Όρθιοι

Όρθιοι

Πρώτη φορά στις...

Θετικό

Θετικό

Αναμενόμενο και...

Πανεπιστήμιο

Πανεπιστήμιο

Μπήκα στο...

Βαγόνι

Βαγόνι

Ίσα να κάνεις ένα...

Εσύ

Εσύ

Δεν έχεις πάει ποτέ...

Άκου

Άκου

Άκου, ανθρωπάκι...

Ισοβίτης

Ισοβίτης

Παραμεγάλωσε η...

Ρατσιστές

Ρατσιστές

«Καρκίνο στα...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Ολοκλήρωση

Ολοκλήρωση

Έτυχε να γεννηθώ...

Μαγκντί

Μαγκντί

Είχα πάρει τηλέφωνο...

Διπλανός

Διπλανός

Στο Γυμνάσιο είχα...

  • Όρθιοι

    Όρθιοι

    Tuesday, 21 May 2019 14:35
  • Θετικό

    Θετικό

    Tuesday, 14 May 2019 12:48
  • Πανεπιστήμιο

    Πανεπιστήμιο

    Monday, 06 May 2019 11:53
  • Βαγόνι

    Βαγόνι

    Sunday, 28 April 2019 22:50
  • Εσύ

    Εσύ

    Saturday, 27 April 2019 23:50
  • Άκου

    Άκου

    Monday, 22 April 2019 13:30
  • Ισοβίτης

    Ισοβίτης

    Friday, 12 April 2019 12:21
  • Ρατσιστές

    Ρατσιστές

    Wednesday, 10 April 2019 10:48
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Monday, 08 April 2019 17:00
  • Ολοκλήρωση

    Ολοκλήρωση

    Sunday, 07 April 2019 15:20
  • Μαγκντί

    Μαγκντί

    Wednesday, 03 April 2019 12:16
  • Διπλανός

    Διπλανός

    Tuesday, 02 April 2019 00:39

rallyΜας κυνηγούσε, ο μπαγάσας, μέχρι το Λευκό Πύργο. Μπορεί και περισσότερο, αλλά κάπου εκεί τον χάσαμε. Τα πόδια στον ώμο και τρεχάλα.

Λαγοί, που λένε σήμερα οι νέοι, έτσι και μας έπιανε στα χέρια του ο μάστορας θα μας έλιωνε τα κόκκαλα που ήμασταν ο καθένας 60 κιλά, φτερά στον άνεμο με τους σωλήνες και τις μαλλούρες και τις φούσκες, που στην τρεχάλα ακούγονταν στην άσφαλτο φαπ-φαπ, πού να τρέξεις με τέτοια παπούτσια, αθλητικά, σου λέει, για ποιο άθλημα, άραγε, τάβλι να έπαιζες μ’ αυτά πονούσαν τα πόδια σου.

Είχε προηγηθεί μία, ας το πούμε, παρεξήγηση, στο κατάστημα του μάστορα. Ενδεχομένως ίσως μπορεί κατά κάποιον τρόπον τινά έως ένα ποσοστό μία στο εκατομμύριο να είχε ένα κάποιο δίκιο, να είχαμε εμείς άδικο, ας το παραδεχτώ, είκοσι τρία χρόνια περάσανε, θα έκλεινε το θέμα καλύτερα αν δεν την κοπανούσαμε έτσι μπαμπέσικα. Αλλά δε μάσησε ο μάστορας, όπως απομακρυνόμασταν με προσεκτικές πιρουέτες από το ταμείο, πήδηξε από τον πάγκο και μας πήρε στο κατόπι. Στον Πύργο σταματήσαμε το τρέξιμο, ανάψαμε και τσιγάρο, του ξεφύγαμε, σπουδαίο κατόρθωμα, Παοκολέ, Παοκολέ, άιντε Παοκάρα πάμε να πάρουμε τη νίκη τώρα που κερδίσαμε τον μάστορα στα 1000 μέτρα μετ’ εμποδίων. Ανεβήκαμε την Αγγελάκη, πιάσαμε την είσοδο της Έκθεσης για να πάμε για Τούμπα. Αλλά μπήκαμε μέσα, είχε κάτι πανηγυρικό, κόσμος πολύς, χωθήκαμε να δούμε τι παίζει, είχαμε ώρα.

Κάτσαμε κάνα μισάωρο, βαρεθήκαμε, δε μας συγκινούσε το θέαμα. Αυτοκίνητα έφευγαν, έβαζαν μπρος και χειροκροτούσε ο κόσμος λες και έμπαινε αλλαγή ο Μαγκντί, πώς κάνανε έτσι, σιγά. Κάποια στιγμή ο Ν είπε «ρε μαλάκα, έχει και κάμερες», πάει και ρωτάει έναν της τηλεόρασης αν είναι ζωντανή η σύνδεση κι αυτός του λέει πως κάποια πλάνα τα δείχνει ζωντανά. «Τώρα θα έχει γυρίσει στο μαγαζί του, άμα έχει ανοιχτή και την τηλεόραση θα βλέπει το ράλι». Ο αγώνας ήταν κάποιο Ράλι ΔΕΘ, δεν ασχολούμαι με τέτοια, όποιος ξέρει απ’ αυτά θα καταλαβαίνει τι ήταν, 1990 ή 1991, πότε είχε ράλι στην Έκθεση πριν από αγώνα του ΠΑΟΚ Κυριακή, για τότε μιλάμε. «Τώρα θα δει», λέει ο Ν και στήνεται απέναντι στην κάμερα κι αρχίζει να χαιρετάει. «Εγώ, εγώ» έκανε χειρονομίες, αν έχει κάποιος βίντεο από εκείνη τη μέρα να ψάξει να βρει δύο μέταλλα και οι δύο μαζί δεν έκαναν έναν άνθρωπο που έστελναν φιλάκια στις κάμερες. «Τώρα θα μας βλέπει από το μαγαζί και θα του ανεβεί το αίμα στο κεφάλι».

Φτάσαμε στην Τούμπα, μεσημεριανό ματς, ίσως με ΟΦΗ ή Αθηναϊκό, κάτι τέτοιο. «Πάμε στα επίσημα», με σέρνει μαζί του, να βρει κι άλλες κάμερες, είχε κολλήσει να κάνει το ίδιο πράγμα. Δε βρήκε τίποτα, μπήκαμε μέσα. Ανέβηκε στο κάγκελο κι έμεινε εκεί, να τον δείξει το πλάνο, να τον δει ο μάστορας από το μαγαζί του και να σκάσει, εγώ είμαι ρε, εμένα κυνηγούσες και δε μ’ έπιασες, νιάνια-νιανιάνια. Τελειώνει ο αγώνας, πάμε ξανά έξω από την 1. Δυο-τρεις κάμερες είχε, έπαιρναν κάτι άσχετα πλάνα ή έτσι φαινόταν, μπορεί και να ήταν κλειστές, χώθηκε μπροστά ο Ν και πάλι χαιρετούσε κι όπως έπεφταν τα μαλλιά στα μάτια του τα σήκωνε να φαίνεται καλύτερα η φάτσα του, εγώ, εγώ, το είχε ξεφτιλίσει εντελώς. «Δεν μπορεί, ρε φίλε, μπροστά από δέκα κάμερες περάσαμε, κάποια θα μας έδειξε, να μας δει, ο καριόλης, να φάει τις κάλτσες του από τα νεύρα». Και κάπου εκεί, του λέω «ρε ηλίθιε, σκαστοί είμαστε σήμερα, τι πάμε και ποζάρουμε μπροστά σε όλες τις κάμερες, άμα βλέπει κανένας δικός μας πώς γυρνάμε το βράδυ στο σπίτι, που έχουμε πει πως θα πάμε για πρόβες με τη χορωδία του σχολείου»;

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB