Ισοβίτης

Ισοβίτης

Παραμεγάλωσε η...

Ρατσιστές

Ρατσιστές

«Καρκίνο στα...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Ολοκλήρωση

Ολοκλήρωση

Έτυχε να γεννηθώ...

Μαγκντί

Μαγκντί

Είχα πάρει τηλέφωνο...

Διπλανός

Διπλανός

Στο Γυμνάσιο είχα...

Πιστόλι

Πιστόλι

Όσο ζω μαθαίνω. Και...

Μπείτε

Μπείτε

Έχουμε πάρει το...

Νίκη

Νίκη

Θλιβερό ρεκόρ, που...

Θολούρα

Θολούρα

Μετά από αυτό το ματς,...

Πειραιώς

Πειραιώς

Ο αγώνας...

Πείραμα

Πείραμα

Σε ποιο...

  • Ισοβίτης

    Ισοβίτης

    Friday, 12 April 2019 12:21
  • Ρατσιστές

    Ρατσιστές

    Wednesday, 10 April 2019 10:48
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Monday, 08 April 2019 17:00
  • Ολοκλήρωση

    Ολοκλήρωση

    Sunday, 07 April 2019 15:20
  • Μαγκντί

    Μαγκντί

    Wednesday, 03 April 2019 12:16
  • Διπλανός

    Διπλανός

    Tuesday, 02 April 2019 00:39
  • Πιστόλι

    Πιστόλι

    Monday, 01 April 2019 21:57
  • Μπείτε

    Μπείτε

    Sunday, 31 March 2019 08:47
  • Νίκη

    Νίκη

    Sunday, 24 March 2019 16:18
  • Θολούρα

    Θολούρα

    Wednesday, 20 March 2019 22:05
  • Πειραιώς

    Πειραιώς

    Wednesday, 20 March 2019 19:49
  • Πείραμα

    Πείραμα

    Thursday, 14 March 2019 21:28

94sefΜετά από αυτό το ματς, είχαν τελειώσει οι γαύροι μέσα μου ως αντίπαλο δέος διά παντός. Τέτοιο ξεφτιλίκι, τόση βρομιά δεν είχα ξαναδεί μέσα στα γήπεδα. Οι ρουφιάνοι! Είχαν στήσει το πιστόλι με τις φωτοβολίδες ανάμεσα στη διμοιρία των ΜΑΤ και πετούσαν πράσινους ιπτάμενους δολοφόνους στους πέντε χιλιάδες στο πέταλο. Είχαν βάλει την «ασφάλεια» με τα καρτελάκια του Ολυμπιακού να κάνει ντεμέκ πως μας ψάχνει – το μόνο που έψαχναν ήταν το πανί της Νεάπολης, ούρλιαζε ο Μπέλλος «καριόληδες, μουνόπανα, ξεφτιλισμένοι». Έβαλαν τους σεκιουριτάδες να μας κλέψουν τα πανιά – η απόλυτη ύβρις στους κανόνες της οπαδικής αντιπαλότητας, έπεφταν προσκυνημένοι στη δύναμη του προέδρου που, σιγά σιγά, θα τους ενσωμάτωνε ως τσιράκια και μεροκάματα στην αυτοκρατορία της παράγκας που έχτιζε από τότε.

Θολούρα

Οι υπόλοιποι συνέχισαν να τρέχουν τους γαύρους αλλά εγώ κόλλησα κι έμεινα μέσα στο δρόμο. Τι ήταν αυτό το πράμα. Τι πέρασε μόλις τώρα από δίπλα μου, στο ένα μέτρο, ή κάτω απ’ τα πόδια μου, ή τέλος πάντων κοντά μου, το βζζζιν ακούστηκε μέσα στ’ αυτί. Μπορεί να πέρασε και στα πέντε μέτρα, πού να προλάβω να το ζυγίσω. Γύρισα προς τα πίσω, να δω μέχρι πού έφτασε, δεν είδα τίποτα. Μου φάνηκε; Όχι, είχα καθαρό μυαλό, το είδα αυτό το πρασινωπό ιπτάμενο αντικείμενο αγνώστου ταυτότητας όπως ξύριζε τον αέρα και σχεδόν ξύρισε κι εμένα, το άκουσα. Οι άλλοι ήδη έστριβαν τη γωνία ουρλιάζοντας, εγώ ακόμα εκεί.

Ήρθε ο Ηλίας. Τι έπαθες; Δεν ξέρω. Κάτι περίεργο πέρασε από δίπλα μου, δεν ήπια τίποτα, το είδα στ’ αλήθεια. Κι εγώ το είδα, λέει ο Ηλίας. Μια πράσινη σφαίρα. Ναι, αυτό ήταν, μια πράσινη σφαίρα. Βζζζιν, έτσι πέρασε. Το είδα, μου επιβεβαίωσε. Κωλόφαρδος είσαι.

Εκείνη τη μέρα οι γαύροι πέρασαν στην άλλη πλευρά. Ως τότε, τα ντου είχαν τον άγραφο κανόνα του Νεάντερνταλ, τα εφόδια ήταν κοτρόνες, καδρόνια, πορτοκάλια, ό,τι έβρισκες κάτω στο δρόμο, αλλά και τα ίδια σου τα χέρια. Παλαιολιθικά πράματα. Άντε και τίποτα σούτια, άμα ο άλλος ήταν λαγός κι έπρεπε να τον κυνηγήσεις και πώς να τον φτάσεις άμα κάπνιζες δύο πακέτα, έκανες ένα τάκλιν κι άμα τον έβρισκες καλώς, άμα όχι περίμενες το ιππικό των δεκαπεντάχρονων με τα πνευμόνια που όλη μέρα τρέχανε και
στο γυρισμό ησυχία δεν είχαν, πάνω κάτω στο διάδρομο και τους έκραζαν οι κουρασμένοι παλιοί.

Αυτοί του Γυμνασίου και οι ντοπαρισμένοι –δηλαδή οι Παοκτσήδες που από την ώρα που βάζει μπρος ο οδηγός μέχρι την επιστροφή κουνάνε νευρικά το πόδι και σκανάρουν από τα παράθυρα οτιδήποτε για να ορμήσουν: Γιαγιάδες που χαιρετάνε, νοικοκυρές που πλένουν μπαλκόνια, λαχειοπώλες, παιδάκια που φοράνε κίτρινες μπλούζες κι ας γράφουν πάνω «Ιππότης Της Ασφάλτου», οτιδήποτε– τους πήραν τους γαύρους με τις φωτοβολίδες στο κατόπι και τους έστειλαν ποιος ξέρει πού, χάθηκαν από το οπτικό μου πεδίο, κι έμεινα σαν να πάτησα νάρκη. Θυμήθηκα τώρα την κορυφαία ατάκα που είπε ντοπαρισμένος από το παράθυρο σε νεαρή κοπέλα που περίμενε στη στάση και αρνιόταν πεισματικά να τον χαιρετήσει: «Μια ζωή περίοδο να έχεις, μωρή». Άμα είχε τότε ντόπινγκ κοντρόλ στα Τέμπη, τα μισά πούλμαν πίσω θα γύριζαν.

Μέχρι να φτάσουμε στο γήπεδο δεν είχα μάθει τι ήταν η πράσινη σφαίρα. Καιρό μετά, ήρθαν κι εδώ τα στιλό με τις φωτοβολίδες, αυτός ο άνανδρος, φλώρικος τρόπος να την πέσεις σε κόσμο. Θα ήταν το πρώτο κοντέινερ που έφτασε στον Πειραιά, το άρπαξε ο λιμενεργάτης, το έδωσε στο γιόκα του, έλα, δωράκι, να κυνηγάς τους γλάρους στην Ακτή Μιαούλη, παλικάρι μου εσύ, κοίτα τι του ’φερε ο μπαμπάς, γούτσου γούτσου. Το ξύλο στο γήπεδο είχε μια μορφή πρωτόγονη, το σώμα με σώμα, η μπάτσα, η κλοτσιά, η κοτρόνα που είχες μαζέψει με τα χεράκια σου, σαν αγρότης που μάζευε τη σοδιά, διάλεγες τον ανθό του περιβολιού, τις μυτερές, να κάνεις ζημιά, γιατί, γιατί να την κάνεις τη ζημιά δε σκεφτόσουν το λόγο, έτσι έμαθες από παιδί, έτσι έκανες. Αυτά από την προσωπική μου μνήμη που παρακολουθούσα τι έκαναν οι άλλοι, εμένα με είχαν για να κουβαλάω τα πανιά, σημαιοφόρος, ας πούμε. Πέτρα δεν ακούμπησα στη ζωή μου, ούτε βότσαλο στη θάλασσα δεν πετάω.

Γύρισαν οι γυμνασιόπαιδες και οι ντοπαρισμένοι μέσα στη χαρά: Τους κάναμε έτσι, αλλιώς, τσακώσαμε μερικούς, ακόμα τρέχουν. Δε χαμπάριαζαν τα πιτσιρίκια και οι ακούραστοι. Κι αυτοί με τις φωτοβολίδες καθόλου μυαλό, τι πίστευαν, τριάντα άτομα θα πάρουν ντου πέντε χιλιάδες μ’ ένα στιλό, στα θολωμένα τους μυαλά έτσι το είχαν σκεφτεί, πάμε Ομόνοια, ξαμολάμε πέντε φωτοβολίδες κι οι Παοκτσήδες θα γυρίσουν τρέχοντας μέχρι την Τούμπα, καθώς οι περισσότεροι γαύροι πιστεύουν πως οι πιο πολλοί στην Τούμπα μένουμε, είναι έτσι μια μεγάλη γειτονιά με τους Παοκτσήδες, την πέφτουν τριγύρω στα μπαλκόνια με τις μπουγάτσες και βρίζουν τον θρύλο, σάμπως έχουν έρθει και πολλοί να δουν το μέρος. Εκείνο το τουρλουμπούκι ούτε τα τανκς του Παπαδόπουλου δεν το έσκιαζαν. Άμα μας είχαν τους συγκεκριμένους στο Πολυτεχνείο, ακόμα κυβέρνηση ΠΑΟΚ θα είχαμε σήμερα.

Πολλά θολωμένα μυαλά εκείνη τη μέρα. Θολωμένη κι εκείνη η κοπελίτσα στη μηχανή, πώς της ήρθε και φώναξε για τους Παοκτσήδες στην Τρίτη Σεπτεμβρίου, που τους κατέβασαν στο φανάρι, ακόμα τις τρώνε, σίγουρα θα την παντρεύτηκε ο οδηγός τέτοιο κελεπούρι. Θολωμένος κι ο δικός μας που είχε γεμίσει το ένα μπατζάκι με κροτίδες, μέσα από το παντελόνι, πήραν φωτιά απ’ τη ζέστη στο σουβλατζίδικο κι έγινε το πόδι του το μέσα έξω, τον μάζεψε το ασθενοφόρο, άμα ήξερε πως τον περίμεναν δέκα χιλιόμετρα πορεία, ίσως να μην τα κουβαλούσε μαζί του. Θολωμένοι κι οι μπάτσοι, που μας πήγαν περπατώντας, θολωμένοι κι εκείνοι οι χουλιγκάνοι στα Πετράλωνα, στο Μοσχάτο, ή όπου ήταν τέλος πάντων, σκέφτηκαν πως μπορούν να πετάνε ό,τι θέλουν επειδή σιγά μη βγούμε από την πορεία, λες και ήμασταν στρατιωτάκια με βήμα και με στοίχιση, ακόμα τρέχουν κι αυτοί. Τονώθηκε και ο τοπικός οικοδομικός κλάδος, θα ξαναφτιάξανε κάποια στιγμή τον Σύνδεσμό τους, υποθέτω.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB