Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

i29Σελίδα 247: «Καταφέραμε να μαζέψουμε τα φράγκα για τα εισιτήρια τελευταία στιγμή».

// Πενηντάρικα //

Είχα ξεκινήσει από νωρίς τη συγκέντρωση των χρημάτων σε πενηντάρικα. Το κόλπο ήταν περίπλοκο όσο και απλό. Η Άννα δούλευε τότε σε ένα καφέ της εποχής, το οποίο στο υπόγειο είχε και ηλεκτρονικά («ούφο»), φοιτητάδικο με χαρτιά, επιτραπέζια και τα ρέστα.

Ο ιδιοκτήτης, μεγάλη μουχρίτσα και γλίτζας, απασχολούσε άλλες τρεις κοπέλες εναλλάξ, δηλαδή η Άννα έκανε τρία-τέσσερα μεροκάματα την εβδομάδα, από ένα πεντοχίλιαρο τη μέρα, έπαιρνε συνολικά μέσο όρο 70.000 δραχμές μηνιαίως. Το νοίκι μας ήταν 45.000, τα υπόλοιπα ήταν τα τσιγάρα. Τι τρώγαμε, πώς μετακινούμασταν, πώς πηγαίναμε σε όλα τα ματς σε μπάλα και μπάσκετ ακόμα δεν το έχουμε καταλάβει. Γι’ αυτό, όταν με ρώτησε πρόσφατα η κόρη μου αν υπάρχουν νεράιδες, δεν το απέκλεισα.

Η μοναδική εναλλακτική πηγή εσόδων ήταν τα ηλεκτρονικά. Ο ιδιοκτήτης, δίκαιος και μετρημένος στα οικονομικά θέματα, είχε τις κοπέλες εκτός από υπαλλήλους και ως πελάτισσες. Δηλαδή, όταν δεν δούλευαν, έπιναν εκεί τον καφέ τους, το είχανε στέκι, γινόταν χαμός. Καφέ δεν πλήρωναν οι εργαζόμενες, αλλά άμα ήθελαν να παίξουν ηλεκτρονικά, που είχε και μεγάλη ποικιλία, τις χρέωνε ως εξής: Το μαγαζί έβγαζε 50% του τζίρου από τα παιχνίδια, άρα για κάθε εκατό δραχμές που έμπαιναν στο μηχάνημα έβγαζε κέρδος τις πενήντα. Συνεπώς, αν η υπάλληλος έπαιζε, για παράδειγμα, πεντακόσιες δραχμές στα ηλεκτρονικά (έπαιζαν τότε οι κοπέλες ένα Shanghai μανιωδώς), οι διακόσιες πενήντα ήταν κέρδος. Αυτό -το κέρδος- το χάριζε ο μαγαζάτορας, σου λέει θα κονομήσω και από τις υπαλλήλους μου, δεν λέει, άσε που φέρνουν και κόσμο στο μαγαζί, έτσι όμορφες και περιποιημένες, σκάνε όλα τα λιγούρια και αφήνουν χρήμα. Στο ρεπό της, η Άννα έδινε ένα πεντακοσάρικο στην κοπέλα που ήταν βάρδια εκείνη τη μέρα και η κοπέλα της έδινε χίλιες δραχμές σε πενηντάρικα. Δηλαδή έδινε πεντακόσια, έπαιρνε χίλια, έπαιζε τα χίλια, έμεναν στο μαγαζί τα πεντακόσια, όλοι πάτσι και όλοι κερδισμένοι -η Άννα ψυχαγωγούνταν, τα λιγούρια την τριγύριζαν και έπαιζαν κι αυτοί. Με βασικές γνώσεις μαθηματικών Γ’ Δημοτικού, σε συνδυασμό με θητεία στην κερκίδα του ΠΑΟΚ, μπορείς να αντιληφθείς τι ευκαιρίες ανοίγονταν με τη συγκεκριμένη συμφωνία ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενες.

Πώς ήταν σίγουρος ο μαγαζάτορας ότι η Άννα (και κάθε κοπέλα) έπαιζε όλα τα πενηντάρικα που χαλούσε. Εδώ ήταν η μαγκιά: Τις έλεγχε. Κάθε τόσο, πήγαινε σε ένα άνοιγμα που είχε ο πάγκος από το υπόγειο με τα ηλεκτρονικά και τσέκαρε αν παίζουν. Υπολόγιζε, μετά, αυτή πήρε είκοσι πενηντάρικα, έπαιζε τρεις ώρες, εντάξει. Αν, όμως, είχε πάρει είκοσι πενηντάρικα και έπαιζε δέκα λεπτά, τη ρωτούσε «τι έγινε σήμερα, τα έφαγες τόσο γρήγορα»; Και κάθε τόσο κατέβαινε να δει και από κοντά τι παίζουν και αν όντως τρώνε τα φράγκα που έπαιρναν γι’ αυτόν το σκοπό. Ακούγεται εξωπραγματικό, αλλά συνέβαινε όπως ακριβώς το γράφω.

Φυσικά, όπως είναι γνωστό, κανένας δεν είναι πιο πονηρός από ένα Παοκτσάκι. Και τα Παοκτσάκια -εγώ και η Άννα, δηλαδή- βρήκαμε τον τρόπο να του τρώμε τα φράγκα, αν και ήταν πραγματικός κέρβερος και επιτηρούσε συνεχώς τη διαδικασία. Υπήρχε τότε ένα παιχνίδι που λεγόταν Bubble Puzzle, στο οποίο κανείς δεν μπορούσε να παίξει πάνω από πέντε, άντε δέκα λεπτά. Έβγαζες εύκολα τους πρώτους πίνακες, μετά δυσκόλευε το σημάδι, είχε και πιο λίγο χρόνο, έχανες, έτρωγες όλα τα λεφτά σου μέσα σε μια ώρα. Εγώ, όμως, είχα πάρει μάστερ, το τερμάτιζα το παιχνιδάκι, είχα βρει και τον τρόπο να «φορτώνω» φούσκες και να παίρνω το μέγιστο, δηλαδή αν ήμουν συγκεντρωμένος, που όταν ήταν να μαζέψουμε μεγάλο ποσό για ΠΑΟΚ έβαζα τα δυνατά μου, μπορεί και να έπαιζα μία ώρα με ένα πενηντάρικο. Η Άννα χαλούσε πεντακόσιες δραχμές την ώρα, άρα σε πεντέξι ώρες μάζευα κάνα τριχίλιαρο, το οποίο γέμιζε τις τσέπες σε κέρματα και περπατούσαμε σιγά-σιγά στο φευγιό να μην ακούγεται το ντράγκα-ντρούγκα και καρφωθούμε, τα πηγαίναμε στον περιπτερά απέναντι για να μη σκάσουμε στην Τούμπα ή το Παλέ με τα ψιλά, αυτός τα ξανάδινε στο μαγαζί την άλλη μέρα που χρειαζόταν κέρματα, το χρήμα έκανε κύκλους, ωραία χρόνια, κιμπάρικα.

Τώρα μου καρφώθηκε να υπολογίσω ποιο ήταν το μέγιστο σκορ από ένα σκάσιμο φούσκας, όταν φόρτωνες. Λοιπόν, 1 φούσκα=20 πόντοι, 2 φούσκες=40, 3=80, 4=160, 5=320, 6=640, 7=1280, 8=2560, 9=5120, 10=10240, 11=20480, 12=40960, 13=81920, 14=163840, 15=327680, 16=655360, 17=1320720. Σωστά, τόσο έπαιρνες αν φόρτωνες δεκαεπτά φούσκες σε ένα τσαμπί, 1.320.720 πόντους. Δεν ξέρω αν υπάρχει κανένας με κόλλημα στο συγκεκριμένο παιχνίδι, αλλά αν υπάρχει να τον ενημερώσω πως έφτασα το ρεκόρ στα 32.000.000 και ο τύπος που είχε τα ηλεκτρονικά δάκρυσε όταν το είδε.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB