Στράτος

Στράτος

(Εισαγγελεύς)...

Γράμμα

Γράμμα

Θεσσαλονίκη,...

Νέτο

Νέτο

Υπάρχουν...

Πάνκης

Πάνκης

- Μαζί κατεβήκαμε.-...

Ράδιο

Ράδιο

-Πάμε στο Ηράκλειο,...

Ρεύμα

Ρεύμα

«Ο ΠΑΟΚ». Το...

Κασκορσέ

Κασκορσέ

Είμαι οπαδός της...

1100

1100

Ο Γιώργος, ο...

Ένσταση

Ένσταση

H KAE ΠΑΟΚ επέλεξε να...

Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

  • Στράτος

    Στράτος

    Tuesday, 11 May 2021 14:04
  • Γράμμα

    Γράμμα

    Saturday, 08 May 2021 14:09
  • Νέτο

    Νέτο

    Thursday, 06 May 2021 20:13
  • Πάνκης

    Πάνκης

    Monday, 05 April 2021 19:26
  • Ράδιο

    Ράδιο

    Saturday, 13 February 2021 14:20
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Sunday, 07 February 2021 14:22
  • Κασκορσέ

    Κασκορσέ

    Sunday, 24 January 2021 14:26
  • 1100

    1100

    Sunday, 27 December 2020 14:33
  • Ένσταση

    Ένσταση

    Saturday, 19 December 2020 19:38
  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16

grammaΘεσσαλονίκη, 15/2/1989

«Αγαπητή μου αδερφούλα γεια σου.
Χάρηκα πολύ που πήρα το γράμμα σου».

Θεσσαλονίκη, 11/11/2017

«Κύριε Ιωαννίδη, υπάρχει και ένα θεματάκι ακόμα, εχμ, λοιπόν, δεν ξέρω αν θυμάστε που πήρατε ένα βιβλίο από τον πάγκο και το δώσατε»...
«Στη Σοφία! Ναι! Καλά που το είπατε, το ξέχασα!»
«Δεν πειράζει, λοιπόν, επειδή, όπως καταλαβαίνετε, πρέπει να παραδώσω τα χρήματα που αντιστοιχούν στα βιβλία που λείπουν»...
«Σου λείπουν τα χρήματα από ένα βιβλίο, αυτό που έκλεψα από τον πάγκο σου και το έδωσα στη Σοφία, ξέρω, κοίτα να δεις, έκλεψα μέχρι και τον εαυτό μου»...
«Γίνονται αυτά, μην ανησυχείτε».
«Έρχομαι από το βιβλιοπωλείο να σας το πληρώσω».
«Μα όχι, θα το χρεώσουμε στον Εκδοτικό σας, απλώς ήθελα να το γνωρίζετε για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις».
«Καμία παρεξήγηση και συγνώμη. Απλώς... Απλώς ήταν μεγάλη η συγκίνηση που την είδα να έρχεται στην παρουσίαση και το έκανα δίχως σκέψη, πήρα ένα βιβλίο, το υπέγραψα και της το έδωσα, δεν ήθελα να πληρώσει, μόλις έχασε την αδερφή της και δεν περίμενα να βρει το κουράγιο να έρθει και»...
«Όλα καλά. Σας ευχαριστώ. Θα μιλήσουμε τη Δευτέρα για τα υπόλοιπα».

Θεσσαλονίκη, 15/2/1989

«Όσο για τον ΠΑΟΚ, ξαναπαίξαμε με τον Άρη και χάσαμε 87-88. Τώρα είμαστε 1-1 στις νίκες, και αυτός που θα πάρει Πρωτάθλημα, πρέπει να κάνει 3 νίκες επί του άλλου».

 

Θεσσαλονίκη, 11/11/2017

Το Παπί κούτσαινε. «Με ρίξανε αναισθητικό για άλογο, ρε μαλάκα, για να έρθω να δω τα μούτρα σου». Μου το ‘λεγε μέρες, δύσκολα να έρθει, πονούσε. Μάλλον καταλάβαινε πόσο σημαντικό ήταν να τον έχω εκεί, ήταν αυτόπτης σε πολλά ταξίδια και πολλές καταστάσεις, ήταν συνοδοιπόρος από τα πρώτα χρόνια, τα άγουρα. «Δεν θα το ‘χανα με τίποτα, άντε, τράβα να μας τα πεις να σε χειροκροτήσουμε». Ο Πάνκης από δίπλα με την αιώνια ευφορία, «λογικά με παίρνουν στον Δήμο από βδομάδα, με σύμβαση, άντε γιατί έχω κουραστεί να κάθομαι, ρε ψηλέ». Τον ρώτησα πάλι πού είχε χαθεί μετά το Καραϊσκάκη, στην αιώνια συζήτησή μας μετά από μια εκδρομή, που δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε ποιος από τους δύο δεν είχε γυρίσει από Πειραιά, αν και είχαμε γυρίσει και οι δύο.

Τριγύρω η Άννα, η Χουλιγκάνα, η Λιλιγκάνα, η μάνα, τα αδέρφια μου τα ασπρόμαυρα, οι φίλοι μου, οι κανονικοί, σταθεροί μου φίλοι, οι παλιοί και οι καινούργιοι που είχα να τους δω ακριβώς είκοσι πέντε χρόνια και δυο μήνες ή είχα να τους δω από το προηγούμενο βράδυ, άνετα η ομορφότερη μέρα της ζωής μου κι ακόμα ήταν πρωί, ο Γιάννης, ο Δήμος, ο Αντώνης κι ο Άκης έτοιμοι να υπερασπιστούν την αμηχανία και το τρακ μου όπως και έκαναν, φάτσες αγαπημένες και φάτσες που πρωτόβλεπα και τις ταίριαζα στα άβαταρ του κοινωνικού δικτύου, τις πολύωρες κουβέντες, τους καυγάδες, τα μονιάσματα πριν τους επόμενους. Ήξερα πως τρεις δεν θα έρθουν και αυτό με στενοχωρούσε, επειδή οι δυο πρώτοι με είχαν ενημερώσει πως δεν είναι καλά, αλλά κυρίως επειδή η τρίτη μόλις είχε κηδέψει τον άνθρωπο με τον οποίο είχε μεγαλώσει, που τον είχε χάσει πάνω-κάτω στην ηλικία μου. Αυτή στην οποία έγραφε, έφηβη, γράμματα από την Ελλάδα για να την ενημερώνει πώς πάει ο ΠΑΟΚ. Ήρθαν κι οι τρεις.

Θεσσαλονίκη, 15/2/1989

«Καλά, έχουμε κάνει μια ομαδάρα, άστα να πάνε. Έχουμε έναν μαύρο του ΝΒΑ, τον Μάικλ Τζόουνς, εν τω μεταξύ από φέτος ένας ξένος παίζει στο Πρωτάθλημα. Ο Κατσούλης πήγε στον Άρη και ησυχάσαμε».

Θεσσαλονίκη, 11/11/2017

Την είδα απότομα, γυρνώντας το κεφάλι όπως στεκόμουν και μιλούσα με την κοπέλα του βιβλιοπωλείου, να ανεβαίνει τα σκαλιά για την αίθουσα. «Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό σε βιβλιοπαρουσίαση, να αγοράζουν όλοι το βιβλίο πριν την εκδήλωση, ειλικρινά, τα ‘χω παίξει». «Εγώ να δεις», της απάντησα, χαμένος ολότελα στη στιγμή που ζούσα σαν όνειρο επειδή ήταν όνειρο με μάτια ανοιχτά που έκανα από μικρό παιδί. Την είδα που ανέβαινε κουρασμένη, στα μαύρα με μαύρα γυαλιά, μου χαμογέλασε όσο μπορούσε να χαμογελάσει άνθρωπος στην απόλυτη μαυρίλα της ψυχής του, σάστισα, χάρηκα και λυπήθηκα μαζί, ντράπηκα λίγο που διασκέδαζα ζώντας τη δική μου μέρα ενώ αυτή ζούσε αυτό που ζούσε κι εγώ δεν ήμουν και ακόμα δεν είμαι σε θέση να καταλάβω πώς είναι να σου ξεριζώνουν την καρδιά από το πουθενά, άρπαξα ένα βιβλίο από τον πάγκο, έγραψα κάτι και της το έδωσα. Κάποιος από τους δύο είπε «ευχαριστώ» κι ο άλλος δεν είπε τίποτα. Αγκαλιαστήκαμε.

Θεσσαλονίκη, 15/2/1989

«Πήραμε έναν ομογενή, τον Μπάνε Πρέλεβιτς, τον Μέλις από τον Απόλλωνα Πατρών, έχουμε και Κόρφα, Φασούλα, Μακαρά, Σταυρόπουλο, Καρατζουλίδη. Όλους τους άλλους τους δώσαμε. Είναι προπονητής ακόμα ο Νιούμαν».

Θεσσαλονίκη, 11/11/2017

Οι διπλανές θέσεις στα πούλμαν είχαν κρυφτεί στη γαλαρία. Δύσκολα τους έβλεπα πάνω από τη σκηνή, αλλά άκουγα την ησυχία τους, την απόλυτη μούγκα, βρέθηκε κάτι να τους σταματήσει την αιώνια, ασταμάτητη γκρίνια, είχαν σοκαριστεί, γελούσαμε με τους άλλους που το συζητούσαμε στο πάνελ, «δεν μιλάει κανείς, έχουν συγκλονιστεί από την κουλτούρα, χα χα χα». Μετά την εκδήλωση, το παραδέχτηκαν όλοι: Πρώτη φορά είχαν βρεθεί σε βιβλιοπαρουσίαση. «Κι εγώ, ρε μαλάκες. Πρώτη φορά».
Αυτή κάθισε μπροστά, τέταρτη-πέμπτη θέση. Την είχα στο οπτικό μου πεδίο. Με βάραινε περισσότερο στο ήδη πετρωμένο στομάχι. Μου ‘ρθε η σκέψη πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν λογάριασαν πόνο, χρόνο, δουλειές, κούραση, πένθος και ήρθαν για να με ακούσουν. Κάπου εκεί, ξεφύσηξα και όλα έγιναν εύκολα.

Θεσσαλονίκη, 15/2/1989

«Α, και κάτι άλλο, δεν ξέρω άμα το ξέρεις, το καλοκαίρι πέθανε η Τζένη Γκάλλη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το έσκασε από το τρελλοκομείο και τράκαρε».

Θεσσαλονίκη, 8/5/2021

Πολλές φορές οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι σου προσφέρουν. Δεν αντιλαμβάνονται πόσα παίρνεις από αυτούς. Και η συγκεκριμένη έφηβη που έγραφε όλα αυτά στην αδερφή της που βρισκόταν στο εξωτερικό πριν τριάντα δύο και βάλε χρόνια ανήκει σήμερα σε εκείνο τον κύκλο των φίλων που δίνει χωρίς να παίρνει τίποτα και, είμαι σχεδόν σίγουρος, δεν έχει ιδέα πως δίνει και τι ακριβώς δίνει. Ήμουν τριγύρω της στο Παλέ πριν από τρεις δεκαετίες, ήμουν τριγύρω της στην Τούμπα τα χρόνια που ακολούθησαν, συναντηθήκαμε κάποια στιγμή και από κοντά, θα μας βρεις σήμερα κάπου εκεί γύρω στην καμινάδα, στην 4, ψηλά, σε κάθε παιχνίδι, να φωνάζουμε, να βρίζουμε, να καταριόμαστε, να πανηγυρίζουμε με την παρέα της πρεσβυωπίας στα ορεινά και την καινούργια παρέα των παιδιών μας κάθε τόσο στο πλάι μας, να τηρούμε γούρια και προκαταλήψεις και τυχερές θέσεις και τυχερά ρούχα και τυχερά φαγητά, να πίνουμε, να χαιρόμαστε, να ταξιδεύουμε, να καταπίνουμε Μαλόξ στο ΟΑΚΑ και να αναρωτιόμαστε επί ώρες γιατί κλαίει ο Βασίλης, ρε δεν τον πιάνουν αυτόνα τα Μαλόξ, και τα ξημερώματα να μας λέει «ποια Μαλόξ, ρε μαλάκες, εγώ δεν πήρα Μαλόξ, είχατε Μαλόξ» και να το συζητάμε και να καταλήγουμε «ααα, τα βγάλαμε την ώρα που είχε πάει τουαλέτα, δώσαμε, ρε φίλε, σε όλο τον κόσμο, σε κάθε άσχετο και αφήσαμε τον κολλητό μας, τον οδηγό του βαν μας να κλαίει από τα δακρυγόνα και τώρα στην επιστροφή τα μάτια θα τσούζουνε και θα μας καρφώσει σε κάνα βράχο» -να μοιραζόμαστε, ως αδέρφια στη μεγάλη ασπρόμαυρη οικογένεια, εκείνη την πλευρά της ζωής που μας γεμίζει περισσότερο.

Το γράμμα της, που το ξέθαψε τακτοποιώντας αναμνήσεις από μια ζωή στην αγαπημένη σκιά της αδερφής της τα χρόνια της εφηβείας, ήταν μια καρτ-ποστάλ από το παρελθόν που με βοήθησε να δω έναν άνθρωπο που σκεφτόταν ακριβώς όπως εγώ, ακριβώς εκείνη τη μέρα που γράφτηκε: Ό,τι έχω στην καρδιά μου και ό,τι έχω να σου πω κινείται γύρω από τον ΠΑΟΚ. Τα χρόνια που περάσανε μας βρήκαν σε διαφορετικές ζωές, που εφάπτονταν και εφάπτονται στα σκαλιά της Τούμπας.

Αγαπημένη μου ασπρόμαυρη αδερφούλα, γεια σου.
Χάρηκα πολύ που πήρα το γράμμα σου και που μου επέτρεψες να το μοιραστώ.

ΥΓ: Όπως λες κι εσύ εδώ και έναν χρόνο: «Ανοίξτε τα γήπεδα, ρε μαλάκες, δεν αντέχουμε άλλο»!

 

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB