Όρθιοι

Όρθιοι

Πρώτη φορά στις...

Θετικό

Θετικό

Αναμενόμενο και...

Πανεπιστήμιο

Πανεπιστήμιο

Μπήκα στο...

Βαγόνι

Βαγόνι

Ίσα να κάνεις ένα...

Εσύ

Εσύ

Δεν έχεις πάει ποτέ...

Άκου

Άκου

Άκου, ανθρωπάκι...

Ισοβίτης

Ισοβίτης

Παραμεγάλωσε η...

Ρατσιστές

Ρατσιστές

«Καρκίνο στα...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Ολοκλήρωση

Ολοκλήρωση

Έτυχε να γεννηθώ...

Μαγκντί

Μαγκντί

Είχα πάρει τηλέφωνο...

Διπλανός

Διπλανός

Στο Γυμνάσιο είχα...

  • Όρθιοι

    Όρθιοι

    Tuesday, 21 May 2019 14:35
  • Θετικό

    Θετικό

    Tuesday, 14 May 2019 12:48
  • Πανεπιστήμιο

    Πανεπιστήμιο

    Monday, 06 May 2019 11:53
  • Βαγόνι

    Βαγόνι

    Sunday, 28 April 2019 22:50
  • Εσύ

    Εσύ

    Saturday, 27 April 2019 23:50
  • Άκου

    Άκου

    Monday, 22 April 2019 13:30
  • Ισοβίτης

    Ισοβίτης

    Friday, 12 April 2019 12:21
  • Ρατσιστές

    Ρατσιστές

    Wednesday, 10 April 2019 10:48
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Monday, 08 April 2019 17:00
  • Ολοκλήρωση

    Ολοκλήρωση

    Sunday, 07 April 2019 15:20
  • Μαγκντί

    Μαγκντί

    Wednesday, 03 April 2019 12:16
  • Διπλανός

    Διπλανός

    Tuesday, 02 April 2019 00:39

adikoTen thousand days in the fire is long enough.

«Δέκα χιλιάδες μέρες στη φωτιά είναι αρκετές». Κι όμως, έπρεπε να φτάσω κι εγώ τις δέκα χιλιάδες μέρες της Τζούντιθ του «10,000 Days (Wings Pt. 2)», όπου οι Tool αφηγούνται συγκλονιστικά, σε ένα από τα μέγιστα έργα τέχνης που έχει δημιουργήσει η ανθρωπότητα, την Έξοδο-Είσοδο της μητέρας του Maynard από μια ζωή-επίγεια κόλαση, με παράλυση και μόνιμο πόνο επί 27 χρόνια, στον Παράδεισο που δικαιούται ως ο απόλυτος άγγελος. Στην ατυχή (ατυχέστατη) σύγκριση, η δική μου περίπτωση χρειάστηκε επίσης περίπου 27 χρόνια -αυτό μου ήρθε στο μυαλό με τη λήξη του ΠΑΟΚ-Πανιώνιος της προηγούμενης Τετάρτης.

Όλοι οι φίλοι μου πανηγύριζαν την απίστευτη πρόκριση, η Άννα είχε χωθεί σε μία γωνία για να μη βλέπει το πέναλτι και μετά ούρλιαζε και μας άκουγε η γειτονιά, αλλά εγώ καμάρωνα με αυταρέσκεια, με εκείνο το αίσθημα δικαίωσης μετά από δέκα χιλιάδες μέρες που αν δεν το ζήσεις δεν μπορείς να το αντιληφθείς. Ποιο Πρωτάθλημα και ποιο Κύπελλο μου λες -φέτος είναι η δική μου χρονιά, η χρονιά του απόλυτου προσωπικού θριάμβου.

Αγαπητέ γυμναστή, αγαπητοί συμμαθητές και αγαπητές συμμαθήτριες, αγαπητή κοινωνία της Καβάλας που πριν από 27 χρόνια κοντέψατε να με στείλετε ανήλικο στον τρελογιατρό: Πανιώνιος-ΠΑΟΚ 2-1, ΠΑΟΚ-Πανιώνιος 4-2, «τα εκτός έδρας μετράνε διπλά», ποιος προκρίθηκε; Ποιος; Χαιρετίσματα από την άλλη πλευρά -τη σωστή.

// Άδικο //

Τον Δεκέμβριο του 1992 έχασα την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους και από τότε δεν ξαναεμπιστεύτηκα κανέναν, προδομένος, εξευτελισμένος και πεισμένος πως ποτέ δεν πρόκειται να βρω τη δικαίωση μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Θα είμαι για πάντα ένας μοναχικός λύκος, ένα πλάσμα που θα περιφέρεται πάνω σ’ αυτήν τη Γη δίχως ταίρι, ένα αγρίμι στη ζούγκλα της αποξένωσης, της πνευματικής αλλοτρίωσης και της απανθρωπιάς.

Θα έχει τύχει σε όλους: Πιστεύεις κάτι μέχρι τα βάθη της ψυχής σου, είσαι σίγουρος πως είναι σωστό, δεν πρόκειται να δεχτείς καμία αντίθετη άποψη επειδή, πολύ απλά, έχεις δίκιο. Έχεις απόλυτο δίκιο, δεν κάνεις εκπτώσεις, το έχεις ψάξει, το γνωρίζεις, μέσα στο μυαλό σου υπάρχει η μεγάλη αλήθεια και δε θα κάνεις πίσω με τίποτα. Είναι έτσι. Δεν είναι αλλιώς. Ένα και ένα κάνουν δύο. Όσα επιχειρήματα και να σου πουν, εσύ παραμένεις ανέγγιχτος, δε θα αλλάξεις γνώμη. Και βρίσκεις έναν που σου λέει πως έχεις άδικο, βρίσκεις και δεύτερο, μαζεύεται το σύννεφο των άπιστων, γίνεται ολόκληρη παρέα, όχλος, και κάποια στιγμή όλος ο μικρόκοσμός σου σε περικυκλώνει κουνώντας το δάχτυλο λέγοντας «κάνεις λάθος». Όχι, ρε, δεν κάνω λάθος. Εσείς κάνετε λάθος, όλοι εσείς, από τον πρώτο ως τον τελευταίο. Μόνο εγώ έχω δίκιο και όλοι εσείς έχετε άδικο. Τέλος.

Η ιστορία είχε ξεκινήσει σε ένα διάλειμμα στο σχολείο. Παραμονές της ρεβάνς του ΠΑΟΚ-Δόξα Δράμας για το Κύπελλο. Στο πρώτο ματς ο Τόντσι Γάβριτς είχε καταφέρει να μετατρέψει το θρίαμβο σε τραγωδία και το 3-0 με την ελπιδοφόρα επανεμφάνιση Δερμιτζάκη έγινε 3-3. Έτσι θα το θυμάμαι πάντα, έφταιγε αυτός και για τα τρία γκολ. Αλλά αφήνω ένα περιθώριο να μην το θυμάμαι καλά, ορίστε, αυτό που γράφω πιο πάνω, για όσα δεν είμαι σίγουρος, δεν επιμένω. Αλλά όταν είμαι σίγουρος, δεν δέχομαι αμφιβολίες. Συζητούσαμε για το δεύτερο ματς, αν θα πάμε εκδρομή ή με αμάξια ή με το ΚΤΕΛ, ήμασταν ένας πυρήνας πέντε έξι ατόμων που τραβιόμασταν συνεχώς. Κάποια στιγμή, πετάγεται ένας και λέει «τσάμπα θα πάμε, ούτως ή άλλως, πώς να κερδίσεις μέσα στη Δράμα με 0-2». «Ρε, τι 0-2», του λέω, «με 0-1 περνάμε. Ή 1-2, ή 2-3 ή 3-4 και τα λοιπά, οποιαδήποτε νίκη αρκεί».

«Α, τι λες τώρα». «Τι λέω;» «Τι λες τώρα». Σύννεφα μαζεύτηκαν στον λέβητα του σχολείου, όπου είχαμε καβατζωθεί για να καπνίζουμε στα διαλείμματα. «Η Δόξα μάς έχει βάλει τρία γκολ μέσα στην Τούμπα, το εκτός έδρας μετράει διπλό, οπότε είναι σαν να χάσαμε 3-6». «Πώς είπες;» «Ναι. Άρα για να προκριθούμε θέλουμε 0-2, δηλαδή με το διπλό εκτός έδρας γκολ θα είναι σαν 0-4. Ή 1-3». «Κάτσε, ρε αδερφέ, τι είναι αυτά που λες, άραξε λίγο μη μας τρελάνεις». Χα χα, ρε α χα χα, γέλασα για να ξεκινήσουν να γελάνε και οι υπόλοιποι. Αλλά κανείς τους δεν γέλασε. «Ναι, έχει κάποιο δίκιο ο φίλος». Δεύτερος βλάκας. «Τι εννοείς “έχει κάποιο δίκιο”;» «Το εκτός έδρας μετράει διπλό, οπότε το 0-1 δε φτάνει». Γυρνάω σε άλλον, γνωστό φιλόσοφο και καλό μαθητή αριστούχο, «ρε συ, πες τους, θα με τρελάνουν αυτοί οι δύο». Προδοσία. «Ναι, έχει βάση αυτό που λένε». Και γίνεται ντόμινο, όλοι εναντίον μου. Αρχίζω την έγκυρη επιχειρηματολογία στο γνωστό μου στιλ, δηλαδή «ρε άιντε γαμηθείτε από δω όλοι οι άσχετοι τώρα θα με πείτε εμένα ποιο σκορ θέλουμε ρε εγώ έχω πάει εκατό φορές στην Τούμπα και είμαι μεγάλο αλάνι και τραβιέμαι στον ΠΑΟΚ κι εσείς μια εκδρομή έχετε πάει στη ζωή σας άσχετοι όλοι άμπαλοι καραγκιόζηδες θα με πείτε εμένα ουστ ρε προδότες αγράμματοι» και τα λοιπά. Γενική η απόρριψη, με κοιτούσαν σαν να είμαι τρελός. Και όταν με κοιτάνε σαν να είμαι τρελός, τρελαίνομαι.

Μπαίνουμε στην τάξη, συνεχίζεται η μάχη για το δίκιο και το άδικο. «Ισοβίτης, πολύ ζωηρός είσαι σήμερα». Δεν με είπε «Ισοβίτη», έτσι το γράφω τώρα. «Μα, κύριε δάσκαλε, μου λένε κάτι βλακείες όλοι τους και έχουν άδικο και μόνο εγώ έχω δίκιο». «Καλά, πέρασε έξω να το σκεφτείς και το συζητάτε στο επόμενο διάλειμμα». «Χωρίς απουσία;» «Χωρίς απουσία». Αυτό το «χωρίς απουσία» το είχα κάνει καραμέλα, επειδή ήμουν στα όρια των απουσιών και θα έχανα την τάξη, λόγω του ταξιδιού στο Παρίσι με την PSG, ξέρανε όλοι οι καθηγητές πως έπρεπε να είναι προσεκτικοί μαζί μου, οπότε με αποβάλλανε δίχως να γραφτεί στο απουσιολόγιο: Εγώ δεν έπαιρνα απουσία, αυτοί έκαναν το μάθημά τους χωρίς περισπασμούς, όλοι ευχαριστημένοι. Θα έσκαγα, δεν με χωρούσε ο τόπος.

Ξαναβγαίνουν οι άλλοι στο επόμενο διάλειμμα, άντε πάλι η ίδια κουβέντα. Αλλά τώρα είχανε κουραστεί με την πάρτη μου, σε φάση «ωχ, ρε φίλε, δεν βαρέθηκες να λες το ίδιο πράμα, αφού έχεις άδικο», ξέρω γω, κάπως έτσι. Μαζεύτηκαν κι άλλοι, χωρούσαμε είκοσι άτομα εκεί κάτω, πετάγονταν και άσχετες γκόμενες «ναι, νομίζω πως έχουνε δίκιο οι άλλοι», ρε άιντε από κει που έχεις και άποψη για τον ΠΑΟΚ τώρα κι εσύ με τη ροζ κορδέλα στα μαλλιά, ουστ από δω, άρχισα να μαλώνω με όλο τον κόσμο. Με έπνιγε το δίκιο. Και, κάπου εκεί, μου ήρθε η απόλυτη ιδέα για τη δικαίωση: Πάμε να ρωτήσουμε τον προπονητή. Ε, ναι, υπήρχε ποδοσφαιράνθρωπος στο σχολείο, ο γυμναστής μας, ο οποίος δεν ήταν απλός γυμναστής, αλλά και προπονητής ποδοσφαίρου. Για να μιλάω με ονόματα και στοιχεία, ο καθηγητής λεγόταν «Κίτσος» ή «Κίτσιος», απίστευτος τύπος, πολύ συμπαθής και μεγάλος δάσκαλος στην ομάδα του σχολείου. Δηλαδή αν με δικαίωνε αυτός, όλοι θα το βούλωναν, ήταν άνθρωπος σοβαρός και κοινής αποδοχής.

Πάμε στον προπονητή. Μέσα. Πρώτος εγώ, έτοιμος να χύσω τα μυαλά μου στο πάτωμα από τη σκασίλα. Γιατί αυτό με το «γκολ εκτός έδρας που μετράει διπλό» ήταν η καραμέλα της εποχής, πώς είναι σήμερα το «έσωσε την παρτίδα», που το λένε και το γράφουν όλοι οι άμπαλοι από Θανάση και Κουμ Καν δημοσιογράφοι και το χρησιμοποιούν λάθος. Αλλά τώρα ο ποδοσφαιράνθρωπος, ο μέντορας, ο προπονητής θα μας έλυνε τη διαμάχη και θα με δικαίωνε μια για πάντα. Άφριζα.

Καλημέρα, καθηγητά, καλημέρα, κοπρόσκυλα. Λοιπόν, πες σε αυτούς τους καραγκιόζηδες για το εκτός έδρας γκολ και τα λοιπά, να τελειώνει το θέμα. Του εξηγούμε σε τι διαφωνούμε, ακούει προσεκτικά, αρχίζει να παίρνει θέση. Ήρεμα, σοβαρά, διδακτικά. Εγώ κουνάω το κεφάλι, τους κοιτάζω έναν προς έναν κατάματα, ξεφτιλιστείτε, άσχετοι, που θα με πείτε εμένα για μπάλα, εγώ ρε είμαι πρόεδρος του σου-φου ΠΑΟΚ και με μένα δεν θα τα βάζετε. Κι όπως κουνάω το κεφάλι, αντιλαμβάνομαι πως ο τύπος συμφωνεί με όσα έλεγαν οι άλλοι. Ναι, έτσι είναι, το εκτός έδρας μετράει διπλό. Δηλαδή, κόουτς, αν ο ΠΑΟΚ κερδίσει, ας πούμε, 1-2 μέσα στη Δράμα τι γίνεται; Τότε θα είναι σαν τελικό 1-4, οπότε περνάει η Δράμα που κέρδισε 3-6. Ρε σύνελθε, τι μας λες τώρα, κόουτς, κούνα ρε το κεφάλι σου να έρθει στη θέση του. Επέμεινε. Με ξεφτίλισε. Γελούσαν όλοι, το διαλύσανε, έμεινα να τον κοιτάζω. Είσαι άσχετος, του είπα. Θέλεις πάλι καμιά αποβολή; Έφυγα.

Παρακαλούσα, παρακαλούσα, έλα, Παοκάρα, βάλε ένα γκολ να με δικαιώσεις, έλα, τζίφος. 1-0 η Δόξα, ντροπή, αποκλειόμασταν. Το καρφώνει ο Λαγωνίδης δέκα λεπτά πριν το τέλος, 1-1, εδώ είμαστε, βάλτε και το δεύτερο τώρα, να λήξει 1-2, να μας πουν όλοι οι άμπαλοι ποιος προκρίνεται, που θα κουβαλήσω αύριο στο σχολείο όλες τις εφημερίδες που κυκλοφορούν στα περίπτερα – «ΠΑΟΚ θριαμβευτής», «Προκρίθηκε με ανατροπή 1-2», «Μακεδονομάχοι πολεμιστές σάρωσαν στη λάσπη της αφιλόξενης Δράμας» και τα λοιπά. Παπάρια. Έμεινε το 1-1, βρίζανε όλοι την ομάδα, βρίζανε τον Βουλινό, βρίζανε τον Λιούπκο, βρίζανε τον Γάβριτς κι εγώ κοιτούσα στον ουρανό και ζητούσα εξηγήσεις: Ρε Μεγάλε, τι μ’ έφερες σ’ αυτό τον κόσμο, με ποιον να συνεννοηθώ; Λοιπόν, σ’ ενημερώνω, για ό,τι κάνω από δω και πέρα στη ζωή μου υπεύθυνος θα είσαι Εσύ. Και πολλή υπομονή έχω κάνει μαζί σου.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB