Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

Κονόμα

Κονόμα

Κάποια Σάββατα με...

Συγγνώμη

Συγγνώμη

Ζητώ δημοσίως...

Αργεντινή

Αργεντινή

Οι πρώτες μου...

Μαμά

Μαμά

Στο μπαλκόνι είχε...

Προσφορά

Προσφορά

Τι έχει προσφέρει...

Ρουφιάνος

Ρουφιάνος

Η κουλτούρα του...

Ιδρώτας

Ιδρώτας

Δυστυχώς, στο...

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

To μεγαλύτερο...

WC 2018 - Ρωσία

WC 2018 - Ρωσία

Για το αφιέρωμά μας...

Μαϊντανός

Μαϊντανός

Άντε ρε από ‘δώ που...

Αγγαρεία

Αγγαρεία

Μπορεί να ήταν...

  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35
  • Κονόμα

    Κονόμα

    Friday, 08 June 2018 12:57
  • Συγγνώμη

    Συγγνώμη

    Thursday, 07 June 2018 00:06
  • Αργεντινή

    Αργεντινή

    Wednesday, 06 June 2018 13:19
  • Μαμά

    Μαμά

    Saturday, 02 June 2018 18:14
  • Προσφορά

    Προσφορά

    Thursday, 31 May 2018 20:20
  • Ρουφιάνος

    Ρουφιάνος

    Thursday, 31 May 2018 13:49
  • Ιδρώτας

    Ιδρώτας

    Wednesday, 30 May 2018 18:40
  • WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    Wednesday, 30 May 2018 15:39
  • WC 2018 - Ρωσία

    WC 2018 - Ρωσία

    Wednesday, 30 May 2018 13:19
  • Μαϊντανός

    Μαϊντανός

    Tuesday, 29 May 2018 14:50
  • Αγγαρεία

    Αγγαρεία

    Monday, 28 May 2018 13:28

thermoΈμπαινα για πρώτη φορά σε πούλμαν αποστολής ποδοσφαιρικής ομάδας. Στα τοπικά ματς, οι παίκτες του χωριού μου μετακινούνταν στα εκτός έδρας με αυτοκίνητα και χωνόμουν στην πίσω θέση, όπου ήταν συνοδηγός ο πατέρας μου ως πρόεδρος ή γραμματέας ή τι διάολο ήταν εκείνα τα χρόνια, στην αγκαλιά των ποδοσφαιριστών των ήδη ντυμένων με την κιτρινόμαυρη στολή του Α.Ο. Νέας Καρβάλης, καμιά φορά σε καρότσες αγροτικών με άλλους πιτσιρίκους ή το πράσινο Σιτροέν Πόνι του κυρ-Γιάννη όπου χωρούσαμε όλοι, όσοι και να ήμασταν, και μας έβλεπαν οι ντόπιοι να βγαίνουμε από πίσω και να μην τελειώνουμε, φωνάζοντας στη διαδρομή συνθήματα τύπου «το γκολάκι δεν αργεί, έρχεται με γιωταχί» ή «Καρβάλη ολέ, ομάδα του Πελέ» και τέτοια καθυστερημένα, που αν πέφταμε σε εκδρομικό πούλμαν του ΠΑΟΚ στη διαδρομή μπορεί να μας έδερναν για προσβολή της οπαδικής τιμής και κουλτούρας.

Στους αγώνες με αντιπάλους ομάδες της Θάσου παίρναμε και το φέρι-μποτ, όπου μια φορά μας είχαν κλέψει τις μπάλες και είχε συμβεί μεγάλη αναστάτωση για τους «κλέφτες Θασίτες θα τους τις κλέψουμε κι εμείς όταν έρθουν» και τους τις κλέψαμε, αλλά όταν εμφανίστηκε το φιλμ με τις φωτογραφίες της εκδρομής είπε ο γέρος μου «αμάν, εκεί που κάθεται ο μικρός από κάτω είχα βάλει τις μπάλες», σε ένα σιδερένιο ντουλάπι στο κατάστρωμα, και μετά πήγαιναν στο λιμάνι κι έψαχναν τα φέρι-μποτ για να βρούνε τις μπάλες της ομάδας που ήταν ακριβές και έπρεπε να κάνουν προπόνηση, επειδή ο Βουνιόζος είχε κόψει την πίστωση και πού να βρουν καινούργιες μπάλες χωρίς χοροεσπερίδα, που ήταν η μόνη πηγή εσόδων.

Αλλά το χωριό έπαιζε στη Βήτα Εθνική του τοπικού, παρά τις σπουδαίες εμφανίσεις και τους αυστηρά προπονημένους παίκτες μας, τα συστήματα, τις πορτοκαλάδες που τους έδιναν μετά τους αγώνες ως σούπερ-ανταμοιβή. Στα τσικό το συζητούσαμε, όταν μεγαλώσουμε εμείς θα ανεβάσουμε την ομάδα στην Άλφα κι από εκεί στη Δέλτα, τη Γάμα, τη Βήτα και μια μέρα θα έρθει ο ΠΑΟΚ στο χωριό με χιλιάδες Παοκτσήδες, και τι θα κάνουμε που δεν έχουμε κερκίδες, δεν πειράζει, Παοκτσήδες είναι αυτοί, δεν έχουν ανάγκη, εγώ είχα πάει και στη Δράμα που δεν είχε κερκίδα και τους είχα δει, μια χαρά περνάνε στη λάσπη, όλο φωνάζουν αυτοί και δεν σταματάνε, θα τη βρούνε την άκρη κι εδώ στο χωριό, θα πουλήσουμε και κουραμπιέδες, θα γίνουμε πλούσιοι όλοι μας, δεν ήξερα ακόμα τι πάει να πει «πώληση» σε εκδρομικό Λαό του ΠΑΟΚ και πόσα έσοδα μπορείς να έχεις από αυτή την εμπορική συναλλαγή, έκανα όνειρα. Κάποτε ανέβηκε στην Άλφα, ξανάπεσε, εκεί γύρω πήγαινε η δουλειά, ασανσέρ.

Ο φίλος του πατέρα μου, όμως, είχε ήδη φτάσει το δικό του χωριό στην πιο μεγάλη κατηγορία του τοπικού και πήγαινε για ακόμα παραπάνω, δηλαδή έπαιζε και εκτός Νομού Καβάλας, στη Δέλτα, η ομάδα ακουγόταν στα αποτελέσματα του «Μικρόφωνο Στα Γήπεδα», που ξεκινούσε ο εκφωνητής με το «πάμε να ακούσουμε τι έγινε στους ομίλους της Δέλτα Εθνικής» στις έξι το απόγευμα και τελείωνε στις εφτά και όσο διαρκούσε η Δέλτα μπορούσες να διαβάσεις τα μαθήματα για τη Δευτέρα και να πας στη μάνα σου καμαρωτός να της ανακοινώσεις «έτοιμα τα μαθήματα, θα κάτσω να δω την Αθλητική Κυριακή» κι η μάνα σου χαμήλωνε τα μάτια, δεν είχε άλλα επιχειρήματα εκτός από το κλασικό «εντάξει, τζιέρι μ’, αλλά πρώτα να φας κάτι, να δυναμώσεις, σε έκανα πιλαφάκι με μοσχάρι και αυγόφετες και τηγανητές πατάτες και λίγο κριθαράκι που περίσσεψε από χθες και τη σούπα σου να τελειώσεις της Παρασκευής μην την πετάξουμε κρίμα είναι και δυο γεμιστά έβγαλα από την κατάψυξη μήπως δεν φτάσει το φαΐ και να σε κόψω και μήλα και πορτοκάλια να τρως υγιεινά, πουλάκι μ’, να πάρεις μπόι. Και μην ξεχάσεις το γιαουρτάκι στο τέλος, κάνει καλό στα κόκαλα». Ακούγαμε τη Δέλτα Εθνική και μόλις έλεγε το χωριό του φίλου του πατέρα μου, που την ομάδα την είχε αναλάβει και την είχε ανεβάσει όλες τις κατηγορίες μόνος του, καμαρώναμε κι οι δυο μας, κέρδισε πάλι ο μπαγάσας, θα ανέβει και φέτος, μπράβο του. Δεν τον είχα γνωρίσει αυτό τον φίλο του, αλλά μου έλεγε πως είναι «παλιός παίκτης του Παναθηναϊκού» και αυτό με ιντρίγκαρε, είχα ήδη φωτογραφίες με τον Ζάετς, τον Ρότσα-Μπουμπλή και τον Σαραβάκο, οπότε το έβλεπα ως ευκαιρία να βγω και με έναν ακόμα μύθο των πρασίνων, που μου είχε ξεφύγει ο Τσου Λαλίγκ κάποια φορά στη Δράμα ή στη Θεσσαλονίκη, δεν το καλοθυμάμαι, και είχα πέσει σε κατάθλιψη. Ευτυχώς έγινα ΠΑΟΚ μετά και έβγαιναν όλοι εύκολα φωτογραφίες, δεν είχαν το τουπέ των πρωτευουσιάνων, στήνονταν όλοι με τη μία, και ο Μπορμπόκης και ο Λαγωνίδης και ο Μπίσεσβαρ πριν λίγες μέρες, που βγήκε τετρακόσιες φωτογραφίες με τη Χουλιγκάνα, κουνώντας και το κεφάλι χαρωπά όταν του έλεγε «η μαμά μου είπε πως είσαι ο καλύτερος παίκτης».

Το πούλμαν πέρασε από το κέντρο του χωριού, έβγαλε φλας και σταμάτησε να μας πάρει. Τυπικά, αυτή ήταν η πρώτη εκδρομή που πήγαινα στη ζωή μου για ποδοσφαιρικό αγώνα, με την εξαιρετική λεπτομέρεια πως στην εκδρομή συνταξίδευα με την ίδια την ομάδα που πήγαινε να παίξει εκτός έδρας. Μπήκαμε μέσα, χαιρέτισε ο γέρος μου τους πάντες που, όπως αποδείχτηκε, τον γνώριζαν με το μικρό του όνομα όπως συνέβαινε όπου κι αν με πήγαινε, σε αγώνες, ποντιακά κέντρα διασκέδασης, ποντιακά φεστιβάλ, ποντιακούς χορούς, ποντιακές μαζώξεις στο σπίτι του Τσανάκαλη στην Κομνηνών που κάθε φορά ρωτούσα αν «θα είναι κι ο Χάρρυ Κλυν» και πάντα μου απαντούσαν «μπορεί να έρθει, δίπλα είναι το σπίτι του» και μετά μου έπαιρναν παγωτό για να σταματήσω να κλαψουρίζω που πάλι δεν ήρθε ο Χάρρυ να τον γνωρίσω και να μου τραγουδήσει το «Ουγκαγκαμπούμπουμγκι», με σύστησε στους ποδοσφαιριστές και τους παράγοντες ως «ο διάδοχος» αν και ως σήμερα δεν έχω καταλάβει σε τι ακριβώς με προόριζε ως «διάδοχο» και με έβαλε στη θέση του συνοδηγού, που πάντα μου άρεσε. Το λεωφορείο πέρασε τα όρια του Νομού και φτάσαμε έξω από την πόλη όπου θα γινόταν ο αγώνας, σε μια ταβέρνα της εποχής, όπου όλα ήταν ήδη στρωμένα και μας περίμεναν, δηλαδή επαγγελματικά πράματα, αποστολή, σου λέει, όχι σαν εμάς στο χωριό που άλλος έτρωγε μπουγάτσα στο ξένο μέρος πριν το ματς, άλλος κατασπάραζε πιτόγυρα με κρεμμύδια και σάλτσες και λέρωνε τη φανέλα πριν την προθέρμανση, άλλος ξετύλιγε το μαντιλάκι της μάνας του με τις ελιές και την ντομάτα-γαρίφαλο κι άλλος έσκαγε ένα μόρτικο πίσω από το ντουβάρι των αποδυτηρίων και η ομάδα σερνόταν και μετά μας έφταιγε ο διαιτητής και έβαζαν τον πατέρα μου να τον κυνηγάει.

Το θυμάμαι πεντακάθαρα πως κάτσαμε για φαγητό και μετά πήγαμε απευθείας στο γήπεδο. Όλοι -ποδοσφαιριστές, προπονητές, παράγοντες και κάνα-δυο γυναίκες που είχαν έρθει μαζί κι εγώ το μυαλό μου όλο εκεί το είχα, λίγο πριν την εφηβεία. Δεν ξέρω τι διατροφολόγο είχε η ομάδα που δεν προλάβαιναν να χωνέψουν μέχρι το ματς και, προφανώς, σε κάθε φάση θα ακούγονταν ρεψίματα και κλανίδια από τα παϊδάκια και τις ρετσίνες που έφερναν οι σερβιτόροι ασταμάτητα, αλλά το πράμα δούλευε, η ομάδα ανέβαινε κατηγορίες, έπαιρνε τίτλους, ήταν πρωτοποριακά όλα αυτά. Έφαγα το κλασικό μου μπιφτέκι με πατάτες, αυτό που στο τέλος άκουγες «φάε και την τελευταία μπουκιά, είναι η δύναμή σου» ή, όταν ήταν παρούσα η μάνα μου, «φάε και τις πατάτες όλες, χωρίς ψωμάκι», ήπια την κοκα-κόλα μου και έκανα γύρα στις κοκα-κόλες όλων για να μαζεύω τα καπάκια που τα έκανα συλλογή για να παίζουμε Καπάκια στη γειτονιά και μερικά είχαν τότε φιγούρες από πίσω και τσαλιμάκια που κάναμε στο γιο-γιο, μεγάλη τάση στα τέλη των 80ς με τον Φίντο-Ντίντο και τέτοια ξενέρωτα που μας τα φόρτωνε το επιθετικό μάρκετινγκ στις διαφημίσεις των Θάντερκατς, κι όπως γυρνούσα στο τραπέζι άκουσα το επιθετικό πλάνο της ομάδας για τον αγώνα της ημέρας από τα χείλη των ιθυνόντων. Και ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πώς θα παίξουμε, γιατί ως τότε όλες οι οδηγίες που έλεγαν οι προπονητές μου φαίνονταν κινέζικα και ο μόνος κόουτς που μιλούσε στη γλώσσα μου ήταν ο μεταφραστής του Ιταλού Χάρρυ Κλυν, δηλαδή ο τερματοφύλακας τη δίνει στον μπακ, ο μπακ τη δίνει στον χαφ, ο χαφ παίζει το ένα-δύο ή το τρία-τέσσερα, τη δίνει στο σέντερ-φορ, τρέχει αυτός, τρέχει, κάνει ένα τσαλιμόπον, κλατς, και ρίχνει την μπάλαν να πέσει στην τρύπαν, εγρίξα.

Νομίζω πως έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια, οπότε όλα τα αδικήματα που περιέχει το συγκεκριμένο κείμενο έχουν παραγραφεί. Για την περίπτωση που έχω άγνοια Νόμου, σημειώνω, κύριε Εισαγγελέα, πως η ιστορία είναι βγαλμένη από τη φαντασία μου, όπως όλες οι ιστορίες που γράφω, από την πρώτη λέξη ως την τελευταία, ακόμα και η Αθλητική Κυριακή και ο Φίντο-Ντίντο, ποτέ δεν υπήρξαν αυτά τα πράματα εκτός από το μυαλό μου. Οι γηπεδούχοι ούτε έπεφταν, ούτε ανέβαιναν, δηλαδή ήταν αδιάφοροι. Οι φιλοξενούμενοι, δηλαδή εμείς, οι εκδρομείς που την πέφταμε στην ταβέρνα δυο ώρες πριν το παιχνίδι και η μισή ομάδα έγλειφε κόκαλα από χοιρινές και καθάριζε τα δόντια της με το μικρό δαχτυλάκι που είχε μανικιούρ για να ανοίγει τα ζόρικα πακέτα τσιγάρα της εποχής που ήθελαν να χώσεις το νύχι βαθιά, έπρεπε να κερδίσουμε όπως και να ‘χει, για να ανεβούμε ή να σωθούμε, ένα από τα δύο. Σε κάθε περίπτωση, οι γηπεδούχοι δεν έχουν ενδιαφέρον, εμείς έχουμε, αυτό είναι το πλαίσιο το αγωνιστικό. Και είχαν κάνει τη συνεννόηση με τους γηπεδούχους, μέρες πριν, τι θα γίνει και πώς θα πάει το ματς ώστε να είναι όλοι ευχαριστημένοι.

Οι ντόπιοι θα έπαιρναν χρήματα. Δεν έμαθα πόσα, αλλά θα έπαιρναν το κατιτίς. Μικροποσά της εποχής, φυσικά, λογικά θα τα έτρωγαν όλα το ίδιο απόγευμα στην πιτσαρία της γειτονιάς τους ή θα αγόραζαν δυο-τρεις καινούργιες μπάλες στις οποίες θα έγραφαν με ανεξίτηλο μαρκαδόρο το όνομα της ομάδας για να μην τις χάσουν, όπως συνέβαινε παραδοσιακά στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο εκείνες τις δεκαετίες αλλά και στη σημερινή ομάδα βόλεϊ του ΠΑΟΚ, δηλαδή στο ποδόσφαιρο των 80ς και στο βόλεϊ του ΠΑΟΚ το 2018 δεν μπορείς να κλέψεις μπάλα, θα σε μαχαιρώσουν, είναι μεγάλο το ζήτημα, έρχεται ένα καρφί στην κερκίδα του Παλατακίου και σου την πέφτουνε τέσσερις, σ’ την παίρνουνε την μπάλα από τα χέρια ακόμα κι αν είχες σκοπό να τη δώσεις εξαρχής, λέμε τώρα, που ποιος πήρε μπάλα στην κερκίδα και την έδωσε πίσω σοβαρός άνθρωπος, κανείς, κάτι φλώροι και κάτι εραστές του αθλήματος που δεν έχουν ερωτική ζωή κανονική και πάνε να ερωτευτούν στα κλειστά γήπεδα. Το ματς ήταν κανονισμένο από όλες τις πλευρές: Αυτοί θα κάθονταν να χάσουν, εμείς θα καθόμασταν να κερδίσουμε, ο διαιτητής θα καθόταν στο κέντρο και θα έδειχνε εκεί πέρα δυο-τρεις κίτρινες κάρτες, εμείς θα καθόμασταν στις κερκίδες, τα πάντα κανονισμένα και ξεκούραστα. Ωραίο το αγωνιστικό πλάνο, έδινε σίγουρη νίκη, μαζευτήκαμε, τεντώθηκαν οι ποδοσφαιριστές με αγκομαχητά και αναστεναγμούς από το φαΐ, φύγαμε για το γήπεδο.

Στο καμαράκι των αποδυτηρίων, που εμένα μου άρεσε να κάθομαι απ’ έξω και να μυρίζω την Κάουντερπεϊν με τις ώρες που αποτελούσε την πρώτη χημική ουσία στην οποία είχα εθιστεί, έγινε ένας μικροσαματάς. Ο πατέρας μου με τραβούσε από το χέρι μη χαθώ στο ξένο μέρος και ακουστεί από τα μεγάφωνα «παρακαλείται ο πατέρας του μικρού Νικολάκη να τον παραλάβει από την είσοδο του γηπέδου», που δεν είχε και μεγάφωνα εκείνο το γήπεδο οπότε η ενημέρωση θα γινόταν στόμα με στόμα, φτάσαμε στην αντιδικία και είδα πως ουρλιάζανε ψιθυριστά, μην τους πάρουν χαμπάρι, οι δικοί μας οι παράγοντες από το πούλμαν και την ταβέρνα με κάτι άλλους, που υπέθεσα πως είναι οι ντόπιοι και έπεσα μέσα. Τους ενημέρωναν για την αλλαγή σχεδίου που προέκυψε τελευταία στιγμή και οι δικοί μας έκαναν χειρονομίες αγανάκτησης, δηλαδή τι πράματα είναι αυτά, τι αντιαθλητικό παίξιμο κάνετε τώρα και δυσφημείτε το ποδόσφαιρο, τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε, κάθεστε να χάσετε, παίρνετε το παραδάκι και τέλος. Αλλά οι ντόπιοι είχανε πρόβλημα, η τοπική κοινωνία είχε μυριστεί το στήσιμο και υπήρχαν ψίθυροι στην ατμόσφαιρα, δηλαδή στο καφενείο όπου σύχναζαν οι εφτά οπαδοί τους, ανάμεσα στην πόκα και το μπαρμπούτι, τους μπήκαν οι ψύλλοι στ’ αυτιά ρε μπας και το δώσει ο πρόεδρος το ματς στους Καβαλιώτες και αρπάξει το χρήμα κι εμείς μείνουμε στην απ’ όξω, ας πάμε να τον βρούμε να τον τραμπουκίσουμε. Κι έτσι είχε γίνει, ο πρόεδρος είχε δεχτεί επίσκεψη από ανησυχούντες για το καλό της ομάδας φιλάθλους, που του ξεκαθάρισαν πως η ομάδα δεν στήνεται, εκτός αν πάρει λεφτά για το ταμείο της, δηλαδή τους ένοιαζε το καλό του συλλόγου, αγνοί οπαδοί, ρομαντικοί, πήγαιναν κόντρα στη διοίκηση με μόνη πυξίδα το αύριο της ομάδας που αγαπούσαν. Αλλά ο πρόεδρος ήταν, τελικά, μοναχοφάης, και δεν ήθελε να μοιραστεί το πριμ του στησίματος παρά μόνο με τους βασικούς συντελεστές, δηλαδή τους παίκτες και τον προπονητή του. Συνεπώς, έκανε μια τρομερή πιρουέτα και έφτιαξε νέο σχέδιο, τελευταία στιγμή.

Αναγκαστικά, στο κόλπο είχε μπει και το κοράκι. Αφιλοκερδώς -ήταν γνωστός και δεν ήθελε τίποτα, αρκεί να παραμείνει αρεστός στους παραγοντικούς κύκλους. Ο ντόπιος πρόεδρος ήθελε να πιστέψει ο κόσμος πως η ομάδα δεν πουλιέται, δηλαδή δεν πουλιέται έτσι εύκολα, θα τα δώσει όλα για να κερδίσει το ματς έστω και βαθμολογικά αδιάφορη και θα ιδρώσει τη φανέλα για να τιμήσει την ιστορία του συλλόγου. Με τις λεπτομέρειες που αναλύθηκαν στο πόδι έμειναν όλοι σύμφωνοι και δεν αφηνόταν περιθώριο για παρεξηγήσεις. Στην τελική, απορούσαν οι υπόλοιποι πώς δεν το είχαν σκεφτεί εξαρχής, μια χαρά το είχε καταστρώσει ο πρόεδρός τους, ούτε γελοία πλονζόν να περνάει η μπάλα ανάμεσα από τα χέρια του τερματοφύλακα, ούτε πέτσινα πέναλτι, ούτε σέντρες στα περιστέρια. Πιάσαμε τη θέση μας στην κερκίδα, που είχε μια ωραία, τσιμεντένια εξέδρα στο ισιάδι που μου είχε κάνε εντύπωση, και στηθήκαμε να παρακολουθήσουμε το στημένο ματς που θα έσωνε ή θα ανέβαζε, δεν θυμάμαι, όπως προείπα, την ομάδα με την οποία είχαμε ταξιδέψει.

Οι γηπεδούχοι μπήκαν με ορμή και άρχισαν να πολιορκούν τους φιλοξενούμενους από τα πρώτα λεπτά. Συνδυασμοί, σέντρες, ευκαιρίες, θα πίστευες πως αυτοί ενδιαφέρονται για τους βαθμούς της νίκης και όχι οι φιλοξενούμενοι, που έδειχναν να περιμένουν μοιρολατρικά την ήττα από τον αντίπαλο, που εμφανιζόταν σαφώς ανώτερος. Η κερκίδα επευφημούσε τις προσπάθειες των παικτών της, καμαρώνοντας για την παλικαριά της ομάδας τους και επιδεικνύοντας το καθαρό κούτελο με το οποίο θα μπορούσαν να κυκλοφορούν όλο το καλοκαίρι. Λίγο πριν το ημίχρονο, ήρθε και το πρώτο γκολ: Ένα-μηδέν, πανηγύρια, χειροκροτήματα, κωλοδάχτυλα, όλο το πακέτο εκείνης της ρομαντικής, αγνής εποχής, γαμωσταυρίδια, προσβολές σεξουαλικής φύσης, γέλια, χαρές, η τοπική ομάδα πήγαινε στα αποδυτήρια προηγούμενη και θριαμβεύοντας επί του αντιπάλου που έπαιζε με κίνητρο αλλά δεν έδειχνε να το τιμά.

Στο δεύτερο ημίχρονο συνεχίστηκε ο καταιγισμός. Δεν άργησε να μπει και το δεύτερο γκολ, πράγμα που έδωσε νέα πνοή στην κερκίδα να αλαλάζει και να παραδέχεται τον πρόεδρο και τους συντελεστές της ομάδας, σου λέει μπράβο, ρε μάγκες, μπράβο, ρε γίγαντες, αδιάφοροι είστε, σωμένοι, και πάλι δεν βάζετε το δάχτυλο στο βάζο με το μέλι, παίζετε για τη φανέλα, για το έμβλημα, για την ιστορία του συλλόγου και της περιοχής μας, αύριο θα το γράψει η τοπική εφημερίδα με χρυσά γράμματα, θα το διαβάζουν όσοι δεν ήρθαν επειδή φοβήθηκαν το στήσιμο και θα γουρλώνουν τα μάτια. Λίγο πριν τη λήξη κι ενώ το σκορ παρέμενε στο δύο-μηδέν, ένας επιθετικός των φιλοξενούμενων βρέθηκε σε καλό σημείο για σουτ, σε μία από τις λιγοστές επελάσεις που βρήκαν διάδρομο. Ανατράπηκε από τον αμυντικό κι έπεσε, αρκετά έξω από την περιοχή και ο διαιτητής σφύριξε την παράβαση. Αλλά, προς έκπληξη όλων, αντί για φάουλ, που ήταν το εμφανές, έδειξε τη βούλα του πέναλτι. Έπεσαν πάνω του οι παίκτες των γηπεδούχων, άρχισαν να τον σπρώχνουν, αυτός έπιασε από το τσεπάκι τις κάρτες, έδειξε μία, έδειξε δύο, συνεχίστηκαν οι διαμαρτυρίες, απέβαλε με δεύτερη κίτρινη τον πρώτο από τους «αγανακτισμένους» που εξέφραζαν τα παράπονά τους, έπειτα έναν ακόμα, έναν ακόμα και έφτασε να δείξει την κόκκινη σε πέντε εκ των παικτών. Το ματς διακόπηκε, καθώς οι γηπεδούχοι είχαν, πλέον, έξι παίκτες στο γήπεδο και οι φιλοξενούμενοι το πήραν στα χαρτιά. Ο διαιτητής κυνηγήθηκε ως τα αποδυτήρια, ο πρόεδρος μπήκε στη μέση για να συγκρατήσει το οργισμένο πλήθων των δέκα ατόμων που κινήθηκαν να τον λιντσάρουν, τους είπε «δεν αξίζει, παιδιά, να τιμωρηθούμε και να μας ρίξουν κατηγορία για ένα σφύριγμα», ηρέμησαν όλοι, ήρθε το πούλμαν, ακούστηκαν κάτι γιούχες, όλοι γελούσαν και πανηγύριζαν, ξαναπήγαμε στην ίδια ταβέρνα στην επιστροφή, ξαναφάγαμε μπιφτέκια με πατάτες και παϊδάκια και πανσέτες, ήπιαν οι μεγάλοι ρετσίνες και τσουγκρίζανε «στην υγειά του προέδρου». Φτάσαμε νύχτα στο χωριό, έχασα και την Αθλητική Κυριακή, αλλά τέτοια ματς δεν τα δείχνει η τηλεόραση και είναι κρίμα, ποιος δεν θα ήθελε να παρακολουθήσει αυτό τον αγώνα και να θαυμάσει την ομορφιά του ποδοσφαίρου στην πιο ρομαντικής της εκδοχή.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

31 The Number Of The Beast

365031

30 Riza

365030

29 Surfer Rosa

365029

28 Coma of Souls

365028

27 Lovedrive

365027

26 Να!

365026

25 ...And Justice for All

365025

24 Violator

365024

23 Spiritual Healing

365023

22 Ágætis byrjun

365022

21 Μουσικές Ταξιαρχίες

365021