Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

cypΣχεδόν κοιμόμασταν στο ξύλινο μπαρ του καφενείου, περιμένοντας να πάει ο μεγάλος δείκτης του στρογγυλού ρολογιού πάνω από την τσόχα στο δώδεκα. Η ασταμάτητη πάρλα του μπάρμπα δίπλα μας ήταν ακόμα πιο υπνωτική και μας έκλεινε τα μάτια που προσπαθούσαμε να κρατήσουμε ανοιχτά ως τις εφτά το πρωί που θα μαζευόταν το σχολείο στον Κήπο για να αναχωρήσουμε προς Αθήνα και από κει να πετάξουμε για Λεμεσό.

Ξημέρωνε. Εγώ μισομεθυσμένος, κόμπιαζα και γλιστρούσα από το σκαμπό, με ένα γιαουρτάκι που προσπαθούσα να φάω με τα δάχτυλα επειδή μου είχε πει ο Χρήστος «για το στομάχι φάε γιαούρτι να στρώσει», πήρα ένα από το διανυκτερεύον μπουγατσατζίδικο της Καβάλας αλλά δεν είχα κουτάλι. Ο Στάθης είχε μια περίεργη ένταση, ως συνήθως, δεν έπινε, δεν έπαιρνε ουσίες, δεν κοιμόταν ποτέ, δούλευε πριν το σχολείο και μετά το σχολείο αλλά φαινόταν ακόμα ακμαίος και πολυλογάς. Εκεί που σταματούσε επιτέλους ο μπάρμπας να μας δίνει συμβουλές τι θα έπρεπε να κάνουμε και να δούμε στην Κύπρο και ησύχαζε το κεφάλι μου, να σου ο Στάθης πάλι ρωτούσε κάτι και τον κούρδιζε να ξαναρχίσει. Θυμάμαι πως έριξα στάχτη στο γιαουρτάκι και το παράτησα, έμεινα με τα άσπρα δάχτυλα να καπνίζω στην Αγελαδίτσα και να περιμένω να πάει έξι ακριβώς.

Όταν σηκώθηκε απότομα η παρέα της Πόκας πετάχτηκα από το λήθαργο και πήγα να τσακιστώ. Κάθε ώρα κάνανε διάλειμμα για κατούρημα και καταμέτρηση και κάθε ώρα έλεγαν «πάμε μια ακόμα». Είχαμε περάσει από εκεί το προηγούμενο βράδυ, μου είπε ο πατέρας μου «ξαναπεράστε το πρωί», κατά τις τρεις είπε «πιο πρωί» και είχαμε φτάσει στην τελευταία μου ευκαιρία: Όσα θα μου έδινε εκείνη τη στιγμή για την εφταήμερη θα ήταν τα φράγκα που θα κουβαλούσα στην Κύπρο. Με πλησίασε, μου έχωσε στην τσέπη πάνω από διακόσια χιλιάρικα και με χτύπησε στην πλάτη με δύναμη -δεν έπεσα, ήμουνα παλικάρι. «Για το Φάιναλ Φορ θα ξαναπεράσω την άλλη βδομάδα», του είπα και γέλασε. «Άμα δεν σε συλλάβουν στην Κύπρο έλα να με πεις και για το Φάιναλ Φορ που ούτε τελικό δεν θα πάτε», απάντησε. Δεν με συλλάβανε στην Κύπρο, δεν πήγε ο ΠΑΟΚ στον τελικό, δεν πήγα όμως ούτε στο Φάιναλ Φορ -ισχυρίστηκε πως δεν γίνεται να κρατάει όλο αυτός το μαγαζί και πού ακούστηκε ολόκληρος ελεύθερος επαγγελματίας να δουλεύει συνέχεια, ποιο είναι το νόημα της λέξης «ελεύθερος» μπροστά από το «επαγγελματίας» αν τον χώνω διαρκώς. Κι έχασα τον Ρουσκόνι και τον Ιακοπίνι, μετά από τεράστιους, φωνακλάδικους καυγάδες αλλά εν τέλει έμεινα με ένα τραύμα λιγότερο από τους συνήθεις συνταξιδιώτες μου, που κατέβηκαν με τα εισιτήρια που για να τα πάρω είχα ακούσει από τον Μπέλλο όλο το διαθέσιμο υβρεολόγιο που είχε στο παλμαρέ του και κάτι παραπάνω. Αλλά τα φράγκα που είχα πλέον στην τσέπη για να τα μετατρέψω σε αλκοόλ ήταν δικά μου, δουλεμένα λεφτά με τις δεκαπεντάωρες βάρδιες στο προποτζίδικο επτά μέρες την εβδομάδα. Τώρα ξεκινούσαν οι διακοπές μου.

Στο Σέρατον, στη Λεμεσό, ο μπάρμαν ισχυριζόταν πως δεν ήξερε τι είναι ο φραπές. Ρε μπαγλαμά, πλάκα μας κάνεις, ήρθαμε εδώ για μια βδομάδα, θα πιούμε τη μισή Μεσόγειο και δεν έχεις φραπέ, πλάκα μας κάνεις, πώς θα ξενερώνουμε για να ξαναπιούμε μετά από λίγο, δεν γίνεται. Δεν έκανε πλάκα το παλικάρι, δεν ήξερε. Πήρε ο Χρήστος το σέικερ, έριξε έναν στιγμιαίο καφέ που είχαν αλλά τον έπιναν μόνο ζεστό, έβαλε ζάχαρη, το κούνησε, πάγος, καλαμάκι, βουαλά. «Πιες», του είπε και ο πιτσιρικάς δεν κώλωσε, πήρε μια ρουφηξιά και τινάχτηκε πίσω. «Δυνατός». Ναι, δυνατός. Αυτό θα μας φτιάχνεις, ακούς τώρα τι σε μιλάω και διάφορα μαναβίστικα αργότερα και ο μπάρμαν έγινε κολλητός μας για διαφορετικούς λόγους από αυτούς που θα περίμενε κάποιος. Τόσο κολλητός, που μας έδειξε με ευκολία πώς θα κοροϊδεύουμε τον συναγερμό για να την κοπανάμε τα βράδια.

Εγώ είχα ήδη μείνει από απουσίες. Οι καθηγητές του Πολυκλαδικού, προς τιμήν τους, είχαν αποφασίσει να αναλάβουν την ευθύνη να με πάρουν στην εφταήμερη αποδεχόμενοι το επιχείρημά μου ότι πρέπει να πάω αυτήν τη συμβολική εκδρομή με τους συμμαθητές μου και αν τη χάσω θα μου μείνει τραύμα και στην τελική είμαι ο πιο υπεύθυνος από όλους τους μόνιμους των αποβολών και θα τους προσέχω αλλά το τελευταίο σκέλος κρατήθηκε εκτός παρουσίασης της θέσης μου στον διευθυντή, που τον έλεγαν Σαντάμ και μου είχε δώσει κάποτε τριήμερη αποβολή ενώ φορούσα γύψο και κυκλοφορούσα με πατερίτσες, τόσο ανάλγητος. Το δέχτηκε, έσπασε εκεί στο «το παιδί παράτησε το σχολείο για να δουλεύει να ταΐσει τη φαμίλια του» και η λέξη «φαμίλια» είχε κάνει όλη τη δουλειά, αν έλεγε «οικογένεια» ο Μαθηματικός θα τη χάναμε την έφεση, είπε «φαμίλια» και τον έκανε να δακρύσει από μέσα του. Και πήγα στην Κύπρο ενώ ήξεραν όλοι πως έχω χάσει την τάξη άρα ούτε αποβολές φοβόμουν, ούτε «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος» που είχε φάει νωρίτερα ο καλύτερος της παρέας, ο Β, ούτε τίποτα, δεν με σκιάζει φοβέρα καμιά. Με εμπιστεύτηκαν οι λατρεμένοι μου καθηγητές, κοίταξαν μέσα στην ψυχή μου, κατάλαβαν πως μπορούσαν να με εμπιστεύονται πως δεν θα πρόδιδα την πίστη τους. Και το μετάνιωσαν όλοι, εννοείται, ακόμα για μένα μιλάνε.

Εφόσον δεν μπορούσα να τιμωρηθώ, αναλάμβανα και τις δύσκολες αποστολές. Η πρώτη αφορούσε στην εξαπάτηση του συστήματος ασφαλείας, το πρώτο βράδυ που φτάσαμε στο ξενοδοχείο και το πρόγραμμα προέβλεπε «ανάπαυση». Λοιπόν, πώς το είπε ο μπάρμαν, γλιστράς το δάχτυλο στο ματάκι του συναγερμού, το αφήνεις εκεί πατημένο, περνάνε και οι δώδεκα, πάμε, παιδιά, γρήγορα, βγείτε, βγήκανε όλοι, ωραία, τώρα προσεκτικά και με αργές κινήσεις ξαναγλιστράς το δάχτυλο από το ματάκι προσέχοντας να κάνεις μια απότομη στο τέλος που το τραβάς για να δει απότομα και να μην πιάσει την κίνηση. Κομμένες ανάσες, όλα καλά. Ούτε ίου-ίου, ούτε τίποτα. Πάμε.

Μπήκαμε στην πρώτη ταβέρνα που βρήκαμε κοντά στο ξενοδοχείο. Δώδεκα άτομα, η αφρόκρεμα ανηλίκων του ΣΦ ΠΑΟΚ Καβάλας και εκλεκτά μέλη των υπολοίπων. Παραγγείλαμε σχεδόν ό,τι ποτό είχε ο κατάλογος για να τα δοκιμάσουμε όλα ως σωστοί τουρίστες επειδή στην Ελλάδα δεν είχε ουίσκι, βότκα ή κρασιά, ας πούμε, και ο σερβιτόρος αναρωτήθηκε για το φαγητό. Α, σε ταβέρνα είμαστε, μπορούμε και να φάμε, τώρα που το λέει ο κύριος. Αλλά κανείς δεν πεινούσε, φαγητό έχει και σπίτι μας, τρώμε όταν γυρίσουμε, εμείς δεν ενδιαφερόμασταν για τέτοια πράματα. Πώς μου ‘ρθε, μυστήριο πράμα αυτός ο εγκέφαλος, θυμήθηκα τι μας έλεγε εκείνος ο μπάρμπας στο καφενείο όσο περιμέναμε το διάλειμμα της Πόκας για να μου δώσει ο γέρος μου λεφτά για την εκδρομή. «Ρε σεις, Κύπρο ήρθαμε, ας δοκιμάσουμε και τις σπεσιαλιτέ τους. Μας είπε ένας θείος να μην γυρίσουμε αν δεν φάμε χαλούμι και σεφταλιά, αυτά έχουν εδώ». Και συμφώνησαν οι υπόλοιποι, ε, με τόσο πιοτό ας βάζουμε και κάτι στο στόμα μας, να έχουμε δυνάμεις να πιούμε περισσότερο, στην τελική. «Ωραία, να πάρω για όλους από ένα χαλούμι, που είναι το μπιφτέκι τους το κυπριακό, και να βάλουμε στη μέση δυο-τρεις σεφταλιές, που είναι το τυρί τους. Καλά δεν τα θυμάμαι, ρε Στάθη»; «Καλά τα θυμάσαι. Πάρε και μια σαλάτα», γιατί ο Στάθης ήταν πάντα της υγιεινής διατροφής.

Ξανάρχεται ο σερβιτόρος, του δίνω την παραγγελία. Μας ρωτάει αν είμαστε σίγουροι κι αν δεν θέλουμε κάτι άλλο, λέμε «όχι, αυτά». Επιμένει αλλά σταματάει μόλις αντιλαμβάνεται πως αν συνεχίσει θα έχουμε θέμα. Φεύγει. Φέρνει τα ποτά, αρχίζει το γλέντι. Κάποια στιγμή ξανάρχεται, μας βάζει από ένα τυρί μπροστά στον καθένα, δώδεκα τυριά συνολικά και στη μέση απλώνει τρία μπιφτέκια. Του λέω «τι μας έφερες, ρε μαλάκα», απαντάει «αυτά που παραγγείλατε, κύριε».

Τώρα όμως ξέρω. Αύριο στη Λεμεσό, μεθαύριο στη Λευκωσία, σας περιμένω να μιλήσουμε για τις λέξεις που συνθέτουν τις αναμνήσεις μιας εποχής που το χορτάρι ήταν πιο πράσινο και το φως πιο λαμπερό, μιας εποχής που γέννησε και αποχαιρέτησε μια γενιά απροσάρμοστων προσκυνητών ξυπόλητων Θεών, μια γενιά ανθρώπων-γεννητριών ανεπανάληπτων συναισθημάτων, μια γενιά ανάπηρης αλλά ολοκληρωτικής αγάπης και μόνιμης αποτυχίας, να μιλήσουμε για μια εποχή στο τσιμέντο που φιλοξένησε τις Κυριακές και τα όνειρα και τις λύπες μας. Πριν και μετά, στο φαγητό, αφήστε να παραγείλω εγώ, το ‘χω.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB