. Λέω μετά του πατέρα μου, ρε μεγάλε, πλάκα μας κάνεις, πού τον τσίμπησες αυτόν, ωραίες παρέες κάνεις. Κι αυτός δεν είχε ιδέα τι ιστορία κουβαλούσε ο τύπος, ντράπηκε. Δεν τον ξαναείδα. Δε θα τον ξαναδεί κανείς, πέθανε πριν λίγο καιρό. Ελπίζω εκείνο το πρεζάκι να είναι κανένας αρχιδιάβολος τώρα και να τον περιμένει.

 

Τουρίστας

Τουρίστας

Δυόμισι μήνες που έχω αυτήν τη σελίδα έχω σβήσει μόνο ένα σχόλιο. Κακώς, βέβαια, αλλά το έσβησα, έπρ ...

Read more
Λιποτάκτης

Λιποτάκτης

Εγώ για τα χρέη μιας Ανώνυμης Εταιρείας δεν πολεμάω. Ό,τι είχα το έδωσα στα τσιμέντα, στα κάγκελα, ...

Read more
Σαλονικιοί

Σαλονικιοί

Ξυπνητήρι στις 6:15. Γρήγ&om ...

Read more
Τσικό

Τσικό

Είκοσι τόσα χρόνια πριν, έκανα το ντεμπούτο μου με την επαγγελματική ερασιτεχνική ομάδα του χωριού ...

Read more
Φανέλα

Φανέλα

Φανέλα έχω πάρει δύο φορές στη ζωή μου. Η πρώτη ήταν ιστορική, καθώς επρόκειτο για τη φανέλα με τον ...

Read more
Ψαχτήρι

Ψαχτήρι

Έτρεμα από την αδρενα& ...

Read more
Κυμαινόμενο

Κυμαινόμενο

Η οργάνωση μιας εκδρομής από την επαρχία για Τούμπα ήθελε πολύ τρέξιμο. Απλή εκδρομή, ας πούμε ένα Π ...

Read more
Περαστικοί

Περαστικοί

Αν πιστεύεις πως ο ΠΑΟΚ είναι οι παίκτες του, οι προπονητές του, οι διοικήσεις του, οι υπάλληλοί του ...

Read more
Μπροστά

Μπροστά

Τον ΠΑΟΚ δε θα τον αλλάξει κανένας βολεμένος με την υπάρχουσα κατάσταση. Κανένας υπάλληλος, κανένα ό ...

Read more
Βόλτα

Βόλτα

Και μετά από τόσα σούρ& ...

Read more
Πειρατές

Πειρατές

Από Ελλάδα είχα φύγε& ...

Read more
Περισπασμός

Περισπασμός

Η σαπουνόπερα με τι&s ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.