Στράτος

Στράτος

(Εισαγγελεύς)...

Γράμμα

Γράμμα

Θεσσαλονίκη,...

Νέτο

Νέτο

Υπάρχουν...

Πάνκης

Πάνκης

- Μαζί κατεβήκαμε.-...

Ράδιο

Ράδιο

-Πάμε στο Ηράκλειο,...

Ρεύμα

Ρεύμα

«Ο ΠΑΟΚ». Το...

Κασκορσέ

Κασκορσέ

Είμαι οπαδός της...

1100

1100

Ο Γιώργος, ο...

Ένσταση

Ένσταση

H KAE ΠΑΟΚ επέλεξε να...

Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

  • Στράτος

    Στράτος

    Tuesday, 11 May 2021 14:04
  • Γράμμα

    Γράμμα

    Saturday, 08 May 2021 14:09
  • Νέτο

    Νέτο

    Thursday, 06 May 2021 20:13
  • Πάνκης

    Πάνκης

    Monday, 05 April 2021 19:26
  • Ράδιο

    Ράδιο

    Saturday, 13 February 2021 14:20
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Sunday, 07 February 2021 14:22
  • Κασκορσέ

    Κασκορσέ

    Sunday, 24 January 2021 14:26
  • 1100

    1100

    Sunday, 27 December 2020 14:33
  • Ένσταση

    Ένσταση

    Saturday, 19 December 2020 19:38
  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16

filadelphiaΕίμαι οπαδός της σχολής Μάρκες. Ήμουν από παιδί, ακόμα και πριν εκφράσει γραπτώς τη σχετική άποψη ο Κολομβιανός συγγραφέας: Η ζωή μας δεν είναι όσα ζήσαμε, αλλά όσα θυμόμαστε πως ζήσαμε και πώς μπορούμε να τα διηγηθούμε. Πάντα το πίστευα και δεν θα γίνω αναθεωρητικός σε τέτοια ηλικία: Αυτό που θυμάμαι -αυτό συνέβη. Και η πραγματικότητα ας απασχολήσει όποιον την προτιμά. Το ΠΑΟΚ-ΟΦΗ το 1997 έληξε 2-0. Αυτό θυμάμαι, αυτό θυμάται όποιος ήταν στο γήπεδο, δεν πρόκειται να πιστέψω βίντεο, φύλλα αγώνα ή ρεπορτάζ. Ο Καπετανόπουλος σούταρε πατώντας τη γραμμή της σέντρας και τα βίντεο που τον εμφανίζουν λίγο έξω από τη μεγάλη περιοχή δεν ξέρω ποιος τα έχει φτιάξει. Στο ΟΑΚΑ το 1994 δεν μας έδωσε τέσσερα καθαρά πέναλτι.

Στη Νέα Φιλαδέλφεια φορούσα κασκορσέ. Άσπρο, αμάνικο φανελάκι. Από τον ήλιο, όλη μέρα εκτεθειμένος στον Σύνδεσμο, την πορεία και το γήπεδο, είχα κάνει και το λεγόμενο «μαύρισμα οικοδόμου». Και δεν το θυμάμαι μόνο εγώ έτσι, το θυμάται κι η Άννα, που μπήκα σπίτι ξημερώματα με τα Σπορ στα χέρια ουρλιάζοντας και αυτή φώναξε τρομαγμένη πώς είσαι έτσι, τι έπαθες, που είδε τη μούρη μου κόκκινη και, όταν έβγαλα τα ρούχα, τον κόκκινη πλάτη με τα τιραντάκια. Και εμφανίζεται αυτή η φωτογραφία, που δείχνει κάποιον που είμαι εγώ, εντάξει, εγώ είμαι, ο οποίος εγώ φοράω κανονικό άσπρο φανελάκι με μανίκι και όχι κασκορσέ. Τι σκατά. Δεν παίζει, πρόκειται για φότοσοπ, ναι, ποιος έκατσε, μωρέ μαλάκα, να κάνει φότοσοπ σε εσένα, σε φωτογραφία με τρεις χιλιάδες ανθρώπους, και έκατσε και έβαλε μανίκια στο φανελάκι σου, πας καλά; Ναι, ρε, πάω καλά. Εσείς δεν πάτε καλά, όλοι σας. Φορούσα αμάνικο, με έκαψε ο ήλιος, έκανα και το μαύρισμα. Όπως τα θυμάμαι εγώ έγιναν και την πραγματικότητά σας να τη βάλετε εκεί που ξέρετε.

Τ ο ύ ρ τ α

Όποιος θυμάται έναν περίεργο ένα πρωί Κυριακής να κάθεται με τις ώρες στον Πανελλήνιο με βρακί, κάλτσες και αθλητικό παπούτσι, να τον ενημερώσω πως δεν επρόκειτο για πρεζάκι, ή άστεγο ή οτιδήποτε άλλο. Εγώ ήμουν.

Σάββατο βράδυ δουλεύαμε σερβιτόροι με τον Βαγγέλη, αγχωμένοι να τελειώνουμε να φύγουμε για Νέα Φιλαδέλφεια. Τα λεωφορεία ξεκινούσαν στις έξι το πρωί, το μαγαζί το κλείναμε συνήθως κατά τις τέσσερις, τότε που η μισή Θεσσαλονίκη ξημέρωνε έξω και η άλλη μισή την εξυπηρετούσε. Εκεί περίπου δύο ώρες πριν αναχωρήσουν τα πούλμαν, έφυγε κι ο τελευταίος μεθυσμένος, αλλάξαμε ρούχα και βάλαμε τα εκδρομικά και βουρ για τους Μακεδόνες να προλάβουμε. Και λέει ο Βαγγέλης: «Ρε μαλάκα, έφαγες τίποτα όλη μέρα;». «Όχι», του λέω, «έκανα τρία πακέτα και ήπια σαράντα κοκακόλες, αλλά από φαΐ δεν πρόλαβα». «Ε, να φάμε κάτι, άμα φτάσουμε ίσα ίσα για την αναχώρηση θα ξαναφάμε στην Αθήνα αύριο το μεσημέρι».
Ψάχνει ο Βαγγέλης κάτι φαγώσιμο στο μαγαζί, δε βρίσκει τίποτα. Είχαμε ξεπουλήσει. Κάτι σαλάτες, μαρούλια, καζάν ντιπί στα ψυγεία των μαγείρων. «Η τούρτα», μου λέει. «Ποια τούρτα, ρε Βαγγέλη;» Είχαμε κάτι γενέθλια-αρραβώνες-βαφτίσια εκείνη τη μέρα, έφεραν μια πολυώροφη τούρτα σοκολάτα, είχε καβατζώσει έναν όροφο να τον φάμε για επιδόρπιο. Τελικά τη φάγαμε για κυρίως γεύμα. Την κόψαμε στη μέση, με τα χέρια, την κατάπιαμε σε πέντε λεπτά, που θα έβγαζε κανονικά είκοσι μερίδες τούρτα για κανονικό άνθρωπο. Τη δουλειά μας την κάναμε, βέβαια, σκάσαμε, όλα έτοιμα για το ταξίδι.

Φτάσαμε στον Σύνδεσμο, όλοι αραγμένοι τριγύρω έτρωγαν μπουγάτσες, δέκα μέτρα απέναντι που είχε ανοίξει για να εξυπηρετήσει τους εκδρομείς. «Ρε Βαγγέλη, μπουγάτσες, ρε Βαγγέλη, τι μαλακία κάναμε με την τούρτα. Τέλος πάντων, τώρα την κάναμε, καλή ήταν». Ξεκινάμε για Αθήνα, ανάβουν τα πρώτα αιθέρια έλαια, με πιάνει εμένα το στομάχι από τα τρία κιλά σοκολάτα και τα θυμιατά από πίσω, αρχίζω να τα βγάζω. Αρχίζω κάπου στα Δικαστήρια και τελειώνω, ας πούμε, στη Σίνδο. Το πρώτο ημίχρονο –ποσοτικά, το ένα κομμάτι τούρτα.

Η μπλούζα με την ασπρόμαυρη ρίγα είχε γίνει σαν Μπορούσια Ντόρτμουντ σε παιχνίδι με λάσπη. Πάει αυτή, την έβγαλα. Το τζιν, είχε γίνει της μόδας τότε, με σχεδιάκια και στάμπες, πάει κι αυτό, το έβαλα έναν μπόγο από πάνω. Έμεινα με το βρακί, ευτυχώς παπούτσια και κάλτσες είχαν επιζήσει. «Δώστε του μια σακούλα του παιδιού, ρεεε», φωνάζει ένας από πίσω. «Του έδωσα», λέει ο Βαγγέλης, «εκεί τα βγάζει». «Όχι για τα ξερατά, ρε», απαντάει ο δικός μας, «για να βάλει μέσα τα ρούχα του, που μας πιάνει η μπόχα μέχρι τη γαλαρία».

Μέχρι τα Μάλγαρα, είχα βγάλει τη μισή ποσότητα. «Έπρεπε να πάμε για μπουγάτσα», έλεγε τριγύρω ο Βαγγέλης, «εγώ φταίω». Με είχε σιχαθεί όλο το πούλμαν. Βγήκαμε στα διόδια, πήρα λίγο αέρα, κάπως συνήρθα. Ξαναμπήκαμε για να ξεκινήσει το κονβόι, μου λέει ο οδηγός «κάτσε καλύτερα από την πλευρά του παραθύρου, να σε χτυπάει ο αέρας, να συνέρθεις. Άσε που δεν έχω κι άλλες σακούλες». Κάθομαι από το παράθυρο, με ξαναπιάνει η αιθαλομίχλη από πίσω, αρχίζω πάλι να τα βγάζω. «Κοίτα ρε που άρχισε τώρα κι ο άλλος», φωνάζει ένας από πίσω, αλλά ο Βαγγέλης, για να μη χαλάσει και το όνομα που είχε φτιάξει τόσα χρόνια στις εκδρομές, σπεύδει να διευκρινίσει «όχι, ρε, ο ίδιος είναι, απλώς τώρα έκατσε δίπλα». Ρίχνω κι ένα τελευταίο ξερατό που πιάνει όλα τα τζάμια από τη δεύτερη θέση μέχρι τη γαλαρία, ακούγεται ένα ομαδικό «μπλιαααχ» απ’ όλο το λεωφορείο, και κάπου εκεί πρέπει να με πήρε ο ύπνος και ξύπνησα στο Σταθμό Λαρίσης.

Πάμε στον Πανελλήνιο, μέσα στον ήλιο (πολύ ήλιο, όμως), με καθίζουν να συνέρθω γιατί ζαλιζόμουν, τρέχει ο Βαγγέλης και μου φέρνει καφέ, κάπως είχα πάρει ν’ ανεβαίνω. Όλα αυτά, από Μάλγαρα μέχρι τον Σύνδεσμο, όπως φαντάζεστε, με το βρακί και με κάλτσες-παπούτσια. Ευτυχώς είχα φορέσει και καλό, μαύρο σλιπάκι, φαντάσου τώρα κανένα τρύπιο μποξεράκι με κόκκινα λουλούδια ή άσπρο με καμιά στάμπα από πίσω, ακόμα θα με κράζανε.

Αλλά ήταν μια χαρά, αντρίκεια εμφάνιση, δεδομένων των συνθηκών. Μπήκα στην τουαλέτα, είχαν τα παλικάρια ένα κρεμοσάπουνο για τα χέρια, πήρα να τρίβω τα ξερατά απ’ τα ρούχα, κάτι έκανα. Πολύ βρόμα, μιλάμε. Τα άπλωσα έξω να στεγνώσουν, μέχρι το μεσημέρι ήταν μια χαρά. Όσο περίμενα, μπαινόβγαινε κόσμος και κοσμάκης στο Σύνδεσμο και όλοι με κοίταγαν με λύπηση, το πρεζάκι, ούτε παντελόνι δεν του ’μεινε και τα σχετικά. Σ’ εκείνη την εκδρομή έπεσε πολύ ξύλο με την αστυνομία, ειδικά στο φευγιό, αλλά εμένα μπάτσος δε με πλησίασε. Μαντέψτε γιατί.-

Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου από εκείνο το ματς ήταν ο χορός του Μπέλλου. Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο καγκουριλίκι σε γήπεδο, ο χορός του αρχηγού, κάτι ανάμεσα σε καρσιλαμά, χορό της βροχής και ρεϊβάδικο αμπαλαέα, πώς να το περιγράψεις. Αρχίσαμε κι οι υπόλοιποι, χορεύαμε καμιά ώρα πριν τον αγώνα ο στρατός της καγκουριάς τρεις χιλιάδες άνθρωποι με τα καρεκλάδικα που έπαιζε στα μεγάφωνα. «Τρέλα σας πουλάμε». Δεν τους γούσταρα τους αεκτσήδες, από τότε που μας είχαν φωνάξει στο Γκούμας «πού ’ναι ο Κάμελ, οέο, πού ’ναι ο Κάμελ», λίγο μετά το θάνατο του Μάριου, οι μοναδικοί αντίπαλοι οπαδοί που έπιασαν δικό μας νεκρό στο στόμα τους.

Π ο ρ ό μ - π ο π ό μ

Την προλάβαμε και τη Φιλαδέλφεια πριν την γκρεμίσουν, πάλι καλά. Δεν ήθελα να πηγαίνω με τους αεκτσήδες, δεν τους αντέχω. Πορόμ-ποπόμ, οι κατσάμπες των γηπέδων. Σεβασμό έχω σε όλους, δε θα σταματήσω ποτέ να το γράφω αυτό, δεν κοροϊδεύω και δε βρίζω ανθρώπους που πιστεύουν σε μια ιδέα – και οι οπαδοί της ΑΕΚ την έχουν για ιδέα. Αλλά, ρε παιδί μου, δεν τους μπορώ, έρχονταν στην Τούμπα και μία δύο ώρες οι βαλεντίνοι και τα σιρόπια και οι αγαπούληδες, αεκάρα σ’ αγαπάω, αεκάρα σ’ αγαπώ, η κερκίδα των κανταδόρων, ήθελες να τους πετάξεις έναν κουβά νερό να σκάσουν πια, έλεος.

Έβγαιναν οι εμετοί από εμάς, αγαπούλες και λουλουδάκια οι απέναντι, μας έδειχναν το πανί που έλεγε πως είμαστε αδέρφια. Ή ξαδέρφια, κάτι τέτοιο. Ναι, μάλιστα. Αδερφικό ξύλο παίζαμε και αδερφικές πέτρες πετούσαν όταν κατεβαίναμε στα σπίτια τους, άνοιγαν τα κεφάλια και φώναζε ο κιτρινόμαυρος λαός «αμάν, το παιδί ρε, το αδέρφι μας, το χτυπήσαμε, τράβα ρε φέρε λίγο σπαθόλαδο να το δώσουμε στο αδέρφι να κλείσει η πληγή». Τέλος πάντων, αγαπάνε τα παιδιά, υποφέρουν από έρωτα, εγώ να τους ακούω δεν μπορώ, μου φαίνεται πολύ ξενέρωτο όλο αυτό το πορόμ-ποπόμ. Κατά τ’ άλλα, άμα πιστέψεις τις διηγήσεις των παλιών, έχουν καλό κόσμο, άμα ζεις στην Αθήνα και δεν έγινες γαύρος ή βάζελος, κάτι καλό θα έχεις πάνω σου. Κι εγώ τους παλιούς τους πιστεύω.

Κατεβαίναμε στη Φιλαδέλφεια και από μέρες με είχε πιάσει η περιέργεια, να δω από κοντά τους αεκτσήδες που είναι έτσι πολύ φανατικοί και όποτε κατεβαίνουμε γίνονται ιστορίες. Η συγκεκριμένη εκδρομή ήταν μαρτύριο, οι χειρότερες ώρες που έχω περάσει στη ζωή μου με τον ΠΑΟΚ. Φτάνοντας με το τρένο που μας έχωσαν μετά τη μάζωξη στον Πανελλήνιο, θυμάμαι μια περίεργη χωμάτινη κατηφόρα, που στο γυρισμό, τι περίεργο, έγινε χωμάτινη ανηφόρα, μεγάλες στιγμές ο γυρισμός μετά το γήπεδο. Είχα μια απίστευτη ενέργεια μετά τα βραδινά και το σουλατσάρισμα με το βρακί όλη μέρα, είχα φάει καλά, ήμουν πολύ ακμαίος και έτοιμος για όλα. Επίσης, είχα ξεφλουδιστεί ήδη από τον ήλιο, πολύς ο ήλιος, μετά από τόσες ώρες εμετό και πέντε σουβλάκια με σουβλάκι, πώς τα λένε οι Αθηνέζοι, και τις κοκακόλες, και να έχεις και τον ήλιο του λεκανοπεδίου πάνω από το πονεμένο κεφάλι σου. Αλλά με θυμάμαι στα καλύτερά μου, ο κλασικός πολυλογάς των εκδρομών, ο αγχωμένος πότε θα φτάσουμε και τι θα γίνει και πάμε, άντε ρε, και τα λοιπά.

Δεν έγινε κάποιο σκηνικό μέχρι που μπήκαμε, εκτός από έναν ελαφρύ, επιφανειακό τραυματισμό ενός εκπροσώπου της τάξης που είχε φάει κοτρόνι στη μάπα, μέσα από το κράνος, από το ένα μέτρο, δίπλα μου, που λογικά τον ανάγκασε να κάνει δέκα πλαστικές και μακάρι να είχε φωτογραφίες για να τις δείχνει στο γιατρό να τον ξαναφτιάξει όπως ήταν πριν την πετριά ευθείας βολής από το Παοκτσάκι που σκόνταψε και του τη σφύριξε κατά λάθος. Απλωθήκαμε στο πέταλο, κόσμος πολύς, αρκετή ώρα πριν το παιχνίδι, παίζαμε μόνοι μας. Πουλούσαμε τρέλα. Είχαμε περάσει κάτι μήνες με τους τρελούς στο χορτάρι, τον τρελό στον πάγκο, είχαμε αποτρελαθεί κι εμείς, σκασμένοι τόσα χρόνια που δε φτιάχναμε ομάδα. Επιτέλους. Εκπνοή.
Πόσα χρόνια κρατούσαμε την ανάσα μας, από την Παρί μέχρι εκείνη την Άνοιξη, την Άνοιξη του ποδοσφαιρικού ΠΑΟΚ, ο οποίος μας είχε στείλει να πλακωνόμαστε μεταξύ μας και να κάνουμε αποχές και ντροπές και καλύτερα να μην τα θυμάσαι αυτά που είχαν προηγηθεί. Δεν είχαμε ελπίδες να βγούμε Ευρώπη, δεν ξέραμε ακόμα τι πάει να πει «Κουτσουπιάς», αλλά δε μας χαλούσε, είχε η κερκίδα μια πρωτόγνωρη χαλαρότητα, τρελοπωλείο, εντός και εκτός, δεν το ξανάζησα αυτό όσα χρόνια πέρασαν μέχρι σήμερα. Δεν περιγράφεται, όπως έλεγαν παλιά στο ραδιόφωνο.

Έπρεπε να φτάσουμε ώρες αργότερα, όταν είχε αδειάσει πλέον το γήπεδο, που ένα εκτελεστικό απόσπασμα μας πλάγιασε από τ’ αριστερά, αφού είχαν λύσει προσωρινά τα εσωτερικά τους ζητήματα που πλακώνονταν στα επίσημα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το πιο σοβαρό που είχε συμβεί, πέρα από τα γκολ και γενικώς το καθαυτό ποδοσφαιρικό θέαμα που μας είχε προσφέρει ο Ζουμπούλης και η παρέα του, ήταν ο κουστουμάτος Κολομπούρδας, που πανηγύριζε διακόσια μέτρα στο βάθος για κάτι που δεν καταλαβαίναμε και του φωνάζαμε «έλα, ρε, να μας το πεις από κοντά». Διέσχισε το γήπεδο μέχρι ένα σημείο, «έχασε ο Άρης», φώναζε κι έκανε χειρονομίες. Ναι, μπράβο, καλή φάση, αλλά εδώ έχουμε άλλα θέματα τώρα, πιο σοβαρά.

Κάπου είχε πάει η αστυνομία, ίσως είχαν διάλειμμα ή στάση εργασίας, δεν μπορώ να το γνωρίζω αυτό. Πάντως, ένας όγκος φανατισμένων κατσαμπάδων μας την έπεφτε αλαλάζοντας από αριστερά. Είχαν μαζευτεί στο ισιάδι, κατέβηκαν να μπουν στο γήπεδο και από κει, μόνο να υποθέσω μπορώ, να μας κάνουν ένα ντου, δεν ξέρω τι είχαν στο μυαλό τους τα παλικάρια. Τέλος η τρέλα, απότομα, ετοιμαζόμαστε για τη μετωπική. Θυμόμουν τι έλεγαν οι παλιοί, καλά άτομα οι αεκτσήδες, δεν πίστευα πως απλώς θα μπουν στο γήπεδο να μας πετάξουν πέτρες και να φύγουν τρέχοντας, δεν ήταν τέτοιοι οπαδοί. Οπότε στην τσέπη τα πράματα, τυλίγεις το κασκόλ και κάνεις προθέρμανση.

Κατέβηκαν να μπουν από ένα πορτάκι. Έβριζαν, φώναζαν, ερχόμαστε και τα λοιπά, εμείς περιμέναμε. Μετά, περιμέναμε λίγο ακόμα. Περνούσε η ώρα, βράδιαζε, είχαμε και ταξίδι, τι θα γίνει, ρε μάγκες, θα μπείτε μέσα να δούμε κι εμείς τι θα κάνουμε; Ν’ ανάψουμε τσιγάρο, ή συντομεύετε και τσάμπα θα πάει; Τίποτα αυτοί, δεν μπορούσαν ν’ ανοίξουν την πόρτα. Κι εκεί που είχαμε ανέβει στα κάγκελα για τον πήδο μέσα, αρχίσαμε να καθόμαστε πάλι και να συζητάμε τα προβλήματά μας. Ο Βαγγέλης, για παράδειγμα, μου έλεγε για τα χαρτάκια που του τελειώσανε και πώς θα την παλέψει τόσες ώρες και να σταματήσουμε σ’ ένα περίπτερο, να, είχε δει ένα απ’ έξω, να πούμε στον οδηγό να περιμένει δύο λεπτά να πάει να πάρει και κανένα κρουασάν που πεινούσε, τέτοια λέγαμε, τι να κάνουμε – ούτε να φύγουμε μας άφηναν, ούτε ερχόταν κανένας να μπούμε μέσα. Αν καταφέρναμε να μπούμε μέσα, μην το παίζω τώρα και τσάμπα μάγκας, μπορεί και να γλιστρούσαμε στα κάγκελα όλοι και να μην μπαίναμε. Υποθέσεις είναι αυτά.

Ε, πέρασε πόση ώρα, βαρέθηκε να περιμένει ο Λαός τους αεκτσήδες να έρθουν, ν’ ανταλλάξουμε, ας πούμε, κασκόλ. Ωραία η εκδρομή, ωραίο το ματς, πήραμε το διπλό, έχουμε και οικογένειες όμως. Οπότε ακούγεται για πρώτη φορά στ’ αυτιά μου το εκπληκτικό, εύστοχο και περιεκτικό σύνθημα «κάντε επιτέλους ένα ντου, ένα ντου, ένα ντου, ου ου». Α, πλάκα έχει αυτό, το είπαμε πάλι, το ξαναείπαμε, κάποια στιγμή πρέπει να ήρθε ο κλειδαράς που είχαν πάρει –210-9999999–, θα είχε κανένα αυτοκόλλητο στα κάγκελα για τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις, μπήκε μέσα ο αφηνιασμένος λαός της ΑΕΚ, μας πέταξαν κάτι γρασίδια που ξήλωσαν από το γήπεδο, δυο τρία κέρματα δικά μας που τα επέστρεψαν και μπράβο στα αδέρφια για την τιμιότητά τους, έκαναν και κάτι κωλοδάχτυλα, τρόμος κανονικός, εμείς σκύβαμε μη μας βρει κανένα χορτάρι στο μάτι και μας τυφλώσει, ένας έπεσε και στο τσιμέντο από ένα αποτσίγαρο που του πέταξαν κι ακόμα έχει σημάδι το παιδί, ο «Αποτσίγαρος», άμα τον ξέρετε, Θύρα 4 παλιός, τέλος πάντων, μετά από σαράντα δευτερόλεπτα απίστευτου βομβαρδισμού έφυγαν τρέχοντας από κει όπου ήρθαν. Ώρες κάναμε να συνέρθουμε, δεκάδες οι τραυματίες από τα γέλια.

Ντάξει, έτυχες σε τέτοιο παιχνίδι που πιο πολύ μεταξύ τους μάλωναν, με διόρθωσε ο παλιός, δεν ήταν έτσι με τα χανούμια τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και μετά απ’ αυτό έπαιξαν δύσκολα σκηνικά. Δεκτόν, αλλά εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς που λένε ιστορίες άλλων, ούτε φτιάχνω μύθους από τις διηγήσεις, ό,τι έζησα αυτό ξέρω μόνο. Κι αυτό που έζησα εκείνη τη μέρα στη Φιλαδέλφεια είχε μεγάλη πλάκα. Μέχρι που βγήκαμε από το γήπεδο, βέβαια, γιατί από εκείνη τη στιγμή και μέχρι να μπούμε στα πούλμαν δεν είχε καθόλου πλάκα, για την ακρίβεια έκλαψε κόσμος από την επίθεση που μας έριξε ο στρατός αποκατάστασης τάξεως που είχε μαζευτεί έξω από το γήπεδο. Δεν υπήρχε όμως λόγος για καμία τάξη να αποκατασταθεί, κάτι τρελαμένοι χοροπηδώντας και τραγουδώντας έβγαιναν από τη Θύρα, Παοκολέ και τραλαλά –μας έχω δει να βγάζουμε αφρούς και να σπάμε ό,τι μπορεί και δεν μπορεί να σπαστεί–, αλλά εκείνο το απόγευμα ο χειρότερος να είχε βρίσει καμιά μάνα. Και ο δικός μας που είχε σκοντάψει με μια πέτρα στο χέρι και κατά λάθος η πέτρα τού έφυγε και πέρασε μέσα από το κράνος του ματατζή, δηλαδή ατύχημα, γκαντεμιά, απροσεξία.

Τους είδα παραταγμένους, να μας χτυπάνε όπου να ’ναι, όλους, με τη σειρά, έναν προς έναν, πόδια, πλάτες, κάποια κεφάλια, να τραβάνε μαλλιά και σκουλαρίκια, ειδικά όποιος φορούσε παλαιστινιακό πόνεσε πολύ σ’ εκείνη την ανηφόρα για το τρένο. Κι εγώ πάλι τη γλίτωσα, πάλι μ’ έσωσε ο Βαγγέλης, όπως έφαγε το κλομπ ακριβώς στη σπονδυλική στήλη και λιποθύμησε κάτω στο χώμα ουρλιάζοντας για ένα δευτερόλεπτο και μετά σαν να πέθανε, κοιτούσε ο ηλίθιος ο μπάτσος τρομαγμένος μήπως τον σκότωσε, έσκυψα εγώ, ενάμισο μέτρο άνθρωπος ο Βαγγέλης, τον πήρα στον ώμο, με κοίταγε ο καριόλης ο ματατζής όσο τον κουβαλούσα στην ανηφόρα.-

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB