Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

blancoΜπορεί η οπαδική κοινότητα να πέθανε πάλι στα γέλια με τα νέα κατορθώματα της κερκίδας του Ολυμπιακού και το μπλάνκο στο πανί που σηκώθηκε στο ΣΕΦ, επισκιάζοντας την ουσία που δεν είναι άλλη από τη συνέχιση της τυφλής στήριξής τους στο υπόδικο αφεντικό αυτών που πιστά τον υπηρετούν, όποτε δεν βολεύει να έχουν άποψη με Νο Πολίτικα, όποτε βολεύει με Πολίτικα. Αλλά η σχέση των γαύρων με το «σβηστικό» που λέγαμε και μας διόρθωναν οι δάσκαλοι πως το λένε «διορθωτικό», δηλαδή το μπλάνκο των μαθητικών μας χρόνων που θυμάμαι να γράφει στην ετικέτα «Tipp-Ex», είναι πολύ βαθιά και πάει πίσω σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια.

Ο Ολυμπιακός έπαιζε στην Κατερίνη κι εμείς στην Τούμπα με τη Λάρισα. Καθόμασταν με τον Νίκο στο κλασικό στέκι, στην Μπαλλάντα, για τον πρωινό κυριακάτικο φραπέ, με πλήρη εκδρομική ενδυμασία και το πιθανότερο είναι να συζητούσαμε με αυτούς που θα αφήναμε πίσω ποιος θα παίξει, ποιος δεν θα παίξει, να φύγει ο Μπλάζεβιτς και ποιος να έρθει, να έρθει μεγάλο όνομα, ποιο είναι αυτό το μεγάλο όνομα, δεν ξέρω να πάει να το βρει ο Βουλινός αλλά να το φέρει (έφερε τον Γούναρη). Θα φεύγαμε με το ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη οι δυο μας, ως συνήθως εκείνη τη χρονιά, που ο ένας Νίκος ήθελε οτοστόπ, ο άλλος Νίκος ήθελε ΚΤΕΛ και ο τρίτος Νίκος, δηλαδή εγώ, ήθελα απλώς να πάω Θεσσαλονίκη και δεν τους χαλούσα χατίρι.

Πάνω στην κουβέντα, περνάει απ’ έξω μια παρέα στα ερυθρόλευκα. Οι γαύροι της περιοχής, καμιά δεκαριά, δηλαδή απαρτία, πήγαιναν όλοι μαζί προς τον Κήπο. Διαλύουμε τον καφέ, βγαίνουμε έξω, τους ρωτάμε πού πάνε και μας λένε πως θα φύγουν εκδρομή για Κατερίνη μαζί με τους Δραμινούς ή κάτι παρόμοιο -σίγουρα είπαν πως θα πάνε από Δράμα, δεν θυμάμαι τι άλλο είπαν. Ο Νίκος, που είχε πρόσφατα ακολουθήσει την κλασική διαδρομή «γαύρος από μικρός-Παοκτσής από το Γυμνάσιο» και τους ήξερε, άρχισε να τους κοροϊδεύει, με τα κλασικά πώς είστε έτσι, σαν πρόσκοποι, ρε σκατόφλωροι και τα σχετικά -ενώ εμείς δεν «ήμασταν έτσι» επειδή είχαμε μαλλιά αχτένιστα επί μία εβδομάδα, φλάι και τρελή αξυρισιά τριών ημερών για να φαινόμαστε άγριοι χούλιγκαν. Γυρίζει τότε ο αρχηγός τους, ο Κου, και του λέει με καμάρι «περίμενε να δεις τι πανί φτιάξαμε και μετά θα δούμε αν ξαναπείς τίποτα». Και μας πιάνει η ίντριγκα, τι πανί είναι αυτό που κουβαλούσε στην τσάντα ο Κου, που ο πατέρας του ήταν ζωγράφος και έπιανε το χέρι του, ποιος ήξερε τι γαμάτο σχέδιο θα είχε φτιάξει για τον Ολυμπιακό.

Ξεδιπλώνουν το πανί να το δούμε, να μας πέσουνε τα σαγόνια, σε λέω. Δεν υπάρχει περίπτωση να το θυμηθώ, αλλά ήταν απλώς ένα κλασικό κόκκινο ύφασμα που έγραφε ένα ξενέρωτο σύνθημα σε στιλ «Θρύλος θρησκεία και στη Μακεδονία» ή, ας πούμε, «Θρύλε καμάρι μας κάνε μας τη χάρη μας» ή «Κάτω τα χέρια από τον Σαλιαρέλη», κάτι τέτοιο. «Μμμ, μαλακία», είπε ο Νίκος. «Ρε Κου, τι σκατά ζωγράφος είναι ο πατέρας σου, πού είναι η ζωγραφιά, εγώ περίμενα κανέναν δράκο, κανένα βαπόρι να μπαίνει στον Περαία και από τα φουγάρα να βγαίνουν χέρια που κρατάνε καπνογόνα, κανέναν γαύρο γίγαντα να κατασπαράζει ασπρόμαυρους καρχαρίες, εδώ γράφει απλώς μια μαλακία και από κάτω»... Και μόλις είδαμε τι γράφει από κάτω, άρχισε το τρελό πανηγύρι -πρώτος μίλησε ένας άλλος γαύρος που έτριβε τα μάτια του και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε: «Ρε Κου, τι είναι αυτό το «ΣΥΛΛ.ΦΙΛ.» δίπλα στο «ΚΑΒΑΛΑΣ»;

Ο Κου έδωσε το πανί σε έναν δίπλα του και ήρθε από το μέρος μας να το δει. «Τι λέτε, ρε μαλάκες, ποιο ΣΥΛΛ.ΦΙΛ. και χαζομάρες, πού το είδατε αυτό»; Και σφίγγει τα μάτια, τα γουρλώνει, τα ξανασφίγγει και απευθύνεται προς τον ουρανό: «Α, ρε πατέρα, τι μαλακία έκανες πάλι». Εμείς πέφτουμε κάτω, τα δάκρυα δεν στέρευαν με τίποτα και δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε την καζούρα από ένα σημείο και μετά, έχοντας αραδιάσει όσα μας έρχονταν στο μυαλό. «Τι Σύλλογος, ρε ξεφτίλες, θα χορέψετε και κάνα τσάμικο στην κερκίδα, Θρύλε-Ολέ-Άιντε Καραγκούνα», οι γαύροι τα είχανε βάλει με τον Κου, «ρε μαλάκα, αυτό ήταν το πανί που θα μιλούσαν μέχρι τον Πειραιά για τους Καβαλιώτες ολυμπιακούς, ρε θα ξεφτιλιστούμε, να μην το πάρουμε μαζί μας, θα γελάνε και τα τσιμέντα». Αλλά ο Κου, παρόλη την απογοήτευση και τα εμφανή νεύρα με τον καλλιτέχνη πατέρα του, δεν το έβαλε κάτω. «Να βρούμε διορθωτικό, να τραβήξουμε το ένα Λου και να το κάνουμε Νου και το άλλο Λου να το κάνουμε Δου. Έτσι θα είναι σωστό, θα γίνει ‘ΣΥΝΔ’ και όχι ‘ΣΥΛΛ’ και κανείς δεν θα μας πει τίποτα». «Ναι, αλλά ρε Κου έτσι κι αλλιώς δεν λέει και τίποτα το πανί, εσύ μας είχες προετοιμάσει για ολόκληρη ιστορία κι εδώ απλώς γράφει γράμματα, δεν έχει ζωγραφιές».

Δεν μάθαμε τι έκαναν τελικά. Ίσως να βρήκαν μπλάνκο και να το έφτιαξαν, να έκαναν «Νου το ένα Λου και Δου το άλλου Λου», ίσως. Ίσως να το κρέμασαν και να δίπλωσαν το κάτω μέρος, αν και έτσι θα έχαναν τη λεζάντα και κανείς δεν θα ήξερε πως υπάρχουν δέκα γαύροι στον Νομό Καβάλας που πάνε στα γήπεδα. Ίσως και να το πέταξαν σε κάποιον γκρεμό από τα νεύρα τους ή να τους την έπεσαν και να τους το πήραν οι Δραμινοί συνοπαδοί τους κι ακόμα να το κρατάει κάποιος ως λάφυρο ή να το έβαλαν στο κρυφό μουσείο με τις ντροπές του Ολυμπιακού ή να το έχωσαν στο παλιό Καραϊσκάκη τη μέρα που το κατεδάφιζαν, να χαθεί κάτω από τις μπουλντόζες. Αυτό που σίγουρα έγινε είναι πως, τη στιγμή που στα τελευταία λεπτά ο Μιχάλης Λεοντιάδης μπούκαρε στην περιοχή της Λάρισας και έγραφε το τελικό 2-1, ανατρέποντας το 0-1 που είχαμε φάει από νωρίς και μας έστελνε σχεδόν στην κορυφή, δυο ανάσες από το Πρωτάθλημα του 1992 που πλέον έμοιαζε αδύνατο να το χάσουμε με τέτοιο πρόγραμμα που είχαμε μπροστά μας, όλοι είχανε ανεβεί στα κάγκελα και ουρλιάζαμε από χαρά, εκτός από εμένα και τον Νίκο, που από το πρωί εκείνης της μέρας και για πολλές μέρες ακόμα λέγαμε μεταξύ μας ένα πράγμα και ξεραινόμασταν από τα γέλια: «Συλλφίλ, ρε μαλάκα, α χα χα χα, Συλλφίλ»!

Αλάνια

Αλάνια

Από πού να το πιάσεις τώρα αυτό το θέμα και πώς να βρεις ισορροπία ανάμεσα στους «κυριλέδες» και τα ...

Read more
Ξύλο

Ξύλο

Πώς μπορείς ως Παοκ&t ...

Read more
Χανιμπάλας

Χανιμπάλας

Δε θυμάμαι να έχω ξεν& ...

Read more
Αυτοκόλλητο

Αυτοκόλλητο

Συζητούσανε όλοι &ga ...

Read more
Κλασαμέντες

Κλασαμέντες

Ο πιτσιρίκος προχθές δίπλα μου στο αστικό είχε αγχωθεί. Του λέει η κοπέλα μαζί του (αδερφή, ξαδέρφη, ...

Read more
Κόλαση

Κόλαση

«Η Κόλαση» του Ντάντ& ...

Read more
Κουζίνα

Κουζίνα

Το μόνο εύκολο, μέρε ...

Read more
Μάιος

Μάιος

Τελευταίος αγων&iot ...

Read more
Έλεγχος

Έλεγχος

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ μπ ...

Read more
Όραμα

Όραμα

Το όραμά μου για τον &al ...

Read more
Κραυγές

Κραυγές

Οι ρατσιστικές κραυγές ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν αποτελέσει βασικό άξονα διαλεκτικής μίας αθλητική ...

Read more
Σκάμμα

Σκάμμα

Όπως είμαστε χαμηλά στην 4, βλέπω έναν πιτσιρικά πίσω από την εστία, γνωστό σουλούπι, δεν μπορεί να ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.