Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

paok21gavrΔευτέρα πρωί με παίρνει ο Ζ να πάρω εισιτήρια για το γάβρο. Δευτέρα βράδυ το ακυρώνει, μπα, δε θα ‘ρθω, πάρε μόνο για σένα.

Τρίτη πρωί, έλα, εντάξει, τα κανόνισα με τη δουλειά, πάρε και για μένα. Τρίτη απόγευμα, πίκρα, τελικά πρέπει να δουλέψω, μην το πάρεις άδικα. Τετάρτη πρωί, μάντεψε, πήρα ρεπό, θα έρθω Κυριακή πρωί, πάρε όπου θες, πέταλο ή ισιάδι, δε με νοιάζει, μόνο να έρθω και να τους σκίσουμε ρε, να τους μείνει αξέχαστο, έρχομαι ρεεε, Κυριακή ρεεε. Τετάρτη απόγευμα, ο μικρός έχει λίγο πυρετό, πού να την αφήσω την άλλη μόνη της, καλύτερα να μείνω εδώ, πού να τρέχω τώρα. Πέμπτη πρωί τον παίρνω εγώ, έλα ρε, τι έγινε, δε με πήρες σήμερα. Όχι, εντάξει, άκυρο, πήγαινε μόνος σου, δεν παίζει να κουβαληθώ. Ρίχτε στο γάβρο τρία γκολ κι ένα για μένα. Ρε φίλε, με ξενέρωσες κι εμένα τώρα, δεν πάω ούτε εγώ, μ’ έπρηξες τόσες μέρες, θα κάτσω σπίτι.

Παρασκευή πρωί, χτυπάει το κινητό. Αριθμός σταθερό Θεσσαλονίκης, εννιάρι. Καλημέρα, ο κύριος Ισοβίτης; Ο ίδιος, λέω στην πολύ γλυκιά, μελωδική φωνή που καλούσε. «Από τη Forthnet σας παίρνω, να σας ενημερώσω πως έχετε κερδίσει δύο εισιτήρια για τον αγώνα ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός, την Κυριακή. Μπορείτε να περάσετε σήμερα ή αύριο από το κατάστημά μας στην Μπότσαρη με την ταυτότητά σας και να τα παραλάβετε». Πολύ στημένη η τύπισσα, τα έλεγε με τη μία και δασκαλεμένα. Ποιος σ’ έβαλε, μαρή, να μου κάνεις πλάκα πρωί πρωί; «Πώς είπατε, παρακαλώ»; Λέω, ποιος σ’ έβαλε να σπάσεις πλάκα μαζί μου, ο Τάδε; «Όχι». Ο Τάδε, μήπως, αυτή η μουχρίτσα που ακόμα δε με συγχώρεσε που τον είχα στείλει είκοσι χιλιόμετρα μακριά για να σπάσω πλάκα; «Μα όχι, σας παρακαλώ, δε σας κάνω πλάκα, ονομάζομαι Τάδε και σας παίρνω από τη Forthnet, δεν σας επιτρέπω». Εκεί το κατάλαβα ποιος την έβαλε, ο Τάδε θα ήταν, δίπλα της τώρα κυλιόταν από τα γέλια. Είχα εκνευρίσει κι εγώ πολύ κόσμο, μια ζωή με τις φάρσες και τα παπατζιλίκια, ήταν η σειρά τους.

Αν έτρωγα το παραμύθι, θα έπρεπε εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, που είχε κι ένα ψιλόβροχο, να πάρω το μωρό με το καρότσι, να μπω στο 6, να πάω μέχρι Μαρτίου, από εκεί να πάρω το 30 για Μπότσαρη και μετά ξανά τα δύο αστικά στην επιστροφή. Δηλαδή 4 δρομολόγια με πίτα λεωφορεία μέσα στον κωλόκαιρο, με τη μικρή από κάποια στιγμή και μετά που βαριόταν στα αστικά να ουρλιάζει και να μη σταματάει, Παναγιώτης Γιαννάκης η γκρίνια της μετά από πέντε λεπτά σε λεωφορείο του ΟΑΣΘ. Αλλά ήταν πρωί, είχα πιει τον φραπέ, είχα μυαλό καθαρό. «Λοιπόν; Θα περάσετε σήμερα ή αύριο ως τις 4 να παραλάβετε, εντάξει»; Χέσε μας, κοπέλα μου, πες και του μαλάκα δίπλα σου πως ο Ισοβίτης δεν ψαρώνει με τέτοια ερασιτεχνικά. Και της το ‘κλεισα.

Και μόλις της το ‘κλεισα, ήρθε η αναλαμπή. Την είχα κάνει την παπαριά, τσάμπα έβρισα τον φίλο μου τον Τάδε, δεν ήταν αυτός. Άλλος ήταν, μεγάλος ξεφτίλας, είχα δηλώσει όλο καμάρι και φούσκωμα στον καφέ της προηγούμενης μέρας εμένα ρε δεν μπορείς εσύ να με κοροϊδέψεις, είσαι πολύ μικρός, δεν έχεις τα κυβικά, άντε ρε χώσου στην τρύπα σου. Ξαναπαίρνω στο σταθερό, απαντάει η ίδια, γλυκιά φωνή, «Forthnet, παρακαλώ», άκου τώρα, πόσο στημένη η τύπισσα, της λέω συγγνώμη για πριν, έκανα λάθος. «Δεν πειράζει, εσείς να είστε καλά». Δεν έπρεπε να βρίσω τον Τάδε, αλλά τώρα κατάλαβα ποιος σε έβαλε, λοιπόν, πες του άλλου του μαλάκα πως πρέπει να προσπαθήσει καλύτερα για να με ψαρώσει εμένα, το βρωμοσκούληκο, πες του να βάλει τα εισιτήρια στον κώλο του και άλλη φορά να μην πιάνει τον ΠΑΟΚ στο στόμα του. Σκουλήκι από Τούμπα, υπάρχουν κι αυτά, τι να πεις. Αποθήκευσα και το σταθερό, να είμαι έτοιμος σε ενδεχόμενη νέα κρούση, το ‘ψαξα και στο ίντερνετ για να βάλω επώνυμο που δε θυμόμουν. Και έλεγε στο ίντερνετ πως το σταθερό ανήκε στη Forthnet.

Ε, ναι, χμμμ, καλημέρα, είμαι το παιδί που μιλούσαμε πριν, τι κάνετε; «Εεε, καλά, καλά, εσείς όλα καλά»; Ναι, λοιπόν, ας κάνουμε πως σας παίρνω πρώτη φορά, πάμε από την αρχή. «Εντάξει, τι θέλετε να σας πω»; Σε ποια θύρα είναι τα εισιτήρια; «Μισό λεπτό να κοιτάξω. Στην 3 είναι, δύο εισιτήρια, μπορείτε να έρθετε μέχρι», εντάξει, άσ’ το, έρχομαι τώρα. Φορτώνω τη μικρή στο αστικό, πρώτα στο 6, μετά στο 30, πάω στο μαγαζί, καλημέρα, τι κάνετε, ταυτότητα, φάκελος, ευχαριστώ, παρακαλώ. Μη με ρωτήσετε άμα ήταν όμορφη η κοπέλα, δεν κοίταξα πάνω από τον πάγκο, ντρεπόμουν. Βγαίνω έξω, παίρνω τον ΤΤΚ, έλα, πάμε στο ματς την Κυριακή, πήρα εισιτήρια. «Ωραίος ρε, θα περάσω κατά τις τάδε να σε πάρω, καλά έκανες».

Σάββατο πρωί, πάλι τηλέφωνο ο επαρχιώτης. «Έλα, μαλάκα, θα έρθω ρε, σε λέω, τελικά έπεσε ο πυρετός και ξέρω ‘γώ, Κυριακή πρωί όπως είπαμε , τράβα να με πάρεις εισιτήριο» και τα λοιπά. «Ε, υπόψη, πάρε σε καμιά 4, δεν έχω πολλά λεφτά, ίσα ίσα τις βενζίνες έχω, αλλά θα έρθω». Λοιπόν, μεγάλε, άκου πώς έγινε. Η Νόβα και τα λοιπά κέρδισα δύο εισιτήρια στην 3 κι έτσι κι αλλιώς. «Τι με λες, σοβαρά; Καλύτερα, πάμε στην 3, ωραία φάση. Κερδίζει κανείς σε τέτοιες κληρώσεις, ρε φίλε»; Ε, κέρδισα εγώ, άρα είναι κανονική η ιστορία. Αλλά δεν κατάλαβες τι σου είπα, το έδωσα ήδη στον ΤΤΚ, του είχα υποχρέωση, για σένα δεν έχει. Άμα θέλεις να έρθεις, θα πληρώσεις. «Όχι, ρε φίλε, τι με λες τώρα, δεν μπορώ να πάρω στην 3, θα έχει 30 Ευρώ». Κάνε ό,τι θες, άμα δε μ’ έπρηζες θα έρθω και δε θα έρθω όλη την εβδομάδα θα σ’ το κρατούσα.

Φτάνει η ώρα να φύγουμε για το ματς, από το σπίτι με τον Ζ. Παίρνει ο ΤΤΚ, «μάγκες, ο μικρός μου έχει πυρετό, μάλλον δεν μπορώ να ‘ρθω». Άντε κι άλλος με τον πυρετό, ρε Ζ, πήγες και κόλλησες ίωση στο παιδί του για να του φας το εισιτήριο; Ντάξει, του λέω, πάμε εμείς προς το γήπεδο και βλέπουμε. «Μόλις φτάσετε πάρε με, να του βάλω θερμόμετρο, να δω αν θα έρθω». Ρε ΤΤΚ, έχει και μάνα το παιδί, ξεκόλλα, άσ’ την μόνη για δύο ώρες, δε θα πάθει και τίποτα που θα του βάλει ένα υπόθετο να πέσει ο πυρετός, μέχρι να του το δώσει θα έχεις γυρίσει. Αλλά πολύ υπεύθυνος πατέρας ο ΤΤΚ, χαλάλισε το παιχνίδι για τον κανακάρη του. Όταν μεγαλώσει και τα διαβάσει όλα αυτά, θα μάθει πόσο τον αγαπούσε ο γέρος του.

Μέχρι να βρούμε να παρκάρουμε, να παίξει και στοίχημα ο Ζ τον ΠΑΟΚ ένα-χι, ναι, παιδιά, τον έπαιξε ένα-χι, μεγάλο κεφάλαιο οι Παοκτσήδες που παίζουν και κάλυψη την ομάδα, θα το αναλύσουμε μιαν άλλη φορά, έπαιξα κι εγώ στάνταρ άσο το ίδιο ποσό, που δεν παίζω στοίχημα αλλά για να του την πω στα ίσα του Ζ, πήγε σχεδόν η ώρα του ματς. Πάμε προς τα επίσημα, παίρνει πάλι ο ΤΤΚ. «Έρχομαι, μαλάκες, μην μπείτε, περιμένετε απ’ έξω, μόλις ξεκίνησα, έρχομαι ρε, ο θρύλος κι ο Πειραιάς». Το παιδί; Έπεσε ο πυρετός; «Ε; Ποιος να έπεσε; Δεν ξέρω τι εννοείς, έρχομαι, τώρα είμαι στον περιφερειακό, μείνετε έξω από την 1 και θα σας βρω, αλεό, Παοκάρα και Παοκολέο». Στράβωσε ο Ζ, έπρεπε τώρα να αγοράσει εισιτήριο. Πάμε στα εκδοτήρια, βγάζει το δεκάευρο να πάρει στην 4, μετά ψάχνει και βγάζει εικοσάευρο να πάρει στην 6, κάπου εκεί λέει «άει σιχτίρ, θα έρθω μαζί σας στην 3». Σκάει 25 ή 30 ευρώ, παίρνει στην 3. Με κοιτάει κάπως περίεργα, του λέω μη με κοιτάς, εγώ δε σου δίνω φράγκο, τα ίδια χάλια είμαι, αλλά δε θα με γκαντεμιάσεις πρώτη φορά που κέρδισα κάτι.

Όσο περιμένουμε απ’ έξω, φτάνει ένα αμάξι με τους γιους του Ιβάν και τους σεκιουριτάδες, φτάνει όλος ο ΠΑΟΚ που ήταν εκτός αποστολής, φτάνει και ο Λίνο. Με πιάνει η αρρυθμία εμένα, άντε, μου λέει ο Ζ, τράβα δίπλα του να σε βγάλω φωτογραφία. Ρε φίλε, πιο μεγάλος είμαι από τον Λίνο, σιγά μην πάω να βγάλω και σέλφι, ξεφτίλα. Άμα σκάσει κανένας Τουρσουνίδης θα πάω να με βγάλεις. Τον έβγαλα τον Λίνο μόνο του, με το Λινάκι, να τους δείξω στην κόρη μου που τους αγαπάει. Φτάνει κάποια στιγμή και ο ΤΤΚ, ψάχνουμε την είσοδο για την 3. Πουθενά η είσοδος της Θύρας 3, άνοιξε η γη και την κατάπιε.

Όπως έγραψα και παραπάνω, η Τούμπα εκείνη τη μέρα τη συγκεκριμένη δεν είχε είσοδο που να έγραφε από πάνω «ΘΥΡΑ 3». Μετά από 300 ματς πόσα έχω πάει στην Τούμπα, πρώτη φορά θα έμπαινα από εκείνη την είσοδο, στο σκεπαστό, ε, εκείνη τη φορά έτυχε να μην έχει τέτοια είσοδο. Μάθαμε τον εναλλακτικό τρόπο να μπεις στην 3 και μπήκαμε από εκεί, δεν κοιτιόμασταν μεταξύ μας, τέλος πάντων, πάει κι αυτό, μετά έπρεπε να βρούμε τη θέση μας επειδή δεν μπορούσαμε να κάτσουμε πουθενά που μας έδιωχναν όλοι. Σαν το θέατρο το σκεπαστό, αν δεν καθόσουν εκεί που έγραφε το εισιτήριο σου φώναζαν να σηκωθείς. Δείχνουμε τα εισιτήρια σε έναν σεκιουριτά, μας λέει εκεί. Ο άλλος σεκιουριτάς λέει από την άλλη. Ο τρίτος σεκιουριτάς μας δείχνει σε διαφορετική θέση. Βλέπω έναν ασπρομάλλη στις δερμάτινες καρέκλες, πάω σ’ αυτόν, παλαίουρας ο τύπος, μου δείχνει ακριβώς το σημείο που έπρεπε να κάτσουμε κι έπεσε μέσα από τα πενήντα μέτρα.

Είδαμε, λοιπόν, για πρώτη και ελπίζω τελευταία φορά, τον ΠΑΟΚ με τον Ολυμπιακό από το σκεπαστό. Από τα «επίσημα», δηλαδή, γιατί για μας τους κάγκουρες οι τρεις Θύρες που δεν ξέρουν από βροχή όλες είναι τα επίσημα. Δε μας χάλασε, είδαμε το 2-1 του Τζαβέλα μπροστά στα μάτια μας, είδαμε και τις αθλητικές ικανότητες του Ινσαουράλδε στο πιάτο, είδαμε και το κωλοδάχτυλο του αριστερού μπακ του γάβρου στα είκοσι μέτρα. Έβγαλα και είκοσι Ευρώ από το στάνταρ άσο στο στοίχημα, σύνολο κερδισμένος γύρισα σπίτι, ο Ζ και εισιτήριο ακριβό πλήρωσε και έχασε το στοίχημα, που είχε παίξει μαζί κάτι Λιόν και Γκινκάμπ και Φρούμπεμπουργκ περίεργα. Από τότε, τις Παρασκευές με πιάνει μια φαγούρα και κοιτάζω το κινητό, να βγει κανένα σταθερό Θεσσαλονίκης εννιάρι.

Mπαλάκια

Mπαλάκια

Πραγματικά, είναι μοναδικό το συναίσθημα να είσαι Ολυμπιακός. Πρέπει να ζήσεις λίγο ως γάβρος για να ...

Read more
Βοηθητικό

Βοηθητικό

Να σημειώσω εξαρχής, για να μην το ξεχάσω στο τέλος και μπερδέψω κανέναν, πως ο αγώνας βόλεϊ ΠΑΟΚ-Εθ ...

Read more
Κινέζος

Κινέζος

Μάλιστα. Τ’ ακούσαμε κι αυτό. Έχουμε και τέτοιους συνοπαδούς, τι να κάνεις. Η ατάκα, αυτολεξεί, ...

Read more
Σόνικ

Σόνικ

Δεν μεγάλωναν με τίπ&om ...

Read more
Τζαμποσακούλα

Τζαμποσακούλα

Δεν είναι δυνατό να μεταφέρεται γονιδιακά αυτό το πράμα. Κι όμως, κάθε μέρα επαληθεύεται, αυτό το πα ...

Read more
Μπελούσι

Μπελούσι

Πριν μια βδομάδα, ο Τ&zet ...

Read more
Συμμαχίες

Συμμαχίες

Εμένα οι φίλοι μου &delt ...

Read more
Χριστουγεννιάτικο

Χριστουγεννιάτικο

Σαν σήμερα, πριν από 22 χρόνια, στις 23 Δεκεμβρίου 1992, έκανε ντεμπούτο στο Πρωτάθλημα με τη φανέλα ...

Read more
Τρία

Τρία

Στις 30 Απριλίου 2014 εμ&p ...

Read more
Ρομαντικό

Ρομαντικό

Τι πιο ρομαντικό θέαμα από έναν πατέρα που κρατάει το γιο του από το χέρι, ντυμένοι με κασκόλ του ΠΑ ...

Read more
Πετσί

Πετσί

- ΡΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΕΓΩ Δ&Eps ...

Read more
Υπεράνθρωποι

Υπεράνθρωποι

Κυκλοφορεί ένα πο&sig ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.