Ισοβίτης

Ισοβίτης

Παραμεγάλωσε η...

Ρατσιστές

Ρατσιστές

«Καρκίνο στα...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Ολοκλήρωση

Ολοκλήρωση

Έτυχε να γεννηθώ...

Μαγκντί

Μαγκντί

Είχα πάρει τηλέφωνο...

Διπλανός

Διπλανός

Στο Γυμνάσιο είχα...

Πιστόλι

Πιστόλι

Όσο ζω μαθαίνω. Και...

Μπείτε

Μπείτε

Έχουμε πάρει το...

Νίκη

Νίκη

Θλιβερό ρεκόρ, που...

Θολούρα

Θολούρα

Μετά από αυτό το ματς,...

Πειραιώς

Πειραιώς

Ο αγώνας...

Πείραμα

Πείραμα

Σε ποιο...

  • Ισοβίτης

    Ισοβίτης

    Friday, 12 April 2019 12:21
  • Ρατσιστές

    Ρατσιστές

    Wednesday, 10 April 2019 10:48
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Monday, 08 April 2019 17:00
  • Ολοκλήρωση

    Ολοκλήρωση

    Sunday, 07 April 2019 15:20
  • Μαγκντί

    Μαγκντί

    Wednesday, 03 April 2019 12:16
  • Διπλανός

    Διπλανός

    Tuesday, 02 April 2019 00:39
  • Πιστόλι

    Πιστόλι

    Monday, 01 April 2019 21:57
  • Μπείτε

    Μπείτε

    Sunday, 31 March 2019 08:47
  • Νίκη

    Νίκη

    Sunday, 24 March 2019 16:18
  • Θολούρα

    Θολούρα

    Wednesday, 20 March 2019 22:05
  • Πειραιώς

    Πειραιώς

    Wednesday, 20 March 2019 19:49
  • Πείραμα

    Πείραμα

    Thursday, 14 March 2019 21:28

10259927 1488155628064176 1743380413596143583 nΟ αγώνας Στεφανέλ-ΠΑΟΚ 91-100, ο δεύτερος τελικός του Κυπέλλου Κόρατς 1993-94, ακόμα μνημονεύεται ως «το τέλειο παιχνίδι». Συντριπτικό μπάσκετ, ασύλληπτη αποτελεσματικότητα και συγκέντρωση, τελειώσαμε το ματς με 9/11 τρίποντα, καθαρίσαμε τους Ιταλούς πριν πάρουν χαμπάρι τι σχέδιο είχε ο Σούλης και πώς τους έσπασε κάθε πλάνο να σταματήσουν την αγία τριάδα μας στο παρκέ. Και δώσ’ του πάλι γλέντια στην πόλη, κορναρίσματα, σημαίες, κασκόλ, συνθήματα, φέραμε το δεύτερο ευρωπαϊκό μας κι έμοιαζε να ήμασταν ακόμα στην αρχή, ποιος ξέρει πού θα σταματήσει αυτή η ομάδα η ασταμάτητη. Η ομάδα που ενέπνευσε το πιο κλασικό σύνθημα της εποχής: «Μες στη ρακέτα είναι ο Σάβιτς / Τα στόρια έχει κατεβάσει / Με Μπέρι και με Πρέλεβιτς / Η μπάλα πια πώς θα περάσει / Ο Μαματζιόλας σταθερός / Κι ο Νάσος ο Γαλακτερός / Κόρφας, Μπουντούρης και Ρεντζιάς / Κι ο Τσέκος ο αληταράς». Ξεχάσαμε τον Μπαλογιάννη, τον βάλαμε μια φορά αντί Μαματζιόλα, σε ένα ματς με λίγο κόσμο, μας κράξανε, ντεμέκ για την ιεροσυλία που αλλάξαμε το σύνθημα.

Ως Κυπελλούχοι Ευρώπης κατεβαίναμε στον Πειραιά. Άλλα συνθήματα για εκείνο το ματς. Πιο εύστοχο και αθάνατο το «Βουντού, βουντού / Βουντού, βουντού / Με μια καρφίτσα μαύρη / Στον πούτσο μας θα κάθονται / Δέκα χιλιάδες γαύροι», το οποίο καπηλεύτηκε η μετέπειτα κερκίδα και το ξεφτίλισε, φωνάζοντάς το όποτε παίζαμε με τον Ολυμπιακό, είτε στην Τούμπα (που δεν είχε γαύρους) είτε στο Καραϊσκάκη (που είχε περισσότερους από δέκα χιλιάδες, δηλαδή οι υπόλοιποι είκοσι χιλιάδες θα τη γλίτωναν από το βουντού). Αλλά αυτό που φωνάζαμε περισσότερο ήταν και η πραγματικότητα που έμελλε να στοιχειώσει τους δρόμους της Αθήνας για πάντα: «Στον Πειραιά, στον Πειραιά / Στις είκοσι του Μάρτη / Θα πάμε και θα κάνουμε / Το πιο μεγάλο πάρτι».

Και πήγαμε. Κι ακόμα μας θυμούνται. Και πώς να ξεπεράσει ο Πειραιώτης κι ο Αθηναίος τέτοια τρομοκρατία – δεν πρόκειται ν’ απαντήσουν ποτέ στους τέσσερις πέντε χιλιάδες κομάντο που σουλατσάριζαν από νωρίς το πρωί στην Αθήνα και πούλησαν τρέλα, ως συνήθως, αλλά αυτή τη φορά συνέβη το πιο συγκλονιστικό, εκεί που νόμιζες πως θα ήταν μια συνηθισμένη βόλτα στην πρωτεύουσα: Μας πήγαν δέκα χιλιόμετρα περπάτημα απ’ την Ομόνοια ως το γήπεδο, από την Πειραιώς και μας επέτρεψαν να βγάλουμε τις καλύτερες καρτ ποστάλ ως κληρονομιά στα παιδιά μας. Κι όλος ο Πειραιάς να χαιρετάει και να βρίζει από απόσταση, υποκλινόμενος, πάλι, στη λαοθάλασσα που έπνιγε την πόλη του, κάτι που ποτέ δεν είχε καταφέρει αυτός και δεν πρόκειται ποτέ να το καταφέρει και πάντα και στους αιώνες των αιώνων θα νιώθει κομπλεξικός.

Πειραιώς

Στον Πειραιά, στον Πειραιά, στις είκοσι του Μάρτη, θα πάμε και θα κάνουμε το πιο μεγάλο πάρτι. Αυτό μέχρι να πεθάνω μπορεί και να το τραγουδάω από μέσα μου. Ιστορική εκδρομή. Ίσως η πιο μαζική και δυναμική που έχω πάει στη ζωή μου, αν θεωρήσω την κάθοδο στο ΟΑΚΑ το 2014 ως σχολική εκδρομή, ως ένα γουικέντ στην Αθήνα για ψυχαγωγία. Βιβλίο γράφεις για εκείνη την Κυριακή – όχι μόνο εγώ, αλλά ο καθένας που βρέθηκε στην Κηφισιά, την Ομόνοια, την Πειραιώς και το ΣΕΦ στις
20 Μαρτίου 1994. Αλλά και όλη η αναμονή τις προηγούμενες μέρες, όταν μάθαμε πόσα εισιτήρια πήραμε και πόσοι θα κατεβούμε. Βουντού με μια καρφίτσα μαύρη.

Το σύνθημα θα ήταν πιο εύστοχο αν έλεγε «στην Πειραιώς, στην Πειραιώς». Εκεί έγινε τελικά το πιο μεγάλο πάρτι, εκεί γράφτηκε η ιστορία. Το ποτάμι που πήρε με τα πόδια δέκα χιλιόμετρα πορεία ως το Φάληρο, περνώντας από την καρδιά της Αθήνας ως την καρδιά του Πειραιά, εκθέτοντας οπαδικά μια για πάντα όποιον θεωρούσε πως μπορεί να τρομοκρατήσει μια ξένη πόλη και μόνο με την παρουσία του. Τι Λαός. Τι πορεία. Βαρδάρη-Τούμπα μέσω Εγνατίας και Λαμπράκη, ας πούμε, πέντε χιλιάδες γαύροι ή βάζελοι με τα πόδια. Ούτε σε ταινία επιστημονικής φαντασίας δε θα μπορούσαν να το κάνουν, θα τους την πέφταμε στα γυρίσματα. Από εκείνη τη μέρα το σιγούρεψα μέσα μου: Μόνο εμείς, άλλος κανείς. Τέλος.

Τι να πρωτοθυμηθείς από εκείνη τη μέρα. Που χτυπούσαμε τα κουδούνια στην Κηφισιά, στα πλουσιόσπιτα, για «καμιά τυρόπιτα, κανένα κουλουράκι, πεινάμε». Την ασπρόμαυρη Ομόνοια, πιο πολύς κόσμος μαζεμένος κι απ’ έξω απ’ την Τούμπα σε ντέρμπι. Την πρώτη φωτοβολίδα που έπεσε εναντίον οπαδών, που τολμώ να υποθέσω πως ήταν αυτή που πέρασε δίπλα μου, εκεί κάπου στην Αγίου Κωνσταντίνου. Τις τζαμαρίες του ξενοδοχείου, τον δικό μας που πήραν φωτιά τα μπατζάκια του κυριολεκτικά, όπου είχε κρυμμένα τα πυρομαχικά. Την ασύλληπτη λαοθάλασσα, που σε καμία στιγμή δεν μπορούσες να δεις πού τελειώνει, χοροπηδούσαμε εκεί στην κεφαλή της πορείας να δούμε μέχρι πού φτάνει και δε γινόταν, το μάθαμε χρόνια μετά, στις φωτογραφίες και τα βίντεο που κυκλοφόρησαν. Το «πέσιμο» από τους γαύρους που, λογικά, ακόμα τρέχουν μέχρι σήμερα να γλιτώσουν.

Μέχρι τις 20 του Μάρτη του 1994, έτρεφα έναν περίεργο σεβασμό για τους γαύρους. Είχα κατεβεί δυο φορές στο Καραϊσκάκη, είχαν ανεβεί κι αυτοί στην Τούμπα νωρίτερα, μετρούσαν. Δεν τους φοβόσουν, αλλά και δεν τους υποτιμούσες. Εκείνη την Κυριακή τελείωσαν ως αντίπαλοι, τη στιγμή που εκτοξεύτηκε η πρώτη φωτοβολίδα, με το πιστόλι στημένο δίπλα στα ΜΑΤ, μέσα στο γήπεδο. Πουστριλίκι. Άνοιξαν ένα νέο, φλώρικο κεφάλαιο στην ιστορία των οπαδικών αντιπαραθέσεων και από τις καθαρές μάχες πήγαμε στα οπλικά συστήματα. Νιώθω περήφανος που δεν τους ακολουθήσαμε – συνεχίσαμε να πετάμε ό,τι μας πετούσαν αυτοί: Πέτρες, αναψυκτικά, βρύσες, τσιμέντα, χερούλια. Είχαμε κι ένα κομμένο αυτί. Πολύ αίμα.

Με θυμάμαι να ακουμπάω το ταβάνι του ΣΕΦ, πάνω πάνω, και να πιάνω κουβέντα με τους γαύρους στα τρία μέτρα, την ώρα που ο Λαός από κάτω φώναζε για το ’81. Αφρίζανε οι απέναντι, κόλαση όλο το στάδιο, θέλανε να μας χυμήξουν. Οι πιο ήρεμοι μας την έλεγαν εκεί στα ψηλά, τι μαλάκες που είστε. Εγώ δεν το φώναζα, ποτέ δεν το είχα φωνάξει, τους έλεγα τι φλωριές είναι αυτές με τις φωτοβολίδες, στην τελική θα καείτε μόνοι σας. Κουνούσαν το κεφάλι. Δεν ήταν όλοι ξεφτιλισμένοι, κάποιοι καταλάβαιναν. Και με θυμάμαι στο κάτω διάζωμα, όταν δεν άντεχα άλλο μακριά από το πάρτι, πώς κατέβηκα, να υπήρχε ένα βίντεο να γελάμε. Έλα, σε πιάνουμε, έλα, με πιάνετε, έλα, μη φοβάσαι, έλα, κατεβαίνω. Παπάρια με πιάσανε, πώς δεν έσπασα κάνα πόδι. Νερό. Δίψα μεγάλη. Πόση ώρα μας άφησαν μέσα δίχως νερό, οι αλήτες.

Εκείνη η ανυπομονησία, πόσο ακόμα, δε φαινόταν το ΣΕΦ από την Πειραιώς, άιντε να φτάσουμε, πιο γρήγορα, ρε, άιντε να μπούμε νωρίς, στρατός ολόκληρος, ένα Παλέ στο δρόμο για το Φάληρο, μας έστησαν ένα χιλιόμετρο από το γήπεδο και προσπαθούσαν να μας μαντρώσουν για το τελευταίο ντου. Θυμάμαι πάνω στη γέφυρα, μια κόκκινη θάλασσα απέναντι, μας έβλεπαν, δεν τελειώναμε, πού αρχίζαμε και πού φτάναμε δεν μπορούσαν να δουν. Σοκ. Δεν υπήρξε άνθρωπος να δει όλη την πορεία, ένα τέταρτο χρειαζόταν για να περάσουμε όλοι από ένα σημείο. Ούτε εκεί μας την έπεσαν, έξω απ’ το ΣΕΦ, δεν τους έπαιρνε. Μας βαρούσαν οι μπάτσοι, όπου μας έβρισκαν χαλαρούς, στα κλεφτά.

Είχα πιάσει έναν δικό μας, ακριβώς έξω από την είσοδο όπου περιμέναμε πόση ώρα για να μπούμε, είχε σκοτεινιάσει, τον κρατούσα από το γιακά και τον κλοτσούσα στο καλάμι. «Τσογλάνι, τις τρώνε οι μπροστά για να λες εσύ μαλακίες». Δε μίλησε κανείς. Είχα δίκιο. Φώναζε ο γελοίος και έβριζε τους μπάτσους κρυμμένος μέσα στο πλήθος, οι μπάτσοι τα άκουγαν και βαρούσαν εμάς μπροστά τους – ανέβηκα σ’ ένα καγκελάκι και τον είδα, έτρεξα, τον βρήκα, τον άρπαξα. Αν με διαβάζεις, χαιρετίσματα, αδερφέ.

Για να περάσεις ΤΕΙ από το Τεχνικό Λύκειο έπρεπε να έχεις είκοσι σε όλα. Για να έχεις είκοσι στη Γυμναστική, έπρεπε να κάνεις παρέλαση. Για να κάνεις παρέλαση, έπρεπε να είσαι Δευτέρα πρωί, 21 Μαρτίου, στο Πάρκο της Καβάλας, όπου θα μαζεύονταν όλα τα σχολεία για την τελική πρόβα. Γυρίσαμε ξημερώματα, βγήκα για οτοστόπ, ήμουν κωλόφαρδος. Έφτασα Καβάλα νωρίς, προλάβαινα. Κατέβηκα στο Περιγιάλι, στην άλλη άκρη της πόλης, στο σχολείο, χτύπησα την πόρτα της τάξης, άνοιξα, μπήκα μέσα, διέκοψα το μάθημα. Με είδε η Άννα, που αγχωνόταν επειδή τότε δεν είχαμε κινητά και πώς να την ενημερώσεις πως είσαι καλά και πως γύρισες από τον πόλεμο, θα είχε δει τα επεισόδια και το ματς και θα αγωνιούσε, έτσι το είχα σκεφτεί. Ποιος ξέρει πώς ήμουν, μετά από δυο μέρες ταξίδι, μετά απ’ όλα αυτά, πώς θα ήταν τα ρούχα, τα μαλλιά, τα μάτια μου, άρχισε να φωνάζει όλη η τάξη και να επευφημεί, «γύρισε ο στρατιώτης», γελούσε ο αγαπημένος καθηγητής, «πού ’σαι, ρε, τι έγινε, γύρισες ζωντανός;». Βγήκε η Άννα, τα είπαμε, όλα καλά, φεύγω για τις δοκιμαστικές. Και σκάω με την αθλιότητα της ταλαιπωρίας, πρώτο μπόι, μπροστά μπροστά, μια ταλαιπωρία αλλά και μια περηφάνια, όλη η Καβάλα να με ρωτάει «πώς ήταν» κι εγώ ν’ απαντάω «γράψαμε ιστορία». «Ναι, αλλά χάσαμε τη διαφορά, ρε ψηλέ». «Στ’ αρχίδια μας, τέτοιο πράμα δεν πρόκειται να ξαναδεί ο κόσμος».

Αλλά απ’ όλα όσα έζησα εκείνη τη μέρα, πιο πολύ καρφωμένο στη μνήμη θα μου μείνει για πάντα το θέαμα της μάνας με τα δύο Παοκτσάκια μέσα στο ΣΕΦ. Που τους έβαζε τα κασκόλ μέσα από τα ρούχα, έκανε πίσω να ελέγξει αν φαίνονταν από κάτω, εντάξει, μια χαρά το βάλαμε, δε φαίνεται τίποτα. Κι έφυγαν, η μάνα με τους δύο γιους, τους πιτσιρικάδες, ποιος ξέρει για πού και ποιος ξέρει πόσο φοβόταν – το μόνο που την ένοιαζε ήταν να μη φαίνονται τα κασκόλ κάτω απ’ τα ρούχα.

Πριν λίγα χρόνια, βρήκα στο ίντερνετ μια φωτογραφία όπου φαίνεται όλη η πορεία. Φώναξα την Άννα να της τη δείξω. «Έλα, έλα να δεις την πορεία στο ΣΕΦ». «Χα, δες εδώ, πρώτη μούρη είσαι, καλά, ρε, στην πρώτη γραμμή ήσουν στην πορεία, αυτό δε μου το ’χες πει». Είδα καλύτερα, είχε δίκιο. Πρώτη μούρη η μουτσούνα μου, δίπλα στους καπελάκηδες, με τα τσουλούφια, το φλάι, το κλασικό εκδρομικό φανελάκι της Converse και το ασθενικό, χτικιάρικο πρόσωπο. «Έτυχε», της είπα, «η πορεία άλλαζε συνεχώς, κάποια στιγμή εμφανίστηκαν κάτι περίεργοι και οι μπροστά τους κυνήγησαν, βρεθήκαμε πρώτοι εμείς». Και κάτι τραγουδάω στη φώτο, τι άλλο να έλεγα, βουντού, βουντού, με μια καρφίτσα μαύρη.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB