Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

tzimΗ πρώτη φορά ήταν με τον Ντίνο, στο Παλιό Ωδείο της Καβάλας, το 1993. Είχε φύγει στη μέση της παράστασης ένας παρεξηγημένος πελάτης από μπροστινό τραπέζι, επειδή του είχε πετάξει ο Τζίμης έναν τεράστιο δονητή και μετά του φώναξε «πιάνεις πουλιά στον αέρα».

Ο τύπος έκανε μια γκριμάτσα αηδίας, σηκώθηκε αναστατωμένος και έφυγε, αν και η έξοδός του ήταν εξόχως εξευτελιστική -στο μυαλό του ίσως είχε μία γρήγορη αποχώρηση, αλλά τα τραπέζια ήταν τόσο κοντά που χρειάστηκε να σηκώνει έναν-έναν τους υπόλοιπους πελάτες για να περνάει και θα έκανε κάνα τρίλεπτο για να φτάσει στην πόρτα. Και σε όλο αυτό το διάστημα, ο Τζιμάκος ζωγράφιζε, με έναν εκπληκτικό αυτοσχεδιασμό βασισμένο στον μοναδικό θαμώνα της βραδιάς που είχε έρθει να δει Πανούση ανέτοιμος για την πιο αθώα από τις πλάκες που έκανε στον κόσμο. Είχε προηγηθεί ψάξιμό του σε τσάντα κοπελιάς από την οποία είχε βγάλει, δήθεν, τον συγκεκριμένο δονητή και της έλεγε «καλέ αδυνάτισες εσύ, σίγουρα όταν τον είχες αγοράσει είχες δέκα κιλά παραπάνω» κι αυτή είχε χεστεί στο γέλιο.

Είχαμε ξαναπάει την ακριβώς επόμενη μέρα, τόσο μεγάλη εντύπωση μας είχε κάνει ο Τζιμάκος. Και διαπιστώσαμε πως, πέρα από τη μεγαλοφυΐα στην οποία βάσιζε κάθε του ατάκα και κάθε του παράσταση, ο επαγγελματισμός του είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που δεν είχαμε συναντήσει ως τότε: Η ίδια παράσταση, λέξη προς λέξη, με τη σειρά της προηγούμενης βραδιάς, αλλάζοντας μόνο τα μέρη όπου αυτοσχεδίαζε, κάθε νύχτα, βάσει αυτών που έβλεπε στα πρώτα τραπέζια και του τηλεοπτικού προγράμματος που τύχαινε να παίζει στην τηλεόραση που είχε δίπλα του στη σκηνή. Το πρώτο βράδυ ήμασταν τυχεροί, ο ΑΝΤ1 έπαιζε την «Ιστορία Της Ο» και, τι ευτυχία, την είχε ανοίξει σε σκηνή με προστυχιές, αυτό ήταν, πήρε μπρος και μας διηγήθηκε μια άλλη ταινία, της έδωσε διαστάσεις ασύλληπτες, με λεπτομέρειες από τα γυρίσματα, παρασκήνια για την πρωταγωνίστρια, τον σκηνοθέτη, μιλούσε όσο έδειχνε η τηλεόραση την ταινία, αναστέναζε μαζί με την ηθοποιό, έλεγε και δεν σταματούσε. Όλα ψέματα, φυσικά, εκείνη την ώρα τα σκεφτόταν, δεν έστεκε τίποτα. Είχε ένα παπούτσι στο χέρι και τηλεφωνούσε μ’ αυτό σε κάποιον Βαγγέλη, του αφηγούνταν την ταινία, «μια τσούλα, Βαγγέλη, μια πρόστυχη, άσε, έχω και κόσμο εδώ πέρα και τους δείχνω κώλους, ναι, ρε Βαγγέλη, κώλους, το ξέρω πως δεν επιτρέπεται, αλλά πουλάμε ποτά έτσι, βλέπουν τους κώλους, τους τρέχουν τα σάλια, διψάνε, παραγγέλνουν μπύρες, σόου μπίζνες, Βαγγέλη, ναι, Βαγγέλη, σόου μπίζνες του κώλου». Κάποτε ένας διαμαρτυρήθηκε στο κλασικό «θα κάνουμε τώρα ένα διάλειμμα για να πάρουμε ναρκωτικά» και του απάντησε ο Τζίμης «μη μου αγχώνεστε, έχουμε πράμα για όλους».

Μετά, έχασα το μέτρημα. Μια φορά στον Μύλο, νομίζω την πρώτη που τον είδε η Άννα από κοντά, είχαμε σκάσει με κράτηση τραπέζι, πρώτο τραπέζι πίστα, φτάσαμε, μας πήγαν στο ρεζερβέ και ιδρώσαμε στη στιγμή, ήμασταν ένα μέτρο από την πίστα και η Άννα είχε το μαλλί που θα ήθελε πολύ να έχει ο Μπίσεσβαρ αλλά θέλει άλλα τέσσερα χρόνια να το φτάσει, καθόταν η Άννα και δεν έβλεπαν πίσω της μέχρι τις πλαγιές του Χορτιάτη -είχε ακουστεί η φωνή του από το πουθενά, κάποια στιγμή, «ζητούμε συγγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά περιμένουμε ένα ζευγάρι από Χορτιάτη που μαζεύει χόρτα». «Θα με ξεσκίσει», μονολογούσε η Άννα, «θα σε ξεσκίσει», της έλεγα κι εγώ, «θα μας ξεσκίσει και τους δύο». Ψυχραιμία, μια βραδιά είναι, θα περάσει. Την έκοβε από τη σκηνή, φαινόταν το πράμα πως έφτιαχνε με το μυαλό του τι θα της πει για το μαλλί, ήταν πρόκληση για κάθε καλλιτέχνη εκείνη η αφάνα, κατεβαίνει από την πίστα, ξεκινάει, μάλλον για ξεκάρφωμα, από τη διπλανή παρέα πριν έρθει σ’ εμάς, και μας κάθεται να είναι Κύπριοι! Ω! Θεόσταλτοι Κύπριοι, τους άρχισε με τη Σάιπρους και τον Νταλάρα και τις συναυλίες αφιλοκερδώς, τη γλιτώσαμε, έφαγε όλο τον χρόνο του εκεί. Η μόνη του επαφή με την Άννα, τελικά, ήταν στο «Άι και γαμήσου εργατιά», που σήκωνε τη γροθιά και ακουμπούσε την αφάνα, δεν μπορούσες να την αποφύγεις. Στο τέλος, μας περίμενε στην έξοδο και μας έδινε συγχαρητήρια, έναν προς έναν: «Ήσασταν υπέροχος», «ήσασταν υπέροχη». Η Άννα τον αγκάλιασε. «Καλέ μήηη, είμαι ιδρωμένοοος», όλο νάζι.

Τον κοιτούσαμε και κωλώναμε να πάμε να του μιλήσουμε. Ακούστηκε η αναγγελία της αναχώρησης: «Το λεωφορείο αριθμός τάδε για Δράμα αναχωρεί». Σηκώθηκε η μπάντα από τα παγκάκια του ΚΤΕΛ, σηκώθηκε τελευταίος ο Τζίμης, με ένα μαύρο κολάν, τεράστια μαύρη μπλούζα που έφτανε σχεδόν ως το γόνατο και κάτι αθλητικά φούσκες σε έντονο χρώμα, πορτοκαλί ή κόκκινο. Ήταν το άλλο μεσημέρι μιας συναυλίας στην Καβάλα και έπαιζαν εκείνο το βράδυ στη διπλανή πόλη. Ανέβαιναν οι υπόλοιποι, είχαν πιάσει τη γαλαρία, ανέβηκε και ο Τζιμάκος. «Τα όργανά σας πού είναι», τον ρώτησα, αυτό βρήκα να πω τόση ώρα που δεν το παίρναμε απόφαση να του πιάσουμε κουβέντα, όσο αναρωτιόμασταν τι δουλειά έχει ο τεράστιος σταρ, που έλιωνα καθημερινά τις κασέτες του και μετρούσα τις μέρες να πάρουμε πικάπ για να ακούσω, επιτέλους, τον δίσκο του που είχα αγοράσει απλώς για να τον έχω, στο καταθλιπτικό ΚΤΕΛ της πόλης μας, ο ίδιος ο Τζιμάκος αυτοπροσώπως, αυτός που είχε πάρει μυθική υπόσταση στα μυαλά μας. Ούτε που το σκέφτηκε, μου έδειξε τον καβάλο του και απάντησε «α, τα όργανά μας τα έχουμε εδώ, πάντα μαζί μας».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB