Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

Πατρίς

Πατρίς

Όταν τελειώνει η...

Τόλφαν

Τόλφαν

Στην εποχή της...

Όλσεν

Όλσεν

O πρώτος...

Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01
  • Πατρίς

    Πατρίς

    Friday, 29 June 2018 19:26
  • Τόλφαν

    Τόλφαν

    Wednesday, 27 June 2018 11:37
  • Όλσεν

    Όλσεν

    Sunday, 24 June 2018 18:17
  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35

xystoΗ εκδρομή είχε επιστρέψει, με τους θριαμβευτές της Τούμπας να κατακλύζουν τον δρόμο με τις καφετέριες στην Καβάλα και τη θάλασσα με τα φλάι να μπουκάρει τραγουδώντας συνθήματα. Όσοι δεν είχαν ταξιδέψει για το ματς με τον Παναθηναϊκό περίμεναν υπομονετικά τους εκδρομείς για να ρωτήσουν, όπως πάντα, τις λεπτομέρειες: Αν είχε κόσμο, αν παίξαμε καλά, αν είχε ιστορίες με τους μπάτσους, όλα αυτά που μόνο οι παρόντες θα μπορούσαν να ξέρουν σε κάθε αγώνα. Είχαμε μείνει δέκα πόντους πίσω από την κορυφή και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να χάναμε πάλι το Πρωτάθλημα, αν και κανείς δεν πίστευε πως θα συμπληρώναμε εννιά ολόκληρα χρόνια χωρίς Πρωτάθλημα, οπότε η νίκη επί του Παναθηναϊκού πανηγυρίστηκε έξαλλα, που ήταν και δυνατός ο Βαρδινογιάννης εκείνα τα χρόνια και τον βγάζαμε από τη μέση, δηλαδή τον φτάναμε στους τέσσερις βαθμούς, άνετα, έμενε η ΑΕΚ, δεν γλίτωνε ο τίτλος.

Έπεσαν οι πρώτες ερωτήσεις, που συνήθως αφορούσαν σε ντου, σπασίματα, αστυνομίες και τα σχετικά. Πήγε να απαντήσει ένας από τους αφιχθέντες ταξιδευτές, μπήκε στη μέση ο Τζόβας: «Μέσα στην Τούμπα, ρε μαλάκες, πέντε χιλιάρικα. Πέντε χιλιάρικα. Πέντε, πέντε, πέντε χιλιάρικα, μέσα στην Τούμπα». Κοίταξαν όλοι προς το μέρος του, κράτησαν τις ανάσες για τη συνέχεια. «Τι κοιτάτε, αλήθεια λέω, πέντε χιλιάρικα. Μέσα στην Τούμπα. Μέσα, μέσα, πέντε, πέντε, πε-πε-πέντε χιλιάρικα. Μέσα στην Τούμπα». Πήγε κάποιος να συνεχίσει, «κάναμε μπούκα νωρίς αλλά μας σταμάτησαν οι μπάτσοι στην 4Α και έπρεπε να αγοράσουμε εισιτήρια και ξενερώσαμε», ξαναπρόβαλε το όμορφο κεφαλάκι του ο Τζόβας. «Πέντε χιλιάρικα. Μέσα στην Τούμπα. Πέντε». Τέντωσε την παλάμη, μέτρησε τα δάχτυλά του, τα ύψωσε. «Πέντε. Πέντε, μέσα στην Τούμπα, πέντε χιλιάρικα, χιλιάρικα, ρε, πέντε, πε-πε-πε μέσα στην Τούμπα, πε-πε-πε, μέσα στην Τούμπα. Πέντε. Χιλιάρικα».

Αρχές Δεκεμβρίου του 1993 είχε κυκλοφορήσει το «Ξυστό» για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Δεν φεύγει ποτέ αυτή η εικόνα από τη μνήμη, το λεωφορείο στρίβει αριστερά από τη Λαγκαδά στην Εγνατία και παντού, σε κάθε γωνιά, σε κάθε παγκάκι, στις βάσεις των αγαλμάτων, στους τοίχους, στις βιτρίνες, κόσμος και κοσμάκης, νέοι, γέροι, άντρες, γυναίκες, όλοι με ένα κέρμα στο χέρι να ξύνουν. Η Αριστοτέλους ακίνητη, εκατοντάδες σώματα σκυμμένα με κουπόνια στο ένα χέρι και το άλλο να κάνει τη μοναδική κίνηση που έβλεπες όσο έφτανε το βλέμμα σου, συνεχόμενα, ασταμάτητα, ξύνανε, ξύνανε, κάποιοι κέρδιζαν και πανηγύριζαν, κάποιοι έβριζαν, αλλά όλοι συνέχιζαν. «Τι είναι αυτό, ρε μαλάκα»; «Πάμε να δούμε». Και πήγαμε να δούμε, ρωτήσαμε έναν λαχειοπώλη που δεν είχε λαχεία αλλά κάτι περίεργα χρωματιστά χαρτονάκια, «παίρνετε ένα, ξύνετε και γίνεστε εκατομμυριούχοι». Ψαχτήκαμε, βγάλαμε όσα είχαμε από τις τσέπες, τα δώσαμε στον παππούλη, μετά κάναμε τράκα ένα κέρμα για να έχουμε να ξύσουμε, ξύσαμε, πήραμε τ’ αρχίδια μας. Έξυνα κι εγώ, όπως όλοι, από την πρώτη μέρα, αλλά κέρδισα κοντά στα Χριστούγεννα, με την Άννα, όσο την περίμενα σε ραντεβού στην Πλατεία, ήρθε και την αγκάλιασα, «δύο χιλιάρικα, δύο χιλιάρικα». Με ρώτησε αυτή «πόσα έπαιξες» και της απάντησα «δεν θυμάμαι, δεν μου έμεινε φράγκο, αλλά κάποια στιγμή είχα κερδίσει δύο χιλιάδες» και λογικά κέρασε καφέ.

Το ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός εκείνης της μέρας ήταν ο πρώτος αγώνας που διεξήχθη στην Τούμπα μετά την κυκλοφορία του Ξυστού, λίγες μέρες νωρίτερα. Μπήκαμε γύρω στο 20’ και χάσαμε δύο γκολ, ένα του Χάβου κι ένα του Λούχοβι, δεν πιστεύαμε τους γύρω μας πως ήταν ήδη 2-0, είχαμε ακούσει τον έναν πανηγυρισμό αλλά όχι και δύο-μηδέν, τι μας λένε τώρα, έχει κι η πλάκα τα όριά της. Αλλά και η κερκίδα δεν ήταν όπως συνήθως, δεν είχε τον κλασικό της παλμό, ειδικά όταν έχεις τον Βαρδινογιάννη στην έδρα σου και τον κερδίζεις με δύο γκολ διαφορά στο εικοσάλεπτο κανονικά θα έπρεπε να είχε καεί το τσιμέντο, να παραληρούμε, να κλείνουν τα λαρύγγια και να κλαίμε από ευτυχία. Κάθε πέντε μέτρα έβλεπες κι ένα κεφάλι με δεμένο ασπρόμαυρο κασκόλ, που ήταν της μόδας της καγκούρικης τότε το κασκόλ στο κεφάλι, να είναι σκυμμένο στο τσιμέντο και να κάνει μια κίνηση με το χέρι, παλινδρομική, ας πούμε, πιο ‘κεί κι άλλο, κι άλλο, δηλαδή άνοιγες το πλάνο και υπήρχαν δεκάδες σκυμμένοι με το ένα χέρι να κάνει την κίνηση πάνω-κάτω ή δεξιά-αριστερά, όπως το πάρει κανείς -αν δεν ξέραμε περί Ξυστού θα πιστεύαμε πως η μισή κερκίδα δεν άντεχε από το ερωτικό φόρτωμα του 2-0 και πότιζε το γήπεδο, ξέρω ‘γώ, κάπως έτσι. «Τι κάνουνε, ρε μαλάκα»; «Ξύνουνε, οι μαλάκες». «Τι μαλάκες που είναι». «Πάμε, ρε μαλάκα, να ξύσουμε κι εμείς». «Ρε μαλάκα, δεν έχουμε φράγκο». «Ρε μαλάκες, έχει κανένας κάνα κατοστάρικο δανεικό να ξύσουμε κάνα ξυστό»;

Ο Τζόβας πέτυχε πεντοχίλιαρο. Το μόνο που θυμόταν μετά το ματς ήταν αυτό. Είχαμε δει νίκη με 3-1 επί του Παναθηναϊκού παίζοντας με δέκα ποδοσφαιριστές από νωρίς, είχαμε δει στο καπάκι νίκη επί του Άρη στο Παλέ, γυρίσαμε στην Καβάλα μετά από δύο τέτοια παιχνίδια κι αυτός είχε σκαλώσει με το Ξυστό. «Πέντε χιλιάρικα. Πέντε. Μέσα στην Τούμπα». Δεν άφηνε να μιλήσει κανείς για το παιχνίδι, αλλά δεν έλεγε και τίποτε άλλο. «Πέντε. Πε-πε-πε. Μέσα στην πέντε χιλιάρικα πέντε Τούμπα μέσα πε-πε-πε Τούμπα μέσα στα χιλιάρικα». Το άλλαζε όσο έκανε δουλειά το χάπι το τελευταίο, που το φυλούσε για την επιστροφή. «Μέσα στην Τούμπα. Με-με-με πέντε στα χιλιάρικα Τούμπα μέσα στα πέντε μέσα χιλιάρικα Τούμπα. Μέσα στην πέντε». «Στην πέντε πήγατε; Δεν ήσασταν στην τέσσερα»; «Μέσα στην πέντε, τε-τε-τε χιλιάρικα πέντε, θύρα πέντε, πέντε, τέσσερα χιλιάρικα, στην Τούμπα, πέντε τέσσερα». «Πέντε-τέσσερα έληξε»; «Όχι, όχι, ρε, όχι πέντε, τέσσερα, στην Τούμπα, έληξε τέσσερα, πέντε χιλιάρικα». Κάποια στιγμή άραξε, δεν μιλούσε. Πήγε ο Δ και του έβαλε το πεντοχίλιαρο στην τσέπη του φλάι. «Άντε, τράβα σπίτι και πρόσεχε μη χάσεις τα λεφτά, εδώ τα έχω, με κατάλαβες»; «Πέντε, πέντε». Έφυγε ο Τζόβας, μας εξήγησαν οι υπόλοιποι, πήραμε ένα εκατομμύριο ξυστά όλοι μας και δεν πιάσαμε τίποτα, ψείρισε ο Τζόβας ένα από τον μάστορα και κέρδισε πέντε χιλιάρικα. Είπε κι ο Δ «του το ψείρισα να του το φυλάω μέχρι το γυρισμό, θα το ‘χανε με τόσα χάπια που ήπιε σήμερα απ’ το πρωί».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038