Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01

soad297Σελίδα 297: «Με τον καραγκιόζη τον πατέρα μου να ουρλιάζει στην 5, «δε σας φτάνει το 2-0, τι μας βάζετε και τρίτο γκολ που έχουμε την καλύτερη άμυνα φέτος» και τους Παοκτσήδες να τον κοροϊδεύουν, είχε πωρωθεί με τον ΑΟΚ εκείνη τη χρονιά ο πατέρας, τον ακολουθούσε, έπαιζε καλή μπάλα».

// Αερογέφυρα //

«Καλημέρα, έφερα τον τενεκέ με τη φέτα», είπε η φωνή στο θυροτηλέφωνο και θυμάμαι που περίμενα λίγα δευτερόλεπτα πριν βρω κατάλληλη απάντηση για τον αλήτη που με ξυπνούσε κυριακάτικα, πρωί πρωί, πατώντας λάθος κουδούνι. Πριν προλάβω να τον στολίσω, με επανέφερε λέγοντας το ονοματεπώνυμό μου κι εκεί θόλωσα περισσότερο. Συνωνυμία δεν υπήρχε σ’ εκείνη την πολυκατοικία της Σόλωνος, όπως έγινε χρόνια αργότερα στην Καλαμαριά, με τον Ιωαννίδη που έπαιζε στον Ηρακλή και παραγγέλνανε πίτσες ξημερώματα για να πάρουν δυνάμεις να συνεχίσουν το play-station και μας ξυπνούσε τη μικρή ο πιτσαδόρος, αναγκάζοντάς με να βγάλω το όνομά μου απ’ το κουδούνι. «Ποια φέτα, ποιος τενεκές». «Η φέτα. Κατέβα να την πάρεις, φιλαράκι».

Ήταν ένα από τα πιο αναπάντεχα δώρα του πατέρα μου, ο οποίος περνούσε από Θεσσαλονίκη για να πάει να δει τον ΑΟ Καβάλας στη Βέροια, αλλά επειδή δεν έμπαινε ποτέ στην πόλη με το αυτοκίνητο είχε σταματήσει στην αερογέφυρα, είχε δώσει ένα πεντοχίλιαρο στο πρώτο ταξί που πέρασε από το σημείο, είχε βάλει τον τενεκέ στο πορτ-μπαγάζ και τον έστειλε Σόλωνος, δίπλα στο Ιπποκράτειο, να μου τη φέρει ο άγνωστος ταξιτζής. Χωρίς, εννοείται, να με έχει ενημερώσει εκ των προτέρων, όπως είναι το χαρακτηριστικό του. «Μεγάλος κιμπάρης ο πατέρας σου, αδερφέ μου», είπε ο ταρίφας, που ξεκίνησε την αργή μέρα του με τριάμισι χιλιάρικα πουρμπουάρ.

Δεν ξέρω από πότε ξεκίνησε η φοβία του με τους δρόμους της πόλης. Τον θυμάμαι να με πηγαίνει, στη δεκαετία του ’80, στο Χαριλάου, το Καυτανζόγλειο, την Τούμπα, την Καλαμαριά, τη Νεάπολη. Μόνο στην κηδεία του Τσανάκαλη το ξεπέρασε και διέσχισε την πόλη -δεν ξεχνάω που ανέβηκε στο σπίτι για να πάρει τη λύρα του και να την κρατήσει σουβενίρ κι αμέσως την κοπανήσαμε πριν μας πάρουν χαμπάρι οι υπόλοιποι, τρέχαμε με τον κεμεντσέ στα στενά κι έκλαιγε για τον χαμένο κολλητό του, μπήκαμε στο αυτοκίνητο κι εξαφανίστηκε. Αλλά, γενικώς, άφηνε το αυτοκίνητο στην είσοδο της πόλης κι ερχόταν με ταξί, όπως έκανε την Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 1997, για να έρθει να θαυμάσει τον αγαπημένο του ΑΟΚ, που θα περνούσε από την Τούμπα με διπλό Ευρώπης για πρώτη φορά στην ιστορία του.

Οι συσχετισμοί είχαν ως εξής: Η Καβάλα βρισκόταν στην πέμπτη θέση και έβγαινε στο Κύπελλο Ουέφα, ενώ είχε φάει μόλις εννιά γκολ σε δεκαπέντε αγώνες. Ο ΠΑΟΚ ήταν ενδέκατος, απείχε τέσσερις πόντους από τον υποβιβασμό και είχε τη χειρότερη επίθεση του Πρωταθλήματος με εννιά γκολ σε δεκαπέντε αγώνες, όσα, δηλαδή, γκολ είχε φάει ο ΑΟΚ. Είχα δει τα οκτώ από τα εννιά γκολ μας από κοντά: Τα δύο πέναλτι του Τουρσουνίδη με τον Ηρακλή, την οβίδα του Κατσούρη με την Παναχαϊκή, την ισοφάριση του Βρύζα με την Έδεσσα, άλλο ένα πέναλτι του Γιώργη κι άλλο ένα του Βρύζα με τον Ιωνικό, είχα κατεβεί και στο ΟΑΚΑ, στην όπερα της πεντάρας, πανηγύρισα τον θρίαμβο στο τέλος με το τέταρτο πέναλτι του Τουρσουνίδη που ισοφάρισε τον Πανηλειακό, βάλε και το πρώτο γκολ του Φραντζέσκου στην Ξάνθη, μας κάνουν οκτώ. Έπρεπε να είχα πάει και στο Ηράκλειο, να δω και το μπάζερ-μπίτερ του Ντιμκόφσκι, να έχω πλήρη τη συλλογή, τώρα που το σκέφτομαι. Από Σεπτέμβρη μέχρι Γενάρη, σε τέσσερις μήνες, βάλαμε εννιά γκολ και φάγαμε δεκατέσσερα, αυτός ήταν ο ΠΑΟΚ εκείνης της χρονιάς, μία διαρκής απόλαυση, που διακόπηκε από τον αποκλεισμό στη Μεγάλη Βροχή Της Τούμπας Για Το Κύπελλο, αλλά κατά τα λοιπά η εμπειρία ήταν μοναδική.

Βέβαια, άλλος ο ΠΑΟΚ του 1996, άλλος ο ΠΑΟΚ του 1997. Έτσι νομίζαμε, τουλάχιστον, άλλαξε η χρονιά, έφυγε το καταραμένο έτος και όλα θα αλλάξουν. Ο Φραντζέσκος κι ο Μαραγκός μας κουβάλησαν μετά από χρόνια να γεμίσουμε την Τούμπα με την ΑΕΚ και μας ξανάδωσαν λίγο χαμόγελο, αλλά πάλι δεν κερδίσαμε, όπως δεν κερδίσαμε ούτε στην Ξάνθη και τι θα γίνει, ρε φίλε, πότε θα κερδίσουμε κι εμείς, πώς γίνεται, δηλαδή, με τρεις νίκες σε δεκαπέντε ματς είμαστε κι ο Πανηλειακός έχει εφτά, η Βέροια έξι, η Παναχαϊκή πέντε, η Καλαμάτα τέσσερις. Εμείς, ο Ηρακλής και ο Άρης από τρεις, δηλαδή ολόκληρη Θεσσαλονίκη έχει δώσει σαράντα πέντε ματς κι έχει κερδίσει εννιά, όσα ο ΟΦΗ που είναι τρίτος -να δεις που κάποιος από εμάς τους τρεις θα πέσει στη Βήτα Εθνική φέτος, έτσι όπως πάει.

Τον φοβόμουνα τον πατέρα μου στην Τούμπα. Είχε ξανακάνει ομορφιές, είχε πανηγυρίσει γκολ του Ζάετς εννιά χρόνια πριν, που είχανε βάλει στοίχημα και είπε «εγώ αν βάλουμε γκολ μέσα στην Τούμπα θα σηκωθώ και θα το πανηγυρίσω», σκοράρει ο Ζάετς, σηκώνεται ο δικός μου, μαζευόμαστε οι υπόλοιποι να κάνουμε πως δεν τον ξέρουμε, χειροκροτάει, χειροκροτάει, αρχίσει να φωνάζει μέσα στην 5 «μπράβο, μπράβο», το γήπεδο μπορεί να είχε και πενήντα χιλιάδες κόσμο ο ένας πάνω στον άλλο, γυρνάει η μισή κερκίδα και τον κοιτάζει, αυτός συνεχίζει το χειροκρότημα και τα «μπράβο, μπράβο», αλλά την κρίσιμη στιγμή το γυρνάει και συμπληρώνει «μπράβο, μπράβο, μαλάκες, άντε τώρα να ισοφαρίσουμε» και γλιτώνουμε ξυστά. Δεν το δέχτηκαν οι Παοκτσήδες και δεν του πλήρωσαν το στοίχημα, άλλοι ηλίθιοι κι αυτοί, επειδή, λέει, «έπρεπε να το συνεχίσει», δηλαδή του έδιναν πάτημα στο επόμενο ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός να μας πετάξουν από πάνω και να σκάσουμε στα σπόρια και τα στραγάλια -επειδή τόση είναι η γκαντεμιά μας που σίγουρα δεν θα μας πετούσαν πάνω στα φελιζόλ. Αλλά το επόμενο ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός, όπως και όλα όσα ακολούθησαν τριάντα χρόνια τώρα, ευτυχώς τα είδα χωρίς τον πατέρα μου και απέφυγα τη συγκεκριμένη συγκίνηση.

«Και το 0-0 καλό είναι, εμάς μας ενδιαφέρει να μην φάμε γκολ και να κρατήσουμε την καλύτερη άμυνα του Πρωταθλήματος», έλεγε πριν το ματς και σχολίαζε την προθέρμανση, γνωρίζοντας όλους τους παίκτες και αποκαλώντας τους με τα μικρά τους ονόματα, δηλαδή πιο πολύ δεν γινόταν να καρφωθούμε. Ο ξάδερφός μου, ο Αντώνης, δεν φαινόταν να πολυκαταλαβαίνει τους κινδύνους και το διασκέδαζε. Η κερκίδα γύρω μας κοιτούσε με εκείνο το Παοκτσήδικο, καχύποπτο βλέμμα «είναι Καβαλιώτες Παοκτσήδες ή Καβαλιώτες αλλόθρησκοι», εγώ φρόντιζα να φωνάζω προς τους δικούς μας για το ξεκάρφωμα, πάμε, Φραντζέσκο, σκίσ’ τους, ρε Πάρη, αλλά υπήρχε μεγάλη σύγχυση από ένα ακόμα χαρακτηριστικό του πατέρα μου, ίσως το βασικότερο, δηλαδή την ομοιότητά του με τον Παράσχο. Και τον Οτσαλάν. Και τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Που κάποτε η Άννα μου έφτιαξε ένα τεράστιο πορτραίτο του Μάρκες για δώρο, το κρεμάσαμε στο σαλόνι και, ανάλογα ποιος έμπαινε, ακούγαμε «τι δουλειά έχει ο Οτσαλάν στον τοίχο σας» ή «δεν ήξερα πως τον αγαπάς τόσο τον γέρο σου» ή «πότε ήρθε ο Παράσχος στον ΠΑΟΚ και τον κάνατε και κορνίζα»; Και κοιτούσανε από γύρω, σου λέει ρε μπας και είναι ο Παράσχος τιμωρημένος και ήρθε από εδώ μεριά να κοουτσάρει, γι’ αυτό θα τους ξέρει όλους τους παίκτες.

Ήταν η πρώτη μας νίκη για το 1997, η πρώτη μας νίκη μετά από οκτώ ματς όπου είχαμε τέσσερις ήττες και τέσσερις ισοπαλίες, η πρώτη μας νίκη μετά από δύο μήνες. Η πρώτη νίκη της Εποχής Των Τρελών που μόλις άρχιζε και θα μας χάριζε αναμνήσεις για μια ζωή, αν και δεν το ξέραμε ακόμα. Στο 3-0, νωρίς, κάπου στο 50’, ο Αριστείδης τρελάθηκε και άρχισε να ουρλιάζει: «Δεν σας έφταναν τα δύο, μας βάλατε και τρίτο, την καλύτερη άμυνα, ρε, δεν τη σεβαστήκατε, δηλαδή το δύο-μηδέν δεν είναι αρκετό» και τέτοια πολιτισμένα. Και συμπλήρωσε με την αιώνια ατάκα του στην Τούμπα «εμείς φταίμε, που πετάξαμε τους γαύρους στη θάλασσα για να πάρετε το Πρωτάθλημα κι εσείς χάσατε από τον Δαβουρλή», αναφερόμενος στο έπος της νιότης του που είχαν κυνηγήσει τους ολυμπιακούς εκδρομείς και τους είχαν ρίξει στο νερό, έξω από το γήπεδο της Καβάλας, κόβοντάς τους βαθμούς για να «βοηθήσουν» τον ΠΑΟΚ. Ευτυχώς, ο κόσμος γελούσε και δεν τις φάγαμε. «Πού παρκάρατε», ρώτησα όπως βγαίναμε. «Αερογέφυρα», μου απάντησαν, «πού θα βρούμε ταξί τώρα».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038