Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

soad235Σελίδα 235: «Τέσσερις μέρες νωρίτερα, είχα οργανώσει την τελευταία μου εκδρομή ως «πρόεδρος» του «Συνδέσμου» στην Καβάλα».

// Πορτοφόλι //

Μόλις συμπληρώνονταν τα εξήντα χιλιάρικα για το λεωφορείο της εκδρομής, τα έβαζα σε ένα μαύρο πορτοφόλι, το οποίο χρησιμοποιούσα αποκλειστικά για τις εκδρομές, καθώς ποτέ μου δεν με βόλευε το πορτοφόλι γενικώς και τα φράγκα τα κουβαλάω στο παντελόνι.

Να ξέρετε, άμα θέλει κανείς να με ψειρίσει στο γήπεδο, τα λεφτά τα έχω στην μπροστινή τσέπη, εκεί να σας δω, τολμάτε να βάλετε χέρι; Δεν τολμάτε. Μετά, ξαναμέτραγα τα άτομα με ένα χαρτί και στιλό, με κωδικοποιημένα ονόματα. Ψηλός, Λεκές, Βάφλας, Καρατζόβας, όπως τα λέει ο Καλυβάτσης για τον Μπάμπη το Σουγιά, ας πούμε, κάπως έτσι. Πρακτικό το θέμα, αυτό έλειπε να γράφαμε δίπλα ονοματεπώνυμο και διεύθυνση, να μας πέσει κάπου το χαρτί και να έχουμε ιστορίες. Ήταν τελετουργία, έπρεπε «να βγει η εκδρομή», δηλαδή να μαζευτεί το ποσό του πούλμαν που άλλα έξοδα δεν είχαμε τότε, να μετρήσω πόσους έχω, ακριβώς, αλλά και ποιοι είναι όλοι αυτοί για να μην τους ψάχνουμε στην επιστροφή και μην αφήσουμε κάποιον πίσω. Κάθε φορά η ίδια διαδικασία.

Βέβαια, εσύ θέλεις να κάνεις την τελετουργία σου, αλλά οι υπόλοιποι χοροπηδάνε και βρίσκονται σε παράλληλα σύμπαντα, αλλάζουν θέσεις, φωνάζουν τα Παοκολέ τους, κοιμούνται, ξερνάνε, αλλάζουν γνώμη και τελικά θα έρθουν με αυτοκίνητο και μετά μας κυνηγάνε με το αυτοκίνητο και μας προλαβαίνουν στα είκοσι χιλιόμετρα, το παρατάνε δεξιά πάνω στο δρόμο και ξαναμπαίνουν, τέτοια ωραία. Είσαι ο υπεύθυνος επαγγελματίας και οι ανεύθυνοι επιβάτες δε σ’ αφήνουν να κάνεις τη δουλειά σου. Τέλος πάντων, πάντα στο τέλος τα κατάφερνα, να είχα κρατήσει κανένα χαρτάκι από τότε, μουτζούρες και μελάνια, να ‘χα, ρε παιδιά, έτσι ένα τάμπλετ εκείνα τα χρόνια, με Hooligan App, να έκανα τσεκ-ιν σε πέντε λεπτά τους κάγκουρες με το δάχτυλο.

Έχω αναλύσει σε άλλο ρεπορτάζ το θέμα της συγκέντρωσης χρημάτων και την καταμέτρηση. Εγώ συνήθως ήμουν καλά, ένιωθα την ευθύνη που μου είχε ανατεθεί, από ποιον, τώρα που το σκέφτομαι, τέλος πάντων, είχα διαύγεια και η δουλειά γινόταν σωστά. Αν είχαμε κολλήσει σε τίποτα ούζα από νωρίς, ας πούμε σε κανένα ντέρμπι που είχες μια ανασφάλεια και έπινες τον καημό σου για να αντέξεις τη συγκίνηση, είχα και βοηθούς για το μέτρημα, άμα τα βλέπεις διπλά πώς θα δώσεις στον οδηγό το σωστό ποσό, έπεφταν τα κατοστάρικα κι άντε να τα μαζέψεις από κάτω που μπλέκονταν δεκατέσσερα χέρια, έπεφταν, ας πούμε, έξι κατοστάρικα στο διάδρομο του λεωφορείου και κατάφερνες να μαζέψεις τέσσερα, μέχρι να σηκωθείς με τη ζαλάδα οι τριγύρω κοίταγαν από το παράθυρο το ηλιοβασίλεμα, πού να ψάχνεις τώρα, τέτοιες ιστορίες. Άλλος πλήρωνε με κέρματα, άλλος περίμενε ρέστα και τα ‘παιρνε στην επόμενη εκδρομή, δίναμε στον οδηγό το ποσό σε τριάντα χιλιάρικα, δέκα πεντακοσάρικα, τα υπόλοιπα κατοστάρικα και κέρματα -αν είχε καμιά γυναίκα με περίπτερο τον κάναμε μάγκα.

Το μέτρημα ξεκινούσε πάντα από τους πίσω, αυτούς με τα εισιτήρια κοινωνικού τουρισμού. Έλεγαν «δεκατρία άτομα εμείς» και έγραφες στο χαρτί «13 ΠΙΣΩ». Αυτοί ήταν οι anonymous της εποχής, δε χρειαζόταν όνομα κανείς απ’ αυτούς, δεκατρείς ξεκινούσαν, δεκατρείς έπρεπε να γυρίσουν, δεκατρείς πήγαιναν πορεία, δεκατρείς στο τσιμέντο, δεκατρείς θέσεις έπιαναν και στην επιστροφή, άλλο που στην επιστροφή μάζευαν τους κολλητούς τους που έβρισκαν ή έκαναν στο γήπεδο και κάθονταν είκοσι τέσσερις, αλλά αφού αυτοί οι είκοσι τέσσερις έπιαναν δεκατρείς θέσεις εμένα λόγος δεν μου έπεφτε. Μετά, άρχιζε το κανονικό μέτρημα. «Γλόμπος», έλεγε ο ένας, έγραφα στο χαρτί «ΓΛΟΜΠΟΣ 33». «Κουρκουμπίνης», έλεγε ο δίπλα του, έγραφα δίπλα στον Γλόμπο «ΚΟΥΡΚΟΥΜΠΙΝΗΣ 34». Έβαζα και τις θέσεις του λεωφορείου, για να ταιριάξω τις φάτσες άμα είχαμε καμιά έλλειψη σε στάση ή στην επιστροφή. Πολύ οργανωμένα τα είχα, άλλο που μετά την πρώτη στάση ή μετά τις ρετσίνες και τα ούζα στο γήπεδο ο έλεγχος στην επιστροφή ήταν απλώς «εδώ είστε όλοι ρε»; «Ναι! Όλοι εδώ είμαστε, πάμε»!

Μόλις τελείωνε το μάζεμα των χρημάτων και το μέτρημα, τελείωνε και η δική μου ευθύνη. Από εκεί και πέρα, με το που έβαζε μπρος, δηλαδή, ο οδηγός, δεν υπήρχε «υπεύθυνος» ή πρόεδρος ή σταθμάρχης, ταξίδευε ο καθένας με δική του ευθύνη και με τη δική του καβάτζα. Τώρα οι σύνδεσμοι έχουν βαρέλια με φρέσκα φρούτα για τη διαδρομή, έχουν παγοθήκες, μπύρες με βιδωτά καπάκια, τσουρέκια, λουκουμάδες φρέσκους, όλα τα κομφόρ. Τότε έβαζες στο φλάι πέντε μπισκότα και τα έτρωγες σκυφτός στο παράθυρο, ήξερες πως άμα μυρίσει σοκολατένιο αίμα ο παλιός κάποιο χέρι θα έρθει από το πουθενά και θα ακούσεις στ’ αυτί «ω, ψηλέ, μ’ έφτιαξες τώρα».

Κι όπως τελειώνω τη διαδικασία μια φορά, πάω να βγάλω το πορτοφόλι από την κωλοτσέπη και νιώθω ένα κενό. Ψάχνω στην άλλη, τίποτα. Ψάχνω στο φλάι, πάλι τίποτα. Κάνω μια πολύ ριψοκίνδυνη μαντεψιά και πάω στους πίσω. Ρε παίδες, το πορτοφόλι είχε μέσα τα λεφτά της εκδρομής, ούτε δραχμή παραπάνω, εξήντα χιλιάρικα. Μετρήστε τα, τόσα είναι, χωρίς αυτά δεν φεύγουμε. Με κοιτάνε όλοι τους στα μάτια, κανείς δεν λέει τίποτα. Εγώ ξέρω, βασικά όλοι ξέρουν ποιος την έκανε τη δουλειά, Θεός ‘σχωρέστον, πολύ μουρντάρικο χέρι ο δικός μας, αλλά να κλέψει και τα λεφτά των παιδιών δεν έλεγε.

Μετά από τον φλογισμένο μου λόγο δε συγκινήθηκε κανείς. Πηγαίνω στον οδηγό, του λέω τι συμβαίνει. Ανακοινώνω στον κόσμο, φίσκα το λεωφορείο, παιδιά, λυπάμαι, η εκδρομή δεν θα γίνει, κάποιος μου έφαγε το πορτοφόλι με τα λεφτά της εκδρομής. Ψάξτε με άμα θέλετε, σήκωσα έτσι δραματικά και τα χέρια, ντεμέκ κάποιος θα με έψαχνε, αλλά εκδρομή δεν θα γίνει, όποιος έχει αμάξι ή θέλει να φύγει με το ΚΤΕΛ προλαβαίνει, για τα λεφτά που χάσατε δώστε μου χρόνο και θα σας τα μαζέψω να σας τα δώσω πίσω σε επόμενη εκδρομή. Πολλή κλάψα. Αρχίζει η αναστάτωση, κάποιοι από μπροστά κοιτάζουν τους πίσω, κανείς από τους πίσω δεν κοιτάζει τους μπροστά, εγώ κατεβαίνω και τα λέμε με τον οδηγό, έχανε το μεροκάματο κι αυτός, άρχισε να το ζυγίζει.

Έπιασε το κόλπο, μετά από λίγο μου χτυπάνε το τζάμι. Με φωνάζει πίσω ένας από τους παλιούς που είχαμε έτσι πιο στενή σχέση, μου δείχνει κάτω από μία θέση, να, ρε, εκεί σε πέσανε, τι γκρινιάζεις και κάνεις ολόκληρο σαματά. Μαζεύω τα λεφτά, τα μετράω, ήταν ακριβώς. Δεν έλειπε δραχμή. Αλλά μάτσο τα φράγκα. Μου έπεσαν, ας πούμε, και έπεσαν ένα μάτσο, ένα δεν σκόρπισε, δεν τους ένοιαζαν οι λεπτομέρειες, εντάξει, να το δεχτώ. Τα δίνω στον οδηγό, άιντε πάμε να φεύγουμε, τι να συζητάμε τώρα, ποιος ξέρει τι περίεργη συνεννόηση έγινε εκεί πίσω και πώς τον πείσανε τον μακρυχέρη, πάντως τα έδωσε όλα πίσω, αυτό να το σημειώσω.

Και μέχρι να πεθάνει, όποτε τον πετύχαινα, προσπαθούσα να δω αν κουβαλάει το πορτοφόλι μου, άδειο μου το έφαγε με μόνο μια φωτογραφία μου πάνω στα σύρματα μέσα, από τη Σεβίλλη, με φόντο το πέταλο που ετοιμαζόταν για τα πέναλτι, την είχα αγοράσει απ’ έξω που κάποτε πουλούσαν φωτογραφίες. Πού να την ξαναβρείς. Έμενα τελευταίος στον καφέ μέχρι να βγάλει να πληρώσει, έστηνα καραούλι στα ηλεκτρονικά όταν πήγαινε να κάνει ψιλά, τίποτα, ούτε το παραδέχτηκε, ούτε τον ρώτησα ποτέ. Αλλά στις δυο-τρεις εκδρομές που ήρθε μετά δεν του αναγνώρισα το εισιτήριο κοινωνικού τουρισμού, του είχε ακυρωθεί, πλήρωνε κανονικά, μόνο αυτός από τους πίσω. Ρεφενέ, βέβαια, ζητούσε από την παρέα του, αλλά πλήρωνε.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB