Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

24

24

Σήμερα, 24...

insidestory

insidestory

Τα βιβλία του 2017,...

Θέση

Θέση

«Πάρε θέση» και...

  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Monday, 25 December 2017 13:32
  • 24

    24

    Sunday, 24 December 2017 23:08
  • insidestory

    insidestory

    Sunday, 24 December 2017 14:17
  • Θέση

    Θέση

    Thursday, 21 December 2017 11:30

catledgeΜε ξύπνησε αλαφιασμένος, με μια εφημερίδα στο χέρι γυρισμένη στη σελίδα όπου τα περισσότερα γράμματα βρίσκονταν σε κίτρινο φόντο. Ήταν περίεργο θέαμα, να τον βλέπω ημιλιπόθυμος, ξαπλωμένος στο πάτωμα κι αυτός όρθιος, μέσα στη χαρά και την ενέργεια, «σήκω, ρε μαλάκα, έχω νέα απίστευτα, σήκω, μεσημέριασε».

Όλο τον Οκτώβριο τον είχα περάσει λιώνοντας τα παπούτσια μου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης για να βρω το πρώτο σπίτι που θα στέγαζε εμένα και την Άννα μόλις θα βάζαμε μπρος το πολύπλοκο σχέδιο «θα κλεφτούμε». Ερχόμουν στην πόλη, τριγύριζα με τις αγγελίες στο χέρι, σκάναρα τις κολόνες για «Ενοικιάζεται», έβλεπα σπίτια, απογοητευόμουν, γύριζα στην Καβάλα. Καμιά φορά έμενα στο σπίτι του Γιάννη, που είχε ήδη μετακομίσει στης ξαδέρφης του, και κοιμόμουν στο πάτωμα, μπροστά στον καναπέ όπου ξάπλωνε αυτός.

«Φτιάξε καφέ, γιατί αυτό που θα σου πω είναι πολύ σημαντικό». Σηκώθηκα, με όλα τα κόκαλα στο σώμα μου μουδιασμένα και άρχισα την αρχέγονη διαδικασία παρασκευής φραπέ με ποτήρι και τάπα το καπάκι από ένα τάπερ, όπου χύνεται ο μισός αφρός, γεμίζουν τα πλακάκια της κουζίνας με καφετιά στίγματα και το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα νεροζούμι με τη χαρακτηριστική γεύση της εργατιάς. Λογικά, θα έκανα κι ένα ντους, που στο σπίτι της ξαδέρφης το ντους ήταν να βάζεις σαπούνι σε όποιο μέλος του σώματος ήθελες να πλύνεις και μετά να ρίχνεις νερό στο νεροχύτη της τουαλέτας, επειδή το συγκεκριμένο διαμέρισμα δεν είχε μήτε μπανιέρα, μήτε ντους. Ενός λεπτού σιγή για να φανταστούμε όλοι μας τη διαδικασία.

«Μία λέξη θα σε πω: Τέρι Κάτλετζ». Αυτές είναι δύο λέξεις, ρε Γιάννη, δεν είναι μία. «Εντάξει, λοιπόν, μία λέξη θα σε πω: Κάτλετζ». Τι είναι αυτό, κάνα καινούργιο τυρί; «Πόσο άσχετος είσαι, ρε μαλάκα, που το παίζεις και ειδήμων του ΝΒΑ. Φιλαντέλφεια Σέβεντι-Σίξερς, Ουάσινγκτον Μπούλετς, Ορλάντο Μάτζικ, Άρης! Τέρι Κάτλετζ, η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται»! Πήρατε καινούργιο παίκτη στο μπάσκετ; «Ναι. Το μεγαλύτερο όνομα που ήρθε ποτέ στην Ελλάδα! Πάμε για Πρωτάθλημα με μηδέν ήττες φέτος, εσύ μείνε με τον Λάμπλεϊ κι εμείς με τον παικταρά σαρώνουμε την Ευρώπη»! Σε ποιο κολλέγιο πήγε, γράφει η εφημερίδα; «Για να δω, λοιπόν, χμ, ναι, εδώ, Σάουθ Αλαμπάμα»... Άσε, Γιάννη, το Σάουθ Αλαμπάμα είναι γνωστό για τα ταγάρια που βγάζει, τσάμπα χαίρεσαι, το Νορθ Αλαμπάμα είναι το καλό που το προτιμάνε οι αστέρες του ΝΒΑ. «Άντε γαμήσου, ρε. Άσχετε. Ο τύπος φορούσε το 33 του Ορλάντο πριν το φορέσει ο Σακίλ, πωωω, ρε τι έχει να γίνει, θα τα σηκώσουμε όλα εφέτο»!

Ακολούθησαν μέρες με τον Γιάννη, το σκουλήκι, να διατυμπανίζει την ιστορική στροφή που έπαιρνε ο Άρης με την απόκτηση του Κάτλετζ απευθείας από το ΝΒΑ. Δεν είχα ασχοληθεί, επειδή το έπαιζα υπεράνω, αλλά αν διάβαζα κι εγώ τα ρεπορτάζ θα μάθαινα πως δεν είχε έρθει από το ΝΒΑ αλλά από το τοπικό του Οχάιο, καθώς οι μέρες του ως παίκτης του μεγαλύτερου πρωταθλήματος μπάσκετ στον κόσμο είχαν περάσει και ο τύπος δεν ήταν πλέον αυτός που νόμιζαν οι αρειανοί πως φέρνουν στην ελληνική Α1. Αλλά με τις εμφανίσεις του Λέμον είχα αρχίσει να θορυβούμαι, είχα καλομάθει τόσα χρόνια με Μπάρλοου, Κλιφ, Σάβιτς και Μπέρι, τώρα μας είχαν φέρει τον άχρηστο που ήδη τον είχαμε κράξει με τη Μακάμπι και αναγκάσαμε τον προπονητή να βάλει στη θέση του τον Ρεντζιά. Ο Άρης δεν έλεγε πολλά πράματα, αλλά κρατούσα μια πισινή, μήπως και όντως ο τύπος ήταν αυτό που πίστευε ο Γιάννης και μας ξεσκίσει.

Η πρώτη αγωνιστική είχε Άρης-Ολυμπιακός. Ο ΠΑΟΚ δεν έπαιζε, δεν θυμάμαι γιατί, αλλά από την εκδρομή που είχαμε κάνει στο Καυτανζόγλειο στις 2 του μήνα μέχρι τις 19 που παίξαμε με την ΑΕΚ είχε ένα κενό δεκαεπτά ημερών χωρίς ΠΑΟΚ σε μπάλα και μπάσκετ. Ο Γιάννης με έπρηζε να πάω στο Αλεξάνδρειο να «θαυμάσω τον παικταρά». Τι λες, ρε μαλάκα, τα σκουλήκια με ξέρουν, ένας να με πάρει γραμμή θα με λιώσουν. Αυτός επέμενε, «ποιος νομίζεις ότι είσαι, ρε φίλε, που σε ξέρουν και οι αντίπαλοι, έρχεσαι εδώ από το χωριό σου και σε μάθανε και στην πόλη». Ρε φίλος, στα ΠΑΟΚ-Άρης μας χωρίζουνε πέντε μέτρα με ένα σκοινί, όλο και κάποιος θα με έχει κόψει, δεν είμαι και φάτσα να την ξεχνάς. «Ντάξει, έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, μιλάμε έχεις εξελιχθεί σε μεγάλη ψωνάρα». Τη μέρα του ματς, με έπεισε με το πιο ισχυρό επιχείρημα «έλα, ρε μαλάκα, θα βρίζουμε και τον Φασούλα». Και πήγα, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου, σε κερκίδα άλλης ομάδας.

Με το μπάσκετ ασχολιόμουν, τότε, φανατικά. Τρίποντο, εφημερίδα, στατιστικά, τα πάντα. Ήξερα σχεδόν κάθε παίκτη του Πρωταθλήματος, τους ξένους, τους Έλληνες, έβλεπα ό,τι έπαιζε στην τηλεόραση από Σπόρτιγκ και Παγκράτι μέχρι ευρωπαϊκούς όλων των ομάδων, κόλλημα μεγάλο εκείνα τα χρόνια. Συνεπώς, δεν ήταν περίεργο που στην ερώτηση ενός αρειανού κατά την προθέρμανση, κάπου στη μέση της 10, που φώναξε «ποιος είναι αυτός, ρε», ήμουν ο πρώτος που του απάντησα «ο Πουρνάρας». Και το συνέχισα, όταν ήρθε η συμπληρωματική «ποιος Πουρνάρας», απαντώντας «αυτός με τις κάλτσες, ο γιος του είναι». Γέλασαν τα σκουλήκια τριγύρω, μου έφυγε και το σχετικό άγχος τι δουλειά είχα εκεί μέσα και μη με πάρουν χαμπάρι.

Και βρίσκομαι να βλέπω τους παίκτες που πριν λίγο καιρό τους πετούσα σπόρια και νερά και τενεκεδάκια να κάνουν ζέσταμα μπροστά μου, ο Μισούνοφ, ο Λιαδέλης, ο Λυπηρίδης, ο Αγγελίδης, να έχω τον Γιάννη στο αυτί μου να επαναλαμβάνει «μια λέξη θα σου πω, Τέρι Κάτλετζ», να ακούω τα συνθήματά τους, να κάθομαι κάτω δήθεν κομμάτια για να μην πω κανένα και να μη με πιάσει καμιά κάμερα ανάμεσά τους και να ακούγεται η φωνή μου μόνο όποτε έβριζα τον Φασούλα, που κανείς άλλος δεν έδειχνε να πολυενδιαφέρεται για την παρουσία του.

Αρχίζει το ματς, παίρνει την μπάλα ο Κάτλετζ, του φεύγει από τα χέρια. Στην επόμενη φάση κάνει βήματα. Μετά, σουτάρει και η μπάλα πάει πάνω από το στεφάνι, κάτι τέτοια, ας πούμε, δεν τα θυμάμαι και καθαρά. Ο Άρης έκανε επίθεση με πέντε παίκτες και άμυνα με τέσσερις, ο Κάτλετζ δε γυρνούσε στη ρακέτα τους, ήταν μονίμως οφσάιντ, άρχισαν τα σκουλήκια να εκνευρίζονται, σιγά-σιγά έπεφτε ελαφρύ κράξιμο, μετά πιο χοντρό, ο Ιωάννου από τον πάγκο δεν ήξερε τι να κάνει, καθώς ο παικταράς ήταν να τον πιάσεις και να τον πετάξεις στο Θερμαϊκό: Ενδεχομένως ο χειρότερος ξένος που είχα δει ποτέ να αγωνίζεται στην Ελλάδα, ο Μαριφαλίεφ του μπάσκετ.

Ο Γιάννης με κοιτούσε με έκπληξη και ντροπή, εγώ γελούσα. «Τι είναι αυτός ο άχρηστος, ρε μαλάκα, πού τον βρήκαμε». Δεν ήξερε ακόμα πως αυτός ο άχρηστος θα τους παρατούσε λίγες μέρες μετά και θα τους έκανε δικαστήρια για να πάρει τα λεφτά του και χίλια δυο όμορφα πράματα που εμείς θα αποφεύγαμε, επειδή ο Λάμπλεϊ έφυγε τον ίδιο καιρό αποφασίζοντας να γίνει ιεροκήρυκας και οι άνθρωποι του Θεού δεν είχαν χρόνο για δικαστήρια και αγωγές και μηνύσεις. Ο Έντι Τζόνσον πυροβολούσε ασταμάτητα τους τέσσερις που παίζανε άμυνα, το σκορ έφτανε τους 18 πόντους διαφορά στο ημίχρονο, ο Γιάννης είχε σταματήσει να λέει συνθήματα και είχε αρχίσει τα μπινελίκια και κάπου εκεί, πέντε θέσεις μπροστά μου, μαζεύτηκαν τρεις-τέσσερις περίεργοι και άρχισαν να με κοιτάζουν και να λένε κάτι ψου-ψου-ψου μεταξύ τους. Με κοιτάζει ο Γιάννης, τον κοιτάζω κι εγώ. «Φεύγω». «Φύγε». Και τρέχω έξω, ανεβαίνω ως την έξοδο, κατεβαίνω τη σκάλα, βγαίνω από τον αυλόγυρο κι εξαφανίζομαι προς την Εγνατία.

Το ματς θα έληγε 63-87, οι αρειανοί θα έβριζαν τη διοίκησή τους για το παλτό που τους είχε κουβαλήσει δήθεν από το ΝΒΑ, μετά θα γίνονταν διάφορα και θα φτάναμε, λίγους μήνες μετά, ως τη Λαμία, όπου θα ζούσαμε το ντέρμπι του αιώνα με τον Γιάννη και από τότε δεν θα ξαναμιλούσαμε για Άρης-ΠΑΟΚ ή ΠΑΟΚ-Άρης επειδή μούτρα δεν είχε πια να εμφανιστεί στην πόρτα του σπιτιού μας, αλλά πριν από όλα αυτά, μόλις πατούσα στο πεζοδρόμιο για να νιώσω, πλέον, ασφαλής, θα συναντούσα δύο περίεργους περαστικούς που θα μου φώναζαν, βλέποντάς με να βγαίνω από το Παλέ, «πόσο είναι το ματς, ρε βρωμοσκούληκο»;

Χορτάστε

Χορτάστε

Όταν η ομάδα μας χρειά& ...

Read more
Aμηχανία

Aμηχανία

Αν έλεγα στην παρέα πριν από είκοσι πέντε χρόνια πως «έχω αμηχανία», το πρώτο που θα με ρωτούσανε θα ...

Read more
Κλαψομούρης

Κλαψομούρης

Ήμουν διακοπές στην Καβάλα και τα λέγαμε με τον Παύλο και τον Εφραίμ, ωραίος καφές πρωινιάτικα πριν ...

Read more
Δώδεκα

Δώδεκα

Το τελευταίο γκ&omicron ...

Read more
Yπέρβαση

Yπέρβαση

Στο ημίχρονο, είχα πάρει απόφαση πως στο συγκεκριμένο παιχνίδι ούτε που με ενδιαφέρει η τελική έκβασ ...

Read more
Θλίψη

Θλίψη

Σφυρίζει τη λήξη, κατεβάζεις το κεφάλι, πας σπίτι και πέφτεις να κοιμηθείς. Έχασες. Χάσαμε. ...

Read more
Μπαμπάς

Μπαμπάς

Μέχρι κάποια ηλικία, τ&o ...

Read more
Παπέν

Παπέν

Την ημέρα που δημοσι& ...

Read more
Άβαταρ

Άβαταρ

Η Ηλέκτρα είναι 6,5 ετών. &T ...

Read more
Πληγές

Πληγές

Κρύφτηκαν όλα κάτω από τα μπουκάλια, τις πέτρες και τα ξηλωμένα καρεκλάκια. Ανακατεύτηκε η μπόχα τεσ ...

Read more
Sauvage

Sauvage

Βάζω πάλι στ’ ακουσ ...

Read more
Βόλτα

Βόλτα

Και μετά από τόσα σούρ& ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.