Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

Πατρίς

Πατρίς

Όταν τελειώνει η...

  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01
  • Πατρίς

    Πατρίς

    Friday, 29 June 2018 19:26

kavala-bΔεύτερη προσπάθεια να γράψω κάτι που δεν έχει καμία σχέση με τον ΠΑΟΚ. Πάμε πάλι είκοσι τόσα χρόνια πίσω, στο ντεμπούτο μου με την ομάδα μπάσκετ του σχολείου, στο επίσημο σχολικό πρωτάθλημα στο Γυμνάσιο.

Σέντερ φορ στο ποδόσφαιρο, σέντερ φορ και στο μπάσκετ. Περίμενα την μπάλα με σηκωμένα χέρια στο ποδόσφαιρο, το αυτό έκανα και στο μπάσκετ, δεν άλλαζε κάτι, απλώς στο μπάσκετ μου έδιναν και την μπάλα καμιά φορά, αν και τώρα έπρεπε να παίζω και άμυνα –πάλι τα χέρια ψηλά, πολύ Χατζηγιάννης κατάσταση το μπάσκετ.

Στο χωριό ήμουνα κάτι σαν Τκατσένκο. Η μπάλα σε μένα, την έπαιρνα, δώσ’ του τα καρφώματα και τα ανάποδα, συνήθως δίχως καν να πηδήξω την έφτανα την μπασκέτα, τόση άνεση. Χαλαρά ήμουν ο πιο ψηλός, έτρωγα και τη μερέντα μου κάθε πρωί, δε με έκοβε κανένας. Κι από τα καρφώματά μου έπρεπε συνεχώς να φτιάχνουμε την μπασκέτα που όλο την έσπαζα κι έπεφτε από το στύλο της ΔΕΗ η ρόδα, είχαμε κι ένα σφυράκι και την ισιώναμε και με έβριζαν οι υπόλοιποι στη γειτονιά, σταμάτα ρε με τα καρφώματα, κομπλεξικέ.

Και πάω Γυμνάσιο στην πόλη και έχει εκεί κι άλλους ψηλούς. Αυτά δε μου τα είχανε πει. Εκεί που τους είχα όλους δέκα πόντους τουλάχιστον, τώρα είχε ισοϋψείς και έναν πιο ψηλό από μένα, αυτά τα πράματα δεν ήταν σωστά και άμα το ήξερα θα έμενα στο χωριό να καρφώνω στη ρόδα στο στύλο της ΔΕΗ. Και είχανε και κανονικές μπασκέτες, δηλαδή τέρμα τα καρφώματα, τώρα έπρεπε να μάθω ένα καινούργιο κόλπο που το έλεγαν «λέι-απ». Έλεος. Με βάλανε με μια μπάλα 45 λεπτά κάθε μέρα που είχαμε γυμναστική κάτω από το καλάθι, να κάνω λέι-απ, να μάθω να αφήνω την μπάλα στο πλεκτό, πώς αλλιώς να τη βάλεις, για να ξανακαρφώσω μόνο με παπούτσια με σούστες πια. Διαλύθηκε η παιδική μου ηλικία, έμεινε τραύμα.

Με τα αδιαμφισβήτητα φυσικά μου προσόντα, δηλαδή ύψος 1,88 και ως εκεί, άλλο δεν είχα, με πήρανε στην ομάδα του μπάσκετ –και βασικό πεντάρι, μάλιστα. Γίνεται η κλήρωση, μας πέφτει πρώτο ματς με ένα χωριό. Κανονικό χωριό, το Γυμνάσιο του τάδε χωριού, όχι «παίξαμε με ένα χωριό» που λέμε στην έκφραση. Κι άμα περνούσαμε το χωριό, που θα το περνούσαμε, τι να λέμε τώρα, είχαμε ομάδα δεμένη, με τέσσερα διαφορετικά συστήματα που έκανε ο Σταμάτης με το χέρι έτσι και φεύγαμε δεξιά, έκανε το χέρι αλλιώς και βγαίναμε για σκριμ, που χρόνια μετά έμαθα πως το σωστό είναι «σκριν», εγώ έβγαινα στην κορυφή της ρακέτας και ούρλιαζα, με κοιτούσαν περίεργα οι άλλοι, άμα περνούσαμε το χωριό παίζαμε με την καλύτερη ομάδα, τους άλλους υποψήφιους πρωταθλητές. Ήμασταν δύο φαβορί, εμείς και οι άλλοι, όποιος περνούσε από το δεύτερο γύρο θα έπαιρνε το πρωτάθλημα για πλάκα, μετά πήγαινες στο πανελλήνιο, στο παγκόσμιο, μιλάμε για πολλές ώρες και μέρες κοπάνα, άξιζε ο κόπος.

Για να φτιάξουμε το πλαίσιο, σκεφτείτε τώρα έναν τύπο 1,88, μεταλλά εποχής 1990, με πρότυπα τον Τσακ Σκάλντινερ στην εμφάνιση και το πεντάρι του ΠΑΟΚ στον τρόπο που αγωνίζεται. Ποιος ήταν το πεντάρι του ΠΑΟΚ; Ε, ναι, αυτός ήταν, άνοιγα την τηλεόραση, έβλεπα πώς έπαιζε («έπαιζε») ο Φασούλας, αντέγραφα τις κινήσεις. Ειδικά εκείνο το πίβοτ, ρε παιδιά, μια φορά δε βρήκα ταμπλό, πάντα πάνω από το ταμπλό την έριχνα, πώς το έκανε ο Φασούλας και έβρισκε ταμπλό, στο σύστημα που είχαμε να την πετάει για να πάρει ριμπάουντ ο Άντονι Κουκ και να βάλει το καλάθι, κανονικά ασίστ έπρεπε να του το χρεώνουν, όχι σουτ. Είχα φτιάξει τρεις κινήσεις που έβγαιναν, δηλαδή σηκώνω τα χέρια και τρέμω σαν ψάρι για την άμυνα, σηκώνω τα χέρια να πάρω μπάλα και να στρίψω δεξιά χωρίς να μου πέσει για την ανάπτυξη του παιχνιδιού και σηκώνω τα χέρια και προσεύχομαι να βρω στεφάνι για την επίθεση. Κομπλέ. Έπεφταν τα μαλλιά μέσα στα μάτια, δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα, αλλά Φασούλας είσαι, τι σημασία έχει, μπες και παίξε όσο μπορείς.

Κόσμος πολύς στο γήπεδο της πόλης, όλο το σχολείο στις εξέδρες, τα κοριτσάκια οι συμμαθήτριες, εμείς κάναμε προθέρμανση στιλ Μπάνε Πρέλεβιτς, δηλαδή σουτάραμε και κάναμε μπασίματα δίχως να ρίχνουμε ματιά στην κερκίδα, ντεμέκ παικταράδες σνομπαρίες, με τη διαφορά πως τα δικά μας σουτ όλα έξω πήγαιναν. Άναψε και ο φωτεινός πίνακας, είδα το 13 μου με το λαμπάκι από δίπλα, μεγάλες συγκινήσεις, 20:00 απέμεναν, έγραφε, διαιτητές, γραμματεία, συνθήματα από τα κοριτσάκια στην εξέδρα, γονείς, πιο δίπλα τα ίδια από τους φιλοξενούμενους από το χωριό, ωραία κατάσταση. Μαζευόμαστε στον πάγκο, μας δίνει τις οδηγίες ο γυμναστής, έτοιμοι να ρίξουμε την κατοστάρα στους χωριάτες, που κι εγώ χωριάτης ήμουν αλλά πήγαινα Γυμνάσιο στην πόλη, οπότε το ‘παιζα πρωτευουσιάνος.

Με την άκρη του ματιού έβλεπα την προθέρμανση των άλλων, να κόψω ποιος ήταν ο ψηλός τους που θα τον είχα αντίπαλο. Αλλά με ενοχλούσε εκείνο το συνεχές χρατς-χρατς από τα καλάθια τους που όλα έμπαιναν. Ένα σουτ δεν είχαν χάσει στην προθέρμανση, ρε αυτοί ήταν καλοί, τι χωριό και αηδίες, δεν καταλάβαινα τίποτα, πού είχαν βρει μπασκέτες κανονικές στο χωριό και έμαθαν μπάσκετ, δεν είχανε ρόδες στους στύλους της ΔΕΗ αυτοί, τι έπαιζε, κάτι βρωμούσε. Πάω στον Ν, που τότε ήταν γάβρος και έβαφε την πόλη και μετά έγινε ΠΑΟΚ και την ξανάβαψε, ρε Ν, σύντροφε, αυτοί ρε συ όλα τα βάζουν, τι έγινε, λες να έχουμε πρόβλημα; Τους βλέπει κι ο Ν, καλά λες, να παίξουμε κανονικά, να μη χαλαρώσουμε με αλλαγές τη δεύτερη πεντάδα, να είμαστε σοβαροί.

Λίγο πριν αρχίσει το ματς, γίνεται ένα σούσουρο στη γραμματεία. Πάμε με τον Ν και τον γυμναστή, εμείς ως αρχηγοί, τότε αρχηγοί ήταν οι πιο ψηλοί. Τι είχε γίνει, τα βλαμμένα από το χωριό ήταν οι μισοί εκπρόθεσμοι, δηλαδή είχαν γεννηθεί πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία. Εμείς όλοι 1975-1976, αυτοί το  1973-1974. Τους λέει ο γυμνασίαρχος, τι ήτανε, ρε παιδιά, πλάκα μας κάνετε, τι ήρθατε να κάνετε εδώ, η προκήρυξη το λέει ξεκάθαρα, «γεννημένοι από το 1975 και μετά». Αυτοί των φιλοξενούμενων είχανε μείνει μια δυο χρονιές στο Γυμνάσιο, ήταν μεγαλύτεροι, δεν το είχαν σκεφτεί. Βγάζετε πεντάδα; Δε βγάζουμε, είπαν, οι πιο πολλοί ήταν μετεξεταστέοι. Το παιχνίδι κατακυρώνεται υπέρ των πρωτευουσιάνων, λοιπόν, άνευ αγώνος. Δε μας χαλούσε καθόλου.

Αλλά τόσος κόσμος ήρθε να μας δει, κρίμα ήταν να μη δείχναμε τις δυνάμεις μας, να κάναμε ένα σόου για τους συμμαθητές και –κυρίως- τις συμμαθήτριες. Λέει ο Ν, ρε παιδιά, μια που ήρθαμε ας παίξουμε το παιχνίδι, έστω για φιλικό, κρίμα είναι, τόσο κόπο κάνατε, τόσες προπονήσεις, τουλάχιστο να παίξετε ένα ματς στο κλειστό της πόλης. Συμφωνούν οι φιλοξενούμενοι, συμφωνούν και οι διαιτητές, που ήταν γυμναστές από άλλα σχολεία, χάνανε μάθημα όσο ήταν εκεί. Αλλά χωρίς φωτεινό πίνακα, είπε η γραμματεία, να μην καίμε τσάμπα ρεύμα. Και τον κλείνουν. Απογοήτευση στην κερκίδα. Τρέχουμε στους δικούς μας, εξηγούμε πως χάλασε ο φωτεινός πίνακας και θα παίξουμε δίχως αυτόν. Για να μη μας φύγουν, δηλαδή, άμα λέγαμε πως το ματς θα ήταν φιλικό δε θα είχε παλμό και αγωνία για την πρόκριση στην επόμενη φάση.

Αρχίζει το ματς, χαρτάκια, κόρνες, συνθήματα, παλαμάκια, φωνές από τους γονείς, αποθέωση. Στα δέκα λεπτά πρέπει να μας είχαν τριάντα πόντους διαφορά, ας πούμε 40-10. Παίρνουμε τάιμ-άουτ, τι έγινε, ρε παιδιά, αυτοί οι χωριάτες καλοί είναι, μου έρχεται η ιδέα. Ξαναπάω στην κερκίδα, βρίσκομαι αντιμέτωπος με το μένος των θεατών, τι είναι αυτά, παίξτε λίγη μπάλα, ξεφτίλα, ειδικά οι γονείς, αυτοί κράζανε πιο πολύ, οι συμμαθήτριες είχανε κάποια κατανόηση και δεν έκραζαν. Τους ενημερώνω πως το ματς είναι φιλικό, πως ακυρώθηκαν οι άλλοι επειδή είναι μεγάλοι, μέχρι και 18 χρονών παίκτη έχουνε, οπότε παίζουμε για πλάκα και να μην αγχώνονται, περάσαμε έτσι στην επόμενη φάση να παίξουμε με το άλλο φαβορί, τώρα κάνουμε προπόνηση και πειράματα στα συστήματα, να τα τελειοποιήσουμε. Τους έπεισα, αλλά οι μισοί έφυγαν.

Το ματς πρέπει να τελείωσε με σκορ του επιπέδου 120-30, κάτι τέτοιο. Εγώ θυμάμαι που είχα κερδίσει δύο βολές στην πρώτη φάση που πήρα μπάλα, ψεύτικο φάουλ αλλά όλα τα έδιναν τότε. Η πρώτη πήγε έρμπολ, η δεύτερη μέσα, μετά δε θυμάμαι τις επιδόσεις μου, αλλά ως Φασούλας της ομάδας θα είχα, ας πούμε, 5 πόντους, 15 ριμπάουντ και 25 λάθη, δε φταίω εγώ, το πρότυπό μου έπαιζε έτσι. Και από τους 120 πόντους των αντιπάλων, τους 100 μας τους είχε βάλει ένας απίστευτος παικταράς που τα έβαζε από όπου σούταρε. Τρίποντα, μπασίματα, βολές, ανάποδα, σπασίματα, ό,τι έκανε μέσα πήγαινε. Και μόνος του να έπαιζε μπορεί να μας κέρδιζε και τους πέντε. Ήταν ο αδερφός του Γου Χου, άντε πάλι, κοίτα να δεις που δε θα γράψω τίποτα στη ζωή μου που να μην έχει σχέση με τον ΠΑΟΚ, τώρα το θυμήθηκα πως ήταν αυτός, ρωτούσε ο κόσμος «ποιος είναι ο παικταράς» και απαντούσαν οι άλλοι «ο αδερφός του Γεωργιάδη που παίζει στη Δόξα Δράμας».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038