ΟΑΚΑ

ΟΑΚΑ

Στριμωγμένος μέσα...

Σουβλάκια

Σουβλάκια

Με το πρώτο της...

Χούνγκερμπιλερ

Χούνγκερμπιλερ

Για δεύτερη φορά...

Αντισυναδελφικό

Αντισυναδελφικό

- Καλησπέρα, Ανώνυμε...

Έδρες

Έδρες

Ο ΠΑΟΚ...

Έκτος

Έκτος

Στη γενιά μου...

Μπούλο

Μπούλο

Ο ΠΑΟΚ τερμάτισε...

Xανιά

Xανιά

Στην Κρήτη είχα...

Ξεπούλημα

Ξεπούλημα

Πριν από ακριβώς...

Ζήλεια

Ζήλεια

2 Απριλίου 2014. Ο...

Αεροδιάδρομος

Αεροδιάδρομος

Η ίδια ανατριχίλα από...

Πάφος

Πάφος

Δέκα λεπτά με...

  • ΟΑΚΑ

    ΟΑΚΑ

    Monday, 14 May 2018 19:26
  • Σουβλάκια

    Σουβλάκια

    Thursday, 10 May 2018 19:47
  • Χούνγκερμπιλερ

    Χούνγκερμπιλερ

    Thursday, 10 May 2018 13:56
  • Αντισυναδελφικό

    Αντισυναδελφικό

    Wednesday, 09 May 2018 21:02
  • Έδρες

    Έδρες

    Wednesday, 09 May 2018 12:36
  • Έκτος

    Έκτος

    Tuesday, 08 May 2018 21:36
  • Μπούλο

    Μπούλο

    Tuesday, 08 May 2018 14:48
  • Xανιά

    Xανιά

    Friday, 04 May 2018 20:08
  • Ξεπούλημα

    Ξεπούλημα

    Wednesday, 02 May 2018 19:02
  • Ζήλεια

    Ζήλεια

    Wednesday, 02 May 2018 14:10
  • Αεροδιάδρομος

    Αεροδιάδρομος

    Wednesday, 02 May 2018 11:12
  • Πάφος

    Πάφος

    Friday, 27 April 2018 14:27

basketnightΥπάρχει μια στιγμή στη ζωή σου που ξεπερνάς κάθε όριο. Το σώμα σου ξεφεύγει από το φυσιολογικό, περνάει σε άλλο επίπεδο, ανυψώνεται, σε κάνει να αναρωτιέσαι πού ήταν κρυμμένη μέσα σου όλη αυτή η δύναμη. Σε τρομάζει ο ίδιος σου ο εαυτός. Δεν ξέρω αν το ζει ο καθένας, αλλά σ’ εμένα συνέβη μια νύχτα πριν είκοσι κάτι χρόνια: Η νύχτα που έγινα υπερήρωας για λίγη ώρα, η στιγμή που δοκίμασα τις αντοχές μου και δεν πίστεψα πόσο μακριά κατάφερα να τις φτάσω. Σε ένα ασφάλτινο γήπεδο μπάσκετ, στο Φάληρο, ξημερώματα, στην αυλή ενός σχολείου που είχε κατάληψη.

Μετά τις εφηβικές μου μεγαλειώδεις ποδοσφαιρικές εμφανίσεις με τη φανέλα του Α.Ο.Ν.Κ. στο χωριό, όπου ξεκίνησα ως σέντερ φορ, συνέχισα ως «εφτάρι», με γύρισαν σέντερ μπακ και, εν τέλει, τερματοφύλακα, όπου ως γνωστόν απέτυχα παρά το τεράστιο ταλέντο μου επειδή αρνιόμουν να κόψω τη φράντζα του μέταλ και στις εξόδους δεν έβλεπα την μπάλα, συνέχισα ως επίδοξος σωτήρας του βολεϊκού ΠΑΟΚ με προπονήσεις στον Αστέρα Καβάλας. «Ο επόμενος Αμαριανάκης», έλεγαν όλοι οι προπονητές. Έβλεπαν το 1,88 από τη Γ’ Γυμνασίου, το αθλητικό μου κορμί που ασφυκτιούσε μέσα στους σωλήνες και τις νεκροκεφαλές, τα τεράστια χέρια μου και το άλμα, που είχα μεγάλη έφεση στο πήδημα από μικρός και έτριβαν τα χέρια τους, ειδικά τον χειμώνα που κάναμε προπονήσεις χωρίς θέρμανση, για να ζεσταθούν. Τόσο πολύ με πίστευαν που μου πλήρωναν τα εισιτήρια του ΚΤΕΛ, δηλαδή πήγαινα τα αποκόμματα και μου έδιναν χρήματα, κάτι βγήκε, κουτσά-στραβά, μισό πλήρωνα, ολόκληρα τους πήγαινα, δύο προπονήσεις την εβδομάδα είχαμε, δεκαοχτώ πηγαινέλα τον μήνα τους πήγαινα, κάποια στιγμή στράβωσε ο γέρος μου και μου είπε «από το βόλεϊ πλούσιος δεν έγινε κανείς, κόψε τις προπονήσεις και κάτσε λίγο στο μαγαζί, να μάθεις τη δουλειά που αύριο μεθαύριο δικό σου θα είναι». Παρά τις δεκάδες ανακρίβειες της συγκεκριμένης φράσης, δεν θα επεκταθώ.

Εκεί, όμως, που είχα το μεγαλύτερο των ταλέντων, επειδή είχα (και έχω) πολλά, ήταν, φυσικά, η καλαθοσφαίριση. Στο χωριό ήμουν πεντάρι κλασικό, επειδή πιο ψηλό δεν είχε από μένα, άσε που κάρφωνα άνετα και με διάφορους τρόπους στη ρόδα που είχαμε καρφωμένη στο στύλο της ΔΕΗ, αλλά στην Καβάλα είχε και πιο ψηλούς, οπότε η θέση μου κατέβαινε σε αντίστροφη μέτρηση: Τεσσάρι, τριάρι, δυάρι, άσος, με την υποσημείωση πως όταν έπαιζα δυάρι σούταρε άλλος και όταν έπαιζα άσος κατέβαζε την μπάλα άλλος. Χαΐρι δεν είχε, κυρίως επειδή όλοι περίμεναν να ψηλώσω κι άλλο, σου λέει κοντά ένα και ενενήντα είναι ο πιτσιρικάς με κλεισμένα δεκατέσσερα χρόνια, στα δεκαοκτώ του θα έχει πιάσει τα δύο και δέκα. Αλλά εκεί κάπου στα μέσα της Τρίτης Γυμνασίου σταμάτησε η ανάπτυξη απότομα. Δεν ξέρω γιατί, δεν είχε προοδεύσει ακόμα η Επιστήμη το 1989 ούτε είχε Μανούλες Του Facebook να ρωτήσει η μάνα μου ποιο μαντζούνι πρέπει να τρίψει και να μου δώσει μαζί με διαβασμένο νερό ή ευλογημένο σαλέπι ή ό,τι άλλο επιτάσσει η σοφή λαϊκή παράδοση. Το γεγονός πως εκείνη ακριβώς την περίοδο ξεκίνησα τις εκδρομές με τον ΠΑΟΚ προφανώς και αποτελεί σύμπτωση, αν και πολλές φορές έχω αναρωτηθεί μήπως σταμάτησα να ψηλώνω από φυσική επιλογή, για να μη με ξεχωρίζουν με τη μία οι μπάτσοι στο πλήθος ή να μη χτυπάω το κεφάλι στην είσοδο του πούλμαν ή να μην ενοχλώ τους από πίσω στο κάγκελο, που ήδη με το τρέχον ύψος φωνάζανε κάτσε κάτω ρε χτικιάρη ψηλέ ε ρε πούστη τι μας έτυχε σήμερα με τον μαλάκα που κάθισε μπάστακας και χοροπηδάει γαμώ την γκαντεμιά μας δεν παίζει που δεν παίζει ο ΠΑΟΚ έχουμε κι αυτόνανε τώρα να μας κόβει τη θέα.

Δεν ψήλωνα, λοιπόν, άρα θα έπρεπε να μάθω καλύτερο μπάσκετ αν ήθελα να κάνω καριέρα, εφόσον οι μόνοι που επιτρέπεται να κονομάνε χωρίς να ξέρουνε μπάσκετ είναι οι πολύ ψηλοί, όπως ήδη γνώριζα παρακολουθώντας και ξεσηκώνοντας τις κινήσεις του πολύ ψηλού του ΠΑΟΚ, δηλαδή του Φασούλα. Αλλά για να βελτιωθώ θα έπρεπε να πηγαίνω προπονήσεις στον Αστέρα Καβάλας του μπάσκετ, όπου για δύο βασικούς λόγους προτιμούσα να το αποφύγω: Από τη μία δεν ήθελα να συναντηθώ με αυτούς του βόλεϊ, για άλλους δύο λόγους και αυτούς, συνεπώς εδώ ανοίγουμε άλλη δυάδα στη δυάδα που αναλύουμε και σημειώνουμε πως οι δύο λόγοι (που δεν ήθελα να συναντηθώ με τους βολεϊκούς) ήταν αφενός επειδή πάντα είχα το άγχος πως θα μου ζητήσουν πίσω τα λεφτά για τα εισιτήρια που τους κορόιδευα πόσους μήνες και αφετέρου λόγω της ασυνέπειάς μου να τους παρατήσω και να κόψω την ενασχόληση με το άθλημα χωρίς να ενημερώσω κανέναν -απλώς μια μέρα έκατσα στο προποτζήδικο και δεν ξαναπήγα στο βόλεϊ. Δηλαδή αν ο προπονητής μου είχε οργανώσει ολόκληρο πλάνο βασισμένο στις τεράστιες αλτικές μου ικανότητες ως διαγώνιος, του είχα καταστρέψει όλη τη χρονιά. Ο άλλος λόγος (από τους δύο λόγους που δεν ήθελα να πάω προπονήσεις στο μπάσκετ) ήταν πως προπονητής του Αστέρα ήταν ο πατέρας μιας πρώην μου και δεν ήταν καιρός να τον ξαναδώ, αλλά κυρίως να του παραδώσω οικειοθελώς το κορμί μου να το κάνει ό,τι θέλει και να με λιώσει στις κάμψεις και τα σπριντ μέχρι να πω «έλεος», αν η κόρη του τον είχε ενημερώσει για κάποιες μικρολεπτομέρειες της σχέσης μας που δεν είναι για να γράφονται. Άρα, πάει και το μπάσκετ.

Και βρέθηκα, εκεί που δεν ήξερα σε ποιο από τα δημοφιλή σπορ να κάνω καριέρα και να γίνω πολυεκατομμυριούχος αρχηγός και πολυπρωταθλητής με τον ΠΑΟΚ, να κάνω σπουδαία καριέρα ως φωνακλάς του πετάλου. Κάτι που σαφώς με ικανοποιούσε και με ικανοποιεί περισσότερο, αλλά από επαγγελματικής άποψης μάλλον δεν έκανα την καλύτερη επιλογή. Όπως είχε πει και η Άννα, στην ιστορική της ατάκα όταν πίναμε σε ένα μπαρ με φίλους από δύο μουσικές μπάντες, όταν κάποιος ρωτούσε τι είναι ο καθένας και απαντούσαν όλοι με τη σειρά «τραγουδιστής», «μπασίστας», «κιθαρίστας», «ντράμερ», έφτασε στην Άννα, τη ρώτησε «εσείς παίζετε κάποιο όργανο ή τραγουδάτε» και η Άννα του απάντησε «κάποιος πρέπει να τους ακούει όλους αυτούς, δεν μπορεί όλοι να είμαστε μουσικοί».

Αλλά με τον Γου ξαναθυμήθηκα το μεγάλο μου κόλλημα με το μπάσκετ -αν και αυτός είχε μεγαλύτερο, κάτι λογικό επειδή είναι σκουλήκι. Περνούσαμε το καλοκαίρι μετά την Τρίτη Λυκείου και το μόνο πράγμα που τον άκουγες να λέει ήταν «η φοιτητική ζωή στη Θεσσαλονίκη». Εγώ με την Άννα είχαμε περάσει ΤΕΙ και θα μετακομίζαμε τον Οκτώβριο, αυτός θα πήγαινε έτσι, «να βρει μια δουλειά», να μείνει στην πόλη των ονείρων μας και να είναι κοντά στο Αλεξάνδρειο και το Χαριλάου, αλλά, δεν ξέρω γιατί, όλο αυτό το αποκαλούσε ως «φοιτητική ζωή». «Μαλάκα, ευκαιρία είναι να κάνουμε νέα αρχή στην καριέρα μας», έλεγε συνέχεια ο Γου, ο οποίος φαντασιωνόταν μεγαλεία, πίστευε πως ήμασταν τα μεγάλα ταλέντα από την επαρχιακή πόλη που θα ανακάλυπταν οι μανατζαραίοι και θα φτάναμε μια μέρα να παίζουμε τελικό ΠΑΟΚ-Άρης με αρχηγούς εμάς τους δύο και όσο έκανε τη διήγηση του μέλλοντός μας θυμάμαι που την πλαισίωνε με ηχητικά εφέ, δηλαδή «θα παίζουμε στο Παλέ και ο κόσμος φχφχχφααφχφχα, θα κάνω το λέι-απ με τη λήξη και χοοαααφφφχαααχαα» και κάπως έτσι, δεν μπορώ να το μεταφέρω ακριβώς πώς το έλεγε, πάντως έκανε μίμηση του κόσμου, ο οποίος κόσμος ακουγόταν ως «φχφχφχααχφαχαα» για κάποιο λόγο στο μυαλό του.

Το πιο χαρακτηριστικό της σκουληκιάρικης μιζέριας του που θυμάμαι ήταν πως, αν και ήμασταν πολύ φτωχοί και οι δύο, αυτός είχε φτάσει σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, όπως «θα κάνουνε όλοι ντους μετά την προπόνηση και το δικό μας σαμπουάν θα έχει τελειώσει και δεν θα έχουμε φράγκο να πάρουμε άλλο και θα ακούγεται ένα «πφφφπφφφ» από το άδειο μπουκάλι και θα το πατάμε στον πάτο να βγάλει μια σταγόνα «πατπατπατ» και θα γινόμαστε ρεζίλι». Τώρα που το σκέφτομαι, ήταν ηχητικός τύπος ο Γου. Αλλά όταν φτάσαμε, τελικά, στην πόλη, αποφάσισε πως «τον πρώτο χρόνο λέω να δουλέψουμε τις αδυναμίες μας και να πάμε στη ΧΑΝΘ έτοιμοι, όχι ακατέργαστα ταλέντα, να παίξουμε ένα χρόνο εκεί και μετά μας δίνουν μεταγραφή σε Άρη και ΠΑΟΚ». Όλα αυτά τα έλεγε και τα πίστευε, εγώ τον ακολουθούσα, τι να κάνω, βαριόμουν όλη μέρα στο σπίτι που η σχολή ξεκινούσε τον Μάρτιο κι εμείς είχαμε μετακομίσει απ’ το Φθινόπωρο στην πόλη. Συνεπώς, ο Γου αποφάσισε να κάνουμε καθημερινές προπονήσεις στο Ποσειδώνειο. Αλλά επειδή μας έπεφτε μακριά, είχαν αρχίσει και τα κρύα, το άλλαξε λίγο μετά και θα πηγαίναμε στο γηπεδάκι στη Βόγα, που ήταν εκατό μέτρα από το σπίτι της ξαδέρφης του με τη μαγική τηλεόραση και πέντε χιλιόμετρα από το δικό μου, άρα για τη σκουληκιάρικη λογική κάπου στη μέση. Πήγαμε ένα πρωί, ήταν γεμάτο. Πήγαμε το μεσημέρι, ξεχείλιζε από κόσμο. Πήγαμε απόγευμα, παίζανε μπάλα μέσα στο γήπεδο του μπάσκετ. «Λοιπόν, θα ερχόμαστε νύχτα, να είμαστε μόνοι μας».

Η πρώτη μας επίσκεψη έγινε τρεις το πρωί. Καύλα. Φωτισμένο το γηπεδάκι, ησυχία, εγώ, ο Γου και μια μπάλα. Κάναμε γύρους, κάναμε διατάσεις, κάναμε κάτι ασκησούλες που είχε ξεσηκώσει από τον γυμναστή του Λάζαρου Λέσιτς επειδή πήγαινε και στις προπονήσεις του Άρη κάποια περίοδο, ξεκινήσαμε το πρώτο ιστορικό μας μονό στη μεγάλη πόλη. Το «μονό» ήταν πάντα το ίδιο: Παίζαμε στα 100, μετρούσαν δίποντα, τρίποντα, βολές και είχαμε και «εσκεμμένα», δηλαδή δεν μπορούσες να τραβήξεις φανέλα ή να χτυπήσεις επίτηδες, έπαιρνε ο αντίπαλος δύο βολές και την μπάλα δική του. Δε θυμάμαι πόση ώρα κράτησε αυτή η πρώτη φορά, αλλά λίγο μετά την έναρξη βγήκε ένας τύπος στο μπαλκόνι και πολύ ευγενικά μας ειδοποίησε πως βρε άντε γαμηθείτε από ‘δώ ρε μαλακισμένα βραδιάτικα τι μπαγλαμάδες είστε εσείς γαμώ την πουτάνα μου πλάκα μας κάνετε τέσσερις το πρωί μας ξυπνάτε με τα ντάμπα ντούμπα τώρα σας σηκώθηκε να παίξετε μπάσκετ άντε μην κατεβώ κάτω και σας γαμήσω τα πάντα τώρα, κάτι τέτοιο μας είπε, δε δώσαμε πολλή σημασία στο περιεχόμενο των λόγων του αλλά προτιμήσαμε να συνεχίσουμε τη βραδιά στο μπουγατσατζίδικο στην Όλγας, εκεί κοντά στην Μπότσαρη, δίπλα στα ηλεκτρονικά που την πέφταμε όλη την υπόλοιπη μέρα ως να βραδιάσει, να ξημερώσει και να πάμε για μπάσκετ.

Όχι πως μασήσαμε από τον κομπλεξικό που δήθεν ενοχλήθηκε επειδή δύο τύποι αθλούνταν μέσα στη νύχτα, δηλαδή από τη μία να στηρίξουμε τον αθλητισμό και από την άλλη να βάζουμε εμπόδια στους νέους που αθλούνται, αλλά την ψάξαμε για άλλο γήπεδο. Και το βρήκαμε, αρκετά πιο κάτω, στο σχολείο στο Φάληρο, δίπλα στο Ναταλί, που τώρα είναι το 1ο Λύκειο Θεσσαλονίκης. Και τότε μπορεί να ήταν το 1ο Λύκειο Θεσσαλονίκης, αλλά με τον Καποδίστρια στα σχολεία ποιος να είναι σίγουρος, οπότε κρατάω αυτή την πισινή στη διήγηση για να μην έχουμε ιστορικές ανακολουθίες. Το χαλβαδιάζαμε στη βόλτα που κάναμε το απόγευμα, εδώ είναι, τέλειο, σ’ αυτό το γηπεδάκι θα φτιάξουμε την καριέρα μας. Και περιμέναμε να νυχτώσει, βάλαμε και ξυπνητήρι στη μαγική τηλεόραση της ξαδέρφης του, που έγραφες ώρα και άνοιγε, άκου τώρα, άνοιγε την ώρα που ήθελες στο MTV και ξυπνούσες με Όφσπρινγκ, τι γαμάτη φάση, όλη μέρα αυτό κάναμε, την κλείναμε, βάζαμε ξυπνητήρι σε δέκα λεπτά και στοιχηματίζαμε σε ποιο τραγούδι θα άνοιγε: Έις Οφ Μπέις, Μαράια Κάρεϊ, Μπράιαν Άνταμς, τέτοια.

Πηδάμε τα κάγκελα, μπαίνουμε στον αυλόγυρο. Αρχίζουμε την προθέρμανση, κάνουμε τα πρώτα σουτάκια, ζεσταινόμαστε για τα καλά και μας την πέφτουν, ουρλιάζοντας, καμιά δεκαριά τύποι μέσα στη νύχτα. «Φασίστες, ρουφιάνοι, ασφαλίτες» και τέτοια. Εγώ, ας πούμε, με αθλητικό σώβρακο, αμάνικο, κάλτσα με ρίγα ως το γόνατο και σπορτέξ, ο Γιάννης με το ίδιο συνολάκι σε πιο κιτρινωπή απόχρωση συν λάστιχο στο μαλλί, επειδή ήθελε να μοιάζει στον Μπράιαν Άνταμς και για κάποιο λόγο πίστευε πως το λάστιχο τον έκανε πιο Καναδό. Φτάνουν δίπλα μας οι εξοργισμένοι, κοντοστέκονται, μας κοιτάζουν, τους κοιτάζουμε. Τι έγινε, ρε παλικάρια, εμάς βρίζετε; «Τι κάνετε εδώ τέτοια ώρα», φώναξε ο πιο άγριος, που σήμερα στάνταρ θα είναι πρόεδρος κάποιας σοβαρής συνδικαλιστικής παράταξης. «Γιατί μπήκατε στην κατάληψη, είστε ασφαλίτες, ρε»; Ξανακοιτάζω πώς είμαι, τους κοιτάζω με βλέμμα «κοιτάξτε πώς είμαι», αυτοί κοιτάζουν πώς είμαι, μετά κάνουν το ίδιο και στον Γου, κοιτιούνται και μεταξύ τους. Χαλαρώνουν. Ρε παιδιά, μπάσκετ ήρθαμε να παίξουμε, κι εμείς στο σχολείο καταλήψεις κάναμε, αλλά τώρα είμαστε στα ΤΕΙ, θα κάνουμε καταλήψεις εκεί όταν πάμε, είμαστε στο δεύτερο εξάμηνο, άρχισα να εξηγώ πάνω-κάτω την κατάστασή μας. «Εντάξει, δικοί μας είναι», είπαν και ξαναγύρισαν στο σχολείο. Μέσα στη νύχτα, είδαμε μετά τα πανιά που είχαν σηκώσει. Γαμήθηκε η προθέρμανση, ξαναρχίσαμε τους γύρους και τις διατάσεις.

Με τον Γου είχαμε παίξει πολλά μονά. Άλλοτε κέρδιζε, άλλοτε κέρδιζα, δεν μπορούσες να πεις ποιος ήταν ο πιο καλός. Αυτός ήταν χεράς και τα έβαζε από μακριά, εγώ ήμουν ελαφρώς πιο ψηλός και τα έβαζα από κοντά. Αυτός δεν κάπνιζε άρα είχε καλύτερη φυσική κατάσταση, εγώ ήμουν του πλάνου και της τακτικής άρα είχα καλύτερη πνευματική λειτουργία. Είχαμε ισορροπία, ήταν θέμα βραδιάς -κυριολεκτικά «βραδιάς», αφού πάντα παίζαμε νύχτα. Αλλά στην Καβάλα έπαιζες στο Πάρκο, δεν ενοχλούσες κανέναν, εδώ στην πόλη δε μας άφηναν στην ησυχία μας, μια από τα μπαλκόνια, μια από τις καταλήψεις, ο αθλητισμός περνούσε άγριες διώξεις από την τοπική κοινωνία. Τα συνήθη σκορ ήταν, ας πούμε, 100-94, 88-100, τέτοια, κοντά ήμασταν πάντα στα ματς, δεν είχε μεγάλες ξεφτίλες.

Και φτάσαμε εκείνη τη νύχτα στο Φάληρο, που τη θυμάμαι σαν χτες και δεν θα την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, πού ούτε ο Γου θα την ξεχάσει κι ας προσποιηθεί πως δεν τη θυμάται αν τον ρωτήσεις σήμερα, τσεκαρισμένο, όπως δεν θυμάται τον ημιτελικό της Λαμίας και το σπίτι μας που το είχε στολίσει κατακίτρινο το μισό και είχε υποσχεθεί να πετάξει στα σκουπίδια τα πάντα αν έχανε ο Άρης, τα κασκόλ του, τα πανιά, τα μπαλόνια και τα χαρτάκια. Του έχει ανοίξει ο κώλος, τα βάζει από παντού, με έχει ξεσκίσει και έχει φτάσει στο 98-70, δηλαδή θέλει δυο πόντους για να πάρει τη μεγαλύτερη νίκη της μεταξύ μας ιστορίας και να με πρήζει για χρόνια. Είχε ήδη ανοίξει το στοματάκι του και κορόιδευε, τι παίζω μαζί σου, αντί να βελτιώνομαι με τραβάς στο επίπεδό σου και τέτοια. Βαριόμουν, είχα σχεδόν καταρρεύσει, από τη μία που την έσπαγε που έχανα, από την άλλη παρακαλούσα να βάλει και το τελευταίο, να πάμε σπίτια μας να ξεκουραστώ. Αλλά κάτι είπε, κάτι που δε θυμάμαι αλλά είχε να κάνει με σύγκριση Γκάλη και Πρέλεβιτς, κάτι υποτιμητικό για τον Μπάνε. Ανατρίχιασα. Αναποδογύρισαν τα μέσα μου, έγινα άλλος άνθρωπος. «Θα χάσεις, ρε πούστη». Γελούσε. Συνέχιζε να ντριμπλάρει και να γελάει με τη δήλωση. Και πήγε στο τρίποντο, να κερδίσει με 101, να ανοίξει τη διαφορά όσο πάει, να την κάνει 31 πόντους και να με δουλεύει για μια ζωή. Βρήκε σίδερο, πήρα το ριμπάουντ, ετοιμάστηκα για την επίθεση. «Άμα χάσω τέτοιο ματς από σένα, δεν ξαναπαίζω μπάσκετ στη ζωή μου», είπε ο Γου. Και συνέχισε να γελάει.

Το γέλιο του κόπηκε κάπου στο 98-90. Ως εκεί συνέχιζε να σουτάρει άνετος τρίποντα κι εγώ συνέχιζα να τον αφήνω αμαρκάριστο επίτηδες για να τα ρίχνει από όσο πιο μακριά γίνεται. Φυσικά, το υβρεολόγιο πήγαινε μυδράλιο, τον είχα σκίσει με ό,τι υποτιμητικό έβρισκα για τον Άρη, τον Γκάλη που ήταν η μεγάλη του αγάπη, τον Πετσάρσκι, τον Μισούνοφ, τον Ουίλτζερ, την Τζένη, τη Μαρινέλλα, τα πάντα. Έκανε, το μαλακισμένο, τη βρόμικη κίνηση να κόψει προς τα μέσα και τόλμησε μπάσιμο. Πρόλαβα να του κάνω φάουλ πριν το λέι-απ που θα του έδινε τη νίκη με την κατοστάρα. Έβαλε τη μία βολή, το πήγε στο 99-90. Μετά, έφαγε πέντε συνεχόμενα καλάθια και έχασε 99-100. Του είχα κάνει σερί 30-1, του είχα βάλει όλα τα σουτ κάτω από το καλάθι και από ένα σημείο και μετά είχε αρχίσει να με χτυπάει για να παίρνω καλάθι και φάουλ, μπας και χάσω τη βολή, να πάρει αυτός το ριμπάουντ και την επίθεση. Αλλά τέτοιο πράμα δεν είχε ξανασυμβεί στην παγκόσμια ιστορία του μπάσκετ, ίσως επειδή στο κανονικό μπάσκετ τα παιχνίδια δε λήγουν στα 100, αλλά, τέλος πάντων, νίκη με 99-100 από 98-70 και 99-90 δεν έχει πάρει κανείς.

Από τότε, από τον χειμώνα του 1994-1995, ο Γου δεν έχει ξανακουμπήσει μπάλα του μπάσκετ, εφόσον φοράει παντελόνια και τιμά τον λόγο του. Αν το έχει κάνει εν αγνοία μου, θα έχει παραβεί την υπόσχεση που είχε δώσει πως «άμα χάσει τέτοιο ματς δεν θα ξαναπαίξει ποτέ». Το 99-100, η ταπείνωσή του στον ημιτελικό της Λαμίας λίγους μήνες αργότερα που μας είχε ζαλίσει εντελώς τα παπάρια στο σπίτι που το είχε μετατρέψει σε γήπεδο αλλά και τα ΠΑΟΚ-Άρης που όσα είδαμε μαζί τα έχασε επειδή του έκατσε, του καψερού, να μετακομίσει Θεσσαλονίκη πάνω που ο Άρης έγινε κομπάρσος στην Α1 κι εγώ με την Άννα τον κοροϊδεύαμε από την απέναντι κερκίδα που όλο τον εντοπίζαμε επειδή πήγαινε πρώτη μούρη με τα αρηολέ, όλα αυτά ήταν η αιτία που χάθηκε ο Γου από τη ζωή μου, δεν κάνουμε άλλο παρέα, έχω να πιω καφέ μαζί του σχεδόν μια εικοσαετία. Η μοναδική φορά που τον είδαμε από τότε, πώς έτυχε κιόλας, ήταν το 2004, στο γάμο μας, στην Καβάλα, που βγήκαμε από το Δημαρχείο για μια αναμνηστική φωτογραφία και περνούσε απ’ έξω με μια τσάντα στον ώμο, τον είδαμε, τον φωνάξαμε, του είπαμε πως μόλις παντρευτήκαμε, χάρηκε που μας είδε, αλλά μόλις τον ρώτησα «κάνα μπάσκετ παίζεις» είπε πως έχει κάποια δουλειά και μας καληνύχτισε.

Τάμα

Τάμα

Μεγάλωσα σε θρησκευόμενο χωριό. Ή, τέλος πάντων, σε χωριό όπου η θρησκεία έπαιζε μεγάλο ρόλο στην κα ...

Read more
Ύαινες

Ύαινες

Το πρώτο ποστ στη σελίδα μου, μόλις ανακοινώθηκε πως ο Άγγελος Αναστασιάδης αναλαμβάνει τον ΠΑΟΚ, ήτ ...

Read more
Ψυχοπαθής

Ψυχοπαθής

Από το πρώτο βράδυ πο&upsi ...

Read more
Η Ζωή Μετά (2001)

Η Ζωή Μετά (2001)

Επτά ποδοσφαιριστέ&s ...

Read more
0022

0022

Όποτε τον άκουγα να ...

Read more
Ζούκοφ

Ζούκοφ

Τούτος εδώ είναι ο Νικόλας ο Τόσκας. Η κορυφή στην ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη της Ε ...

Read more
Έμπολα

Έμπολα

Σπάνια υποστηρίζω μία ελληνική ομάδα εναντίον άλλης, όταν δεν εμπλέκεται το συμφέρον του ΠΑΟΚ. Συνήθ ...

Read more
Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η εξή&si ...

Read more
Αντίδραση

Αντίδραση

Ο κλασικός οδηγός του πούλμαν των εκδρομών δεν μπορούσε να μας πάει Θεσσαλονίκη, λόγω ενός νομικού θ ...

Read more
Όργανο

Όργανο

Στον τελικό του 2003 είχε πάρει φωτιά το μπατζάκι ενός Οργάνου της Τάξεως. Όποιος ήταν μέσα θα το ...

Read more
Περηφάνια

Περηφάνια

Πλησιάζει η επίσημη αγωνιστική περίοδος, αρχίζει σιγά σιγά και η φθινοπωρινή περίοδος της κωλοτούμπα ...

Read more
Μετανάστης

Μετανάστης

Μεγάλη κωλομέρα η χθεσινή. Αποχαιρέτησα τον καλύτερο φίλο μου, που έφυγε για την ξενιτιά. Πρώτη φορά ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.