Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

Πονάει λίγο, αλλά ας μιλήσουμε για τους προδότες (και για τους «προδότες»), μέρες που είναι.

(Μπαίνοντας στο σύνδεσμο για να πάρω τα εισιτήρια, είχε κολλημένο στον τοίχο με σελοτέιπ ένα χαρτί που έγραφε πάνω-πάνω: «Να το μάθουν όλοι μέχρι την Κυριακή». Και συνέχιζε «Φασούλα, Φασούλα, Φασούλα»…  Το μάθαμε όλοι. 

 

Το λέγαμε δυο ώρες πριν την έναρξη, το λέγαμε σε όλο το ματς, το λέγαμε και μετά. Τον κάναμε Πρωταθλητή, τον κάναμε Βουλευτή, τον κάναμε και Δήμαρχο. Μια χαρά του ‘κατσε. Μακριά από μας.)

Ας πιάσουμε 4+1 χαρακτηριστικές ιστορίες «προδοσίας».

Ο Γιώργος Κούδας τα έκανε όλα. 20 χρονών έφυγε από μόνος του. Είχε χρέη, λέει, επειδή η ΠΑΕ δεν τήρησε τις υποσχέσεις της. Έστω. Παρακάλεσε τον Ολυμπιακό για να παίξει εκεί. Αρνήθηκε να γυρίσει παρά τον τρελό χαμό που έγινε και μόνο με εντολή της χούντας ξανάρθε στον ΠΑΟΚ, υπό το φόβο πως η καριέρα του θα τελείωνε οριστικά. Και χάρη στον Παντελάκη, που δε μάσησε τίποτα. Ανυπομονώ να παίξω στον Ολυμπιακό, μετράω μέρες να φορέσω την ερυθρόλευκη φανέλα, δεν πρόκειται να ξαναπαίξω στον ΠΑΟΚ, δηλώσεις επί δηλώσεων, μέχρι και σνακ μπαρ στο Πασαλιμάνι άνοιξε. Και τελικά; Γύρισε, έπαιξε για άλλα 16 συνεχόμενα χρόνια, έφτασε τις 608 συμμετοχές και τα 165 γκολ, ορίζοντας εις τους αιώνες των αιώνων τη λέξη «ίνδαλμα» και ταυτίζοντας το όνομά του με τον Δικέφαλο. Προδότης; Μπα… (Παιδάκι σε απόγνωση, λέω εγώ)

Ο Χρήστος Δημόπουλος την κοπάνησε λίγες μέρες πριν τον τελικό με τη Λάρσα για να συζητήσει περί της μεταγραφής του στον Παναθηναϊκό. Ο φονιάς (της ΑΕΚ), που είχε γράψει προηγουμένως 36 συμμετοχές με 17 γκολ εκείνη τη χρονιά. Έκανε αυτός την ομάδα άνω-κάτω, έφαγε νωρίς και την κόκκινη ο Βασιλάκος, πάρε ένα 4-1 να το θυμάσαι ως το επόμενο, 29 χρόνια μετά. Προδότης; Μπα... (Φραγκο-Φονιάς, λέω εγώ)

Ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης γράφει 137 συμμετοχές και 62 γκολ με τον Δικέφαλο, κάνοντας και 3 χρόνια αγροτικό σε Καβάλα και Λάρσα. Το πρώτο του αμάρτημα ήταν που έκανε εκείνο το «σσσ» στην 4 και έφαγε το πρώτο κράξιμο που δεν ξεχάστηκε ποτέ. Μετά, ήρθε η ώρα της μεταγραφής: Μείνε, φεύγω, βρε μείνε, βρε φεύγω, κυνηγητό στο αεροδρόμιο, συνδεσμίτες, φίλοι, ξαδέρφια, εξορκιστές, πάει το πουλάκι. Άντε ψάξε να βρεις πόσο Γούμενος έπαιξε σε όλη την ιστορία και πόσο Κοντός. Αλλά στο πρώτο ματς ως αντίπαλος, η χαριστική βολή. Παίρνεις την μπάλα και τη στήνεις. Εκεί τελειώνεις. ΠΑΟΚ είσαι, το λες και στους βάζελους, το σέβονται, σε χειροκροτούν, σε αγαπάνε, τους αγαπάς. ΠΑΟΚ είσαι, το ξέρουμε κι εμείς, οι πολλοί, αυτοί που δε σου βρίζουμε τη μάνα και δε σου πετάμε ψεύτικα ευρώ στη μάπα στην Τούμπα, καλά να είσαι εκεί όπου είσαι. Και αποφασίζεις να γυρίσεις. Γιατί; Εσύ ξέρεις. Μεγάλο παιδί ήσουν, όλα τα υπολόγισες, πήρες το ρίσκο. Δε σου βγήκε. «Μαλακία κάνω, αλλά θα γυρίσω», λέει ο μύθος πως είπες. Άρα ήξερες. Κι αν εγώ κι άλλοι πεντέξι δε θα σε βρίσουμε ποτέ όσο φοράς τη φανέλα μας, για τους υπόλοιπους δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ας πρόσεχες. Προδότης; Μπα… (Μαλάκας, λέω εγώ)

Ο Αλέξανδρος Τζιώλης (ποιος; Ναι, ο Αλέξανδρος Τζιώλης) έφυγε από τον ΠΑΟΚ «επειδή δεν ήταν σίγουρη η μόνιμη παρουσία του στην 11άδα». Ο κύριος Τζιώλης προτίμησε να υποβιβαστεί με τη νέα του τουρκική ομάδα παρά να μείνει και να διεκδικήσει Ευρώπη, Κύπελλο και Play-offs με την ομάδα που τον πληρώνει. Και τη συμμετοχή του στο Mundial, φυσικά, που τον καίει πάνω απ’ όλα. Και να που γίναμε μπουρδέλο στο κέντρο, μια μεταγραφή βγήκε κι αυτή δεν έπαιξε στην Ευρώπη και ψάχναμε στα τελευταία με τον Κίτσιου στα χαφ να κόψουμε καμιά αντεπίθεση που έμοιαζαν τα Γιάννινα και η Καλλονή με την Ολλανδία του ’70. Άμα πάει στη Βραζιλία και γυρίσει, μια χαρά θα κάθεται στον πάγκο και θα πληρώνεται κάθε 1η του μήνα του χρόνου, σιγά τη μαντεψιά. Προδότης; Μπα... (Αδιάφορος, λέω εγώ)

Για την 5η ιστορία προδοσίας ας μιλήσουμε όταν θα πιάσουμε το κεφάλαιο Επανάσταση (ή «Επανάσταση»). Ούτως ή άλλως, αυτή η ιστορία γράφεται ακόμα.

Οι συνθήκες φυγής των Τερζανίδη, Ασλανίδη, Άγγελου, Ορφανού, Κωστίκου, Μπανιώτη, Μαυρομάτη, Σκαρτάδου, Καραγεωργίου, Οκκά, Καφέ, ΓΧ, Σβούρα, Οικοδόμου (συμπληρώστε ελεύθερα) δε νομίζω πως στέκουν ως υποθέσεις «προδοσίας» ούτε για αστείο. Είχαμε να κάνουμε είτε με παίκτες που είχαν μεγαλύτερες φιλοδοξίες από το διαλυμένο εκείνη την περίοδο σωματείο μας, είτε με ποδοσφαιριστές που έδιωξε η ίδια η ομάδα με τη συμπεριφορά της, είτε με ψυχρούς επαγγελματίες που λειτουργούσαν με τη μέθοδο Insert Coin To Continue. Οι περισσότεροι παραμένουν κοντά στην ομάδα και αποτελούν ζωντανά κομμάτια της ιστορίας. Οι τέσσερις πρώτοι που αναφέρω ξεχωριστά θεωρώ πως αποτελούν βασικές ιστορίες προδοσίας (ή «προδοσίας») στην ιστορία που έζησα ή μελέτησα, από το ’60 και μετά. Κι αν ο τελευταίος έχει ελάχιστη θέση και προσφορά σε σχέση με τις δεκαετίες της ιστορίας μας, είναι η πρώτη περίπτωση ποδοσφαιριστή που κάνει κακό συνειδητά, με σχέδιο, στη μέση της χρονιάς, για να ικανοποιήσει ή καλύτερα για να σιγουρέψει την εκπλήρωση μιας προσωπικής φιλοδοξίας πάνω από την ομάδα, τον εργοδότη, τους συναδέλφους, την υστεροφημία του.

Αλλά εγώ από μικρός έμαθα να αγαπάω κάποιον γι’ αυτά που μου έδωσε. Και γι’ αυτό τους αγαπάω όλους αυτούς, τους πρώην και τους επόμενους, για όσα μου δίνουν και δε με νοιάζει πού ήταν και πού θα πάνε μετά από εδώ. Με νοιάζει μόνο τι κάνουν όσο είναι εδώ. Όσο είναι απλά το σώμα τους μέσα στη φανέλα. Ναι, ρε, μέχρι και το Γούναρη τον αγαπάω για τα 12 χρόνια που πρόσφερε κι ας λέει ό,τι παπαριά θέλει κι ας αγαπάει το Γουλανδρή και το Σαλιαρέλη και τον Ατίλιο. Κι ας ήταν στον πάγκο εκείνο το απόγευμα. Το μίσος για τους πρώην είναι για τις απατημένες γκόμενες. Δεν υπάρχουν προδότες. Υπάρχουν αυτοί που είναι εδώ κι αυτοί που είναι αλλού. Και οι μόνοι που θα είμαστε για πάντα εδώ είμαστε εμείς.

 

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB