Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

kleidaras2

Κάποια στιγμή μέσα στο 2019 θα συλληφθεί ο Μιχάλης Μισούνοφ. Συνελήφθη το 2004 (για συμμετοχή σε κύκλωμα πλαστογραφίας πιστωτικών καρτών), το 2009 (για κατοχή δύο εκτοξευτήρων RPG και μίας ρουκέτας), το 2014 (για κατοχή μεγάλης ποσότητας χασίς), άρα, εφόσον το έχει πρόγραμμα με ορίζοντα πενταετίας, θα συλληφθεί και το 2019 (ίσως για συμμετοχή σε κύκλωμα πλαστογραφίας εισιτηρίων του Άρη, που τότε θα έχει ανεβεί Άλφα Εθνική και θα παίζει Τσάμπιονς Λιγκ και θα έχει φτάσει στον τελικό που θα γίνει στο Μόναχο, τη Γάνδη ή την Ισπανία). Αλλά και πριν από όλα αυτά, δηλαδή το 1999, το 1994 και το 1989) ακούγονταν διάφορα περίεργα στη Θεσσαλονίκη, στα οποία δεν δίναμε σημασία πέρα από την καζούρα στους αρειανούς -ήρθαν οι συλλήψεις και δικαίωσαν τους ψιθύρους αναδρομικά.

Αγωνιστικά, από τα ΠΑΟΚ-Άρης και τα Άρης-ΠΑΟΚ της εποχής που έπαιζε συμπαθητικό μπάσκετ, ο Μισούνοφ θα μείνει στη μνήμη μου για μία τεράστια μαγκιά που είχε κάνει στο Παλέ, όταν στην προθέρμανση κάποιος από την κερκίδα μας, κοντά μου, πολύ κοντά μου, πιο κοντά μου δεν γίνεται, δηλαδή, του πέταξε στο κεφάλι ένα ολόκληρο σακουλάκι με σπόρια, την ώρα που έκανε διατάσεις καθισμένος στο παρκέ. Εμείς ήμασταν κάτω στην 7 κι αυτός μπροστά μας, δηλαδή άκρως προκλητικός, ζεσταινόταν από τις ανάσες μας χωρίς να μας ρωτήσει, τι πράματα είναι αυτά. Σκάνε τα σπόρια στο κούτελο, ανοίγει το σακουλάκι, σκορπίζονται τριγύρω του. Κι αυτός ατάραχος, όπως είναι καθισμένος, αρχίζει και τρώει. Τσικ-τσικ το αλατισμένο στα μπροστινά δόντια, μας κοιτάζει, κάνει και γκριμάτσες μμμ, νόστιμα, τρώει δυο-τρία και συνεχίζει το ζέσταμα.

Ο σκώληκας, ο Γιάννης, δούλευε κλειδαράς. Εποχή που είχανε πρωτοξεκινήσει τα κινητά τηλέφωνα, ερχόταν στο σπίτι μας για καφέ να μας τα κάνει νταούλια με τον αρηολέ του και ο αυτοκράτορας και τα λοιπά, που ο καημένος ο Γιάννης άρχισε να πηγαίνει στο γήπεδο το 1993 και δεν πρόλαβε την αυτοκρατορία κι έμεινε από τότε με τις αναμνήσεις από την τηλεόραση και την εφημερίδα. Έβαζε δίπλα στο παράθυρο μία γκουμούτσα που του είχε δώσει το αφεντικό του, περίπου εξήντα εκατοστά τηλέφωνο Τζέιμς Μποντ εποχής Σον Κόνερι, έπινε καφέ και όποτε χτυπούσε το κινητό, που τότε να είχε δέκα κινητά όλη η Θεσσαλονίκη, κρεμόταν από το παράθυρο για να έχει σήμα να μιλάει με τον κλειδωμένο πελάτη. Όταν δεν έπινε καφέ περιμένοντας την κλήση, που κανείς δεν τον έπαιρνε στο 09444444444 εύκολο νούμερο ποιο ήταν δε θυμάμαι επειδή ένα λεπτό σε κινητό ήταν ένας μισθός τότε, κολλούσε αυτοκόλλητα στις πολυκατοικίες περιοχή Χαριλάου και στα ασανσέρ και τον κυνηγούσαν οι θείες επειδή δεν έβγαιναν τα ρημάδια τα αυτοκόλλητα με το Άζαξ και όλο παράπονα για τον κόσμο στη γειτονιά του ο Γιάννης, χάλασε ο λαός του Άρη και τέτοια.

Χτυπάει κάποια φορά ο τηλεφωνικός θάλαμος που κουβαλούσε για κινητό, είχε και ένα κόκκινο φωτάκι θυμάμαι, όποιος έχει πάει κανονικό στρατό ήταν σαν Ράκαλ επί δύο, τόσο μεγάλο. Και τόσο κομψό. Ναι, ναι, παρακαλώ, κλειδαράς, ναι, ναι, πιο δυνατά, πώς είπατε, ναι, ο Μισούνοφ, ποιος Μισούνοφ, Μιχάλη, εσύ, παικταρά μου, ναι, όπου θέλεις, ναι, και στην άκρη της Γης θα έρθω για σένα, ναι, τρέχω, ναι, θα πάρω ταξί, πέντε λεπτά, ναι. Και του γίνεται συγκλονισμός στην ψυχή το τηλεφώνημα, δάκρυα χαράς και συγκίνησης ο Γιαννάκης, παίδες, με πήρε ο Μισούνοφ, κλειδώθηκε έξω απ’ το σπίτι του, πάω να του ανοίξω, μάγκες, αυτογραφάκι και κουβεντούλα για τον Άρη, ποπό, ε ρε μια κωλοφαρδία, τρέχω.

Από τη μία, είχε ο Μιχαλάκης μία έτσι κάπως περίεργη φήμη και όποιος ζούσε Θεσσαλονίκη το ξέρει, ακούγονταν διάφορα. Από την άλλη, οι κλειδαράδες έχουν έναν κρυφό τρόπο να τσεκάρουν αν το σπίτι που ανοίγουν είναι αυτού που τους καλεί, δηλαδή δεν μπορείς εσύ να πας έξω από ένα σπίτι και να πάρεις τον κλειδαρά, να σου ανοίξει αυτός και να ξαφρίσεις τα μαχαιροπήρουνα και να την κοπανήσεις, όχι, ο κλειδαράς σε τσεκάρει, ξέρει αυτός πώς, άμα καταλάβει πως είσαι μουλωχτός σε καρφώνει και έχεις μπελάδες. Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω τον τρόπο, ορκίστηκα στην τιμή των κλειδαράδων, αλλά ένα απλό που κάνουνε όταν ανοίγουν την πόρτα είναι που σου λένε «ανοίξτε το φως, παρακαλώ» και βλέπουν αν ξέρεις τους διακόπτες. Αν ψάχνεις επί τρία λεπτά και αντί για το φως ανοίξεις το θερμοσίφωνα, παίρνουν το 100. Πώς τα έλεγε ο Κλειδαράς του ΑΜΑΝ, κάπως έτσι.

Ρε Γιάννη, αυτός ο Μισούνοφ είναι μαυρίλα, πού πας τώρα έτσι ανάλαφρος να του ανοίξεις, έχε το νου σου. Σκοτείνιασε ο φίλος μας, ο σκώληκας, κόπηκε η χαρά του. Δίκιο έχετε, θα είμαι προσεκτικός, δεν είμαστε τώρα για μπελάδες που μόλις βρήκαμε τόσο καλή δουλειά, που έχουμε και κινητό. Σηκώθηκε, φορτώθηκε το κινητό ντουλάπα στον ώμο και έφυγε για τη δουλειά του, σκεπτικός και μαζεμένος.

Το βράδυ ξανάρθε. Τι έγινε, φίλε μας, πώς πήγε με τον Μισούνοφ; Ντάξει, λέει ο Γιάννης, μια χαρά. Ήταν εκεί με κάτι μαντράχαλους, με περίμεναν, τους άνοιξα, πήρα και το αυτόγραφο, καλή φάση. Τον τσέκαρες, όμως, με τα κόλπα που μας έχεις πει, δικό του ήταν το σπίτι ή τα σήκωσαν όλα και τώρα που μιλάμε σαλπάρουν τα πράματα με κάνα βαπόρι; Ναι, ρε, τον τσέκαρα, του είπα «ωραίο σπίτι, κύριε Μισούνοφ», αυτός είπε «ευχαριστώ». Ε, άμα δεν ήταν δικό του, θα έλεγε «ευχαριστώ»;

 

Χανιά

Χανιά

Έχεις χάσει από τον Π&Alph ...

Read more
Ψεύτες

Ψεύτες

- Κάνατε ντου να μπείτ& ...

Read more
Επειδή

Επειδή

O ΠΑΟΚ που γνώρισα ω&s ...

Read more
Καταλαβαίνεις;

Καταλαβαίνεις;

Ρε να πούμε πριν έναν χ&rh ...

Read more
Καράβι

Καράβι

Στις αρχές της περιόδου 1992-1993 η κόντρα του κόσμου με τον Θωμά είχε αρχίσει να εντείνεται. ...

Read more
Γιουσουφάκια

Γιουσουφάκια

Οι άνθρωποι που έχο&u ...

Read more
Τσάμπα

Τσάμπα

Ορίστε, ίσα κι όμοια Μήτρογλου και Σαλπιγγίδης για πρώτος σκόρερ. Ο ένας κοστίζει 15.000.000 ευρώ κα ...

Read more
Eπιστολή

Eπιστολή

Προς ΓΤΠΑΕ ΠΑΟΚ, Κύριο Σαββίδη Ιβάν Αγαπητέ Πρόεδρε, μετά τον τελικό του ΟΑΚΑ, πριν δύο χρόνια, σου ...

Read more
Βόλεϊ

Βόλεϊ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Εθνική Ελλάδας στο βόλεϊ πρέπει να έκανε κάτι σπουδαίο. ...

Read more
Απογοήτευση

Απογοήτευση

Από εμπιστοσύνη και &ups ...

Read more
Προσδοκίες

Προσδοκίες

Σαν σήμερα, ακριβώς &delt ...

Read more
Κορεό

Κορεό

Επιβάλλεται σχετική μελέτη της φωτογραφίας πριν την ανάγνωση. Λοιπόν, τι βλέπουμε στην εικόνα; ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.