Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

kleidaras2

Κάποια στιγμή μέσα στο 2019 θα συλληφθεί ο Μιχάλης Μισούνοφ. Συνελήφθη το 2004 (για συμμετοχή σε κύκλωμα πλαστογραφίας πιστωτικών καρτών), το 2009 (για κατοχή δύο εκτοξευτήρων RPG και μίας ρουκέτας), το 2014 (για κατοχή μεγάλης ποσότητας χασίς), άρα, εφόσον το έχει πρόγραμμα με ορίζοντα πενταετίας, θα συλληφθεί και το 2019 (ίσως για συμμετοχή σε κύκλωμα πλαστογραφίας εισιτηρίων του Άρη, που τότε θα έχει ανεβεί Άλφα Εθνική και θα παίζει Τσάμπιονς Λιγκ και θα έχει φτάσει στον τελικό που θα γίνει στο Μόναχο, τη Γάνδη ή την Ισπανία). Αλλά και πριν από όλα αυτά, δηλαδή το 1999, το 1994 και το 1989) ακούγονταν διάφορα περίεργα στη Θεσσαλονίκη, στα οποία δεν δίναμε σημασία πέρα από την καζούρα στους αρειανούς -ήρθαν οι συλλήψεις και δικαίωσαν τους ψιθύρους αναδρομικά.

Αγωνιστικά, από τα ΠΑΟΚ-Άρης και τα Άρης-ΠΑΟΚ της εποχής που έπαιζε συμπαθητικό μπάσκετ, ο Μισούνοφ θα μείνει στη μνήμη μου για μία τεράστια μαγκιά που είχε κάνει στο Παλέ, όταν στην προθέρμανση κάποιος από την κερκίδα μας, κοντά μου, πολύ κοντά μου, πιο κοντά μου δεν γίνεται, δηλαδή, του πέταξε στο κεφάλι ένα ολόκληρο σακουλάκι με σπόρια, την ώρα που έκανε διατάσεις καθισμένος στο παρκέ. Εμείς ήμασταν κάτω στην 7 κι αυτός μπροστά μας, δηλαδή άκρως προκλητικός, ζεσταινόταν από τις ανάσες μας χωρίς να μας ρωτήσει, τι πράματα είναι αυτά. Σκάνε τα σπόρια στο κούτελο, ανοίγει το σακουλάκι, σκορπίζονται τριγύρω του. Κι αυτός ατάραχος, όπως είναι καθισμένος, αρχίζει και τρώει. Τσικ-τσικ το αλατισμένο στα μπροστινά δόντια, μας κοιτάζει, κάνει και γκριμάτσες μμμ, νόστιμα, τρώει δυο-τρία και συνεχίζει το ζέσταμα.

Ο σκώληκας, ο Γιάννης, δούλευε κλειδαράς. Εποχή που είχανε πρωτοξεκινήσει τα κινητά τηλέφωνα, ερχόταν στο σπίτι μας για καφέ να μας τα κάνει νταούλια με τον αρηολέ του και ο αυτοκράτορας και τα λοιπά, που ο καημένος ο Γιάννης άρχισε να πηγαίνει στο γήπεδο το 1993 και δεν πρόλαβε την αυτοκρατορία κι έμεινε από τότε με τις αναμνήσεις από την τηλεόραση και την εφημερίδα. Έβαζε δίπλα στο παράθυρο μία γκουμούτσα που του είχε δώσει το αφεντικό του, περίπου εξήντα εκατοστά τηλέφωνο Τζέιμς Μποντ εποχής Σον Κόνερι, έπινε καφέ και όποτε χτυπούσε το κινητό, που τότε να είχε δέκα κινητά όλη η Θεσσαλονίκη, κρεμόταν από το παράθυρο για να έχει σήμα να μιλάει με τον κλειδωμένο πελάτη. Όταν δεν έπινε καφέ περιμένοντας την κλήση, που κανείς δεν τον έπαιρνε στο 09444444444 εύκολο νούμερο ποιο ήταν δε θυμάμαι επειδή ένα λεπτό σε κινητό ήταν ένας μισθός τότε, κολλούσε αυτοκόλλητα στις πολυκατοικίες περιοχή Χαριλάου και στα ασανσέρ και τον κυνηγούσαν οι θείες επειδή δεν έβγαιναν τα ρημάδια τα αυτοκόλλητα με το Άζαξ και όλο παράπονα για τον κόσμο στη γειτονιά του ο Γιάννης, χάλασε ο λαός του Άρη και τέτοια.

Χτυπάει κάποια φορά ο τηλεφωνικός θάλαμος που κουβαλούσε για κινητό, είχε και ένα κόκκινο φωτάκι θυμάμαι, όποιος έχει πάει κανονικό στρατό ήταν σαν Ράκαλ επί δύο, τόσο μεγάλο. Και τόσο κομψό. Ναι, ναι, παρακαλώ, κλειδαράς, ναι, ναι, πιο δυνατά, πώς είπατε, ναι, ο Μισούνοφ, ποιος Μισούνοφ, Μιχάλη, εσύ, παικταρά μου, ναι, όπου θέλεις, ναι, και στην άκρη της Γης θα έρθω για σένα, ναι, τρέχω, ναι, θα πάρω ταξί, πέντε λεπτά, ναι. Και του γίνεται συγκλονισμός στην ψυχή το τηλεφώνημα, δάκρυα χαράς και συγκίνησης ο Γιαννάκης, παίδες, με πήρε ο Μισούνοφ, κλειδώθηκε έξω απ’ το σπίτι του, πάω να του ανοίξω, μάγκες, αυτογραφάκι και κουβεντούλα για τον Άρη, ποπό, ε ρε μια κωλοφαρδία, τρέχω.

Από τη μία, είχε ο Μιχαλάκης μία έτσι κάπως περίεργη φήμη και όποιος ζούσε Θεσσαλονίκη το ξέρει, ακούγονταν διάφορα. Από την άλλη, οι κλειδαράδες έχουν έναν κρυφό τρόπο να τσεκάρουν αν το σπίτι που ανοίγουν είναι αυτού που τους καλεί, δηλαδή δεν μπορείς εσύ να πας έξω από ένα σπίτι και να πάρεις τον κλειδαρά, να σου ανοίξει αυτός και να ξαφρίσεις τα μαχαιροπήρουνα και να την κοπανήσεις, όχι, ο κλειδαράς σε τσεκάρει, ξέρει αυτός πώς, άμα καταλάβει πως είσαι μουλωχτός σε καρφώνει και έχεις μπελάδες. Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω τον τρόπο, ορκίστηκα στην τιμή των κλειδαράδων, αλλά ένα απλό που κάνουνε όταν ανοίγουν την πόρτα είναι που σου λένε «ανοίξτε το φως, παρακαλώ» και βλέπουν αν ξέρεις τους διακόπτες. Αν ψάχνεις επί τρία λεπτά και αντί για το φως ανοίξεις το θερμοσίφωνα, παίρνουν το 100. Πώς τα έλεγε ο Κλειδαράς του ΑΜΑΝ, κάπως έτσι.

Ρε Γιάννη, αυτός ο Μισούνοφ είναι μαυρίλα, πού πας τώρα έτσι ανάλαφρος να του ανοίξεις, έχε το νου σου. Σκοτείνιασε ο φίλος μας, ο σκώληκας, κόπηκε η χαρά του. Δίκιο έχετε, θα είμαι προσεκτικός, δεν είμαστε τώρα για μπελάδες που μόλις βρήκαμε τόσο καλή δουλειά, που έχουμε και κινητό. Σηκώθηκε, φορτώθηκε το κινητό ντουλάπα στον ώμο και έφυγε για τη δουλειά του, σκεπτικός και μαζεμένος.

Το βράδυ ξανάρθε. Τι έγινε, φίλε μας, πώς πήγε με τον Μισούνοφ; Ντάξει, λέει ο Γιάννης, μια χαρά. Ήταν εκεί με κάτι μαντράχαλους, με περίμεναν, τους άνοιξα, πήρα και το αυτόγραφο, καλή φάση. Τον τσέκαρες, όμως, με τα κόλπα που μας έχεις πει, δικό του ήταν το σπίτι ή τα σήκωσαν όλα και τώρα που μιλάμε σαλπάρουν τα πράματα με κάνα βαπόρι; Ναι, ρε, τον τσέκαρα, του είπα «ωραίο σπίτι, κύριε Μισούνοφ», αυτός είπε «ευχαριστώ». Ε, άμα δεν ήταν δικό του, θα έλεγε «ευχαριστώ»;

 

2014

2014

Βασικοί υποψήφιοι για «πρόσωπα της χρονιάς» ήταν στο μυαλό μου ο Άγγελος Αναστασιάδης και ο Θόδωρος ...

Read more
Ασπίδα

Ασπίδα

25 Αυγούστου 2002, 14 χρόνι&al ...

Read more
Μίκι

Μίκι

He’s fat / He’s round / He’s worth a million pounds («Είνα& ...

Read more
Λεκές

Λεκές

Ο ΠΑΟΚ ταξίδευε στη Λιβαδειά για την τελευταία αγωνιστική της κανονικής περιόδου ως δεύτερος, έχοντα ...

Read more
Κάποιοι

Κάποιοι

Κάποιοι Παοκτσήδες δεν έχουν χρήματα για να πάνε στο γήπεδο. 10 Ευρώ τους περισσεύουν όλα κι όλα, τα ...

Read more
Πίστη

Πίστη

Μεγάλωσα σε ένα χωριό όπου η θρησκεία ήταν στο επίκεντρο κάθε κουβέντας, κάθε κοινωνικής εκδήλωσης, ...

Read more
Τσανάκαλης

Τσανάκαλης

Αυτό τώρα με το νέο «Ύμνο του ΠΑΟΚ» να μην το σχολιάσω. Και τον Ύμνο και τον ποιητή, τον οποίο άκουσ ...

Read more
Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας καλημ&epsi ...

Read more
Yπέρβαση

Yπέρβαση

Στο ημίχρονο, είχα πάρει απόφαση πως στο συγκεκριμένο παιχνίδι ούτε που με ενδιαφέρει η τελική έκβασ ...

Read more
Μοντέρνο

Μοντέρνο

Μαρκ-Βιβιέν Φοέ, ετών 28. &Alph ...

Read more
Είκοσι (15/01/1997)

Είκοσι (15/01/1997)

Οκτώ αγώνες χωρίς νίκ& ...

Read more
Παρτιζάν

Παρτιζάν

Θα προτιμήσω να καταθέσω την άποψή μου εντελώς στα τυφλά κι ας χαρακτηριστώ ως ανιστόρητος, υβριστής ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.