Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

aek32mpatsosΟι αστυνομικοί είναι φίλοι μας. Εγώ ελληνική αστυνομία άι λάικ, μεγάλα γούστα, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς γι’ αυτό τον έρωτα των παιδικών μου χρόνων.

Πιο καλό μου ‘ρχεται εκείνο το απόγευμα με την ΑΕΚ, στο 3-2, στην είσοδο της 4Α. Γενάρης του 2002, λέει το αρχείο μου, το είχα για πιο παλιό.

Έμπαινε ο κόσμος στο γήπεδο, πολύς κόσμος, ψιλογεμάτη η Τούμπα. Εγώ και μια παρέα περίεργων, άσχετοι όλοι μεταξύ μας πέντε άτομα, περιμέναμε υπομονετικά ποιος ξέρει τι να τελειώσει η ουρά με τους χούλιγκαν για να παρακαλέσουμε να μας βάλουν στο έτσι. Δεν είχε τότε τουρνικέ και μαύρα προαύλια όπως σήμερα, έκανες ένα βήμα και έμπαινες. Στην είσοδο καπελάκηδες, ψαχτήρι κανονικό, χούφτωμα και όχι πολλά-πολλά.

Μέχρι πριν πάω φαντάρος το 1999, όλο και κάτι γινόταν όταν δεν είχα λεφτά. Από το ’96 και μετά είχα χρήματα, δούλευα, αλλά τα δύσκολα χρόνια άπλωσα χέρι, το παραδέχομαι –δεν ντρέπομαι γι’ αυτό, αλλά το έκανα για το εισιτήριο. Δε σκότωσα για ένα εισιτήριο, που τραγουδάνε ανοησίες σήμερα τα παιδιά στο πέταλο, αλλά σκότωσα την περηφάνια μου, παιδιά, κανένα κατοστάρικο για να μπούμε, τα ψιλά σας, παρακαλώ. Θα με θυμάστε, οι παλιοί, δίπλα από το εκδοτήριο, συνήθως με έναν μελαχρινό μαλλιά το κάναμε, στα εντός με τις μικρές ομάδες που δεν ερχόμασταν εκδρομή και σώναμε φράγκα για το ΚΤΕΛ να γυρίσουμε. Αλλά ο μαλλιάς, να ξέρετε, πιο μεγάλος, μου ‘μαθε να μη ζητάω ποτέ χρήματα όταν συμπληρώσω για το εισιτήριο, από εκεί και πέρα ήταν ντροπή. Περίεργος κώδικας, αλλά τον τήρησα κι όταν ερχόμουν δίχως αυτόν.

Είχα απολυθεί από το στρατό, είχα πιάσει πάλι δουλειά, αλλά σ’ εκείνο το ματς ήμουνα ρέστος. 27 του μήνα είχε γίνει, άμα πληρωνόμουν στις 31 έχει εξήγηση η αφραγκία. Τι να κάνω, δεν το έπαιρνες εύκολα τότε απόφαση να χάσεις το παιχνίδι, περίμενα με τους άλλους να αδειάσει ο κόσμος στην είσοδο να πάω να παρακαλέσω. Καμιά φορά σε έβαζαν, άμα τύχαινες σε πονόψυχο αστυνομικό, αλλιώς στο ημίχρονο.

Κοιτιόμαστε μεταξύ μας, πάμε. Εμείς οι πέντε είχαμε μείνει, το ματς είχε αρχίσει, τ’ ακούγαμε. Στήθηκα εγώ τελευταίος, ντρεπόμουνα λίγο, είχα πατήσει πια τα 27, ολόκληρος γάιδαρος, δεν ήμουν παιδάκι όπως παλιά να ζητιανεύω από τους μπάτσους να με βάλουνε στη ζούλα. Φτάνει ο πρώτος, αρχίζει το παρακάλι: «Κύριε αστυνόμε μου, φαντάρος είμαι, δεν περισσεύουν για το εισιτήριο, από Κιλκίς ήρθα, μία έξοδο τη βδομάδα μας δίνουν, σε παρακαλώ, δηλαδή, κάνε ένα καλό, τι σου κοστίζει» και τέτοια. Έπαιξε το χαρτί του φαντάρου, το παλικάρι, ωραία τα είπε, δεν έμειναν επιχειρήματα στον αστυνόμο να του φέρει αντίρρηση. Πέρνα, ήρεμα, από ‘δώ.

«Κι εγώ, κυρ-αστυνόμε μου, φαντάρος κι εγώ, με το παιδί που μπήκε πριν λίγο, ίδια μονάδα, στο Κιλκίς», καλά, καλά, πέρνα κι εσύ. Μας κοιτάζει ο αστυνόμος, ρε σεις, όλοι φαντάροι από το Κιλκίς είστε, να μη μου τα λέτε ένας ένας; Ναι, απαντάμε με μια φωνή, μαζί, εξοδούχοι, σε παρακαλούμε και λοιπά και λοιπά. Γελάει ο άρχοντας, κάνει μια έτσι και μας αφήνει να περάσουμε. Περνάει ο δεύτερος, περνάει ο τρίτος, περνάει ο τέταρτος, φτάνω κι εγώ, τελευταίος. Για έλα εδώ εσύ.

«Ορίστε, κυρ-αστυνόμε μου». Δε μου λες, κι εσύ φανταράκι είσαι, από το Κιλκίς; «Ναι, με τα παιδιά». Εξοδούχος κι εσύ; «Ναι, εξοδούχος, οδηγός ερπυστριοφόρου». Μάλιστα, μάλιστα. Άιντε, παλιόπαιδο, πέρνα να μη σ’ αρχίσω τώρα, άει στο καλό σας πια, εσένα ρε φαντάρο μόνο οι Ταλιμπάν θα σε παίρνανε με τέτοια μούσια, την άλλη φορά να βρεις κάτι άλλο να πεις.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB