Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

11062819 859757744070544 6244883520212793352 nΌποτε με ρίχνει κάτι ασπρόμαυρο, θυμάμαι την πιο συγκινητική στιγμή της ζωής μου στα κάγκελα.

Το πιο δυνατό συναίσθημα που μου έχει δώσει αυτή η παράνοια στα 40 μου χρόνια.

Δεν ήταν ούτε γκολ, ούτε τρίποντο, ούτε τίτλος, ούτε ντου, ούτε κάτι σχετικό με κάποιο ματς. Έτυχε. Σε όλους τυχαίνει, υποθέτω, μια στιγμή από το πουθενά, που λυγίζεις, κλαις σα μωρό, τρέμεις, δεν μπορείς να συνέρθεις. Και, το κυριότερο, μήτε να την περιγράψεις μπορείς, μήτε να τη μεταδώσεις στο ελάχιστο. Είναι δική σου. Μόνο δική σου. Δε σου την παίρνει κανείς και δεν μπορείς να τη δώσεις σε κανένα.

Εμένα μου ‘τυχε στο ΣΕΦ, στην εκδρομή του ‘94. Τη σωματική και ψυχική μου κατάσταση, φυσικά, μόνο όποιος ήταν εκεί μπορεί κάπως να την καταλάβει. Τα πιο πολλά είναι γνωστά, εκδρομή, Κηφισιά, τρένο, Ομόνοια, πεσίματα, τζάμια, Πειραιώς, μπάτσοι, βρύσες, ντουβάρια, καρέκλες, φωτοβολίδες. Τελείωνε το ματς, οι γαύροι είχαν αφηνιάσει, έτσι ο Πειραιάς, αλλιώς ο Πειραιάς, είχαμε αποδεχτεί την ήττα, τόσος κόπος και να μην πάρουμε το διπλό, σκεφτόμουν πως έχουμε τώρα και την έξοδο, πάλι σώμα με σώμα με τις διμοιρίες, πάλι τα ντακα-ντούκα στο τρένο κάθε μισό λεπτό, άλλη μια νύχτα στο δρόμο κι ούτε νερό δε θα πιούμε, μετά οτοστόπ ξημερώματα να πάω σχολείο, θα αγχώνονταν κι οι δικοί μου με όσα έγιναν και ποιος ξέρει τι άλλο θα έγινε κι εγώ δε θα το πήρα χαμπάρι, τέλος πάντων, μεγάλο φόρτωμα. Κι εκεί που τα σκεφτόμουν, βλέπω δίπλα μου τη μάνα με τα δύο αγοράκια που ετοιμάζονταν κι αυτοί για την αποχώρηση. Κι εκεί έπεσα κάτω. Με σέρνανε μετά οι δικοί μου, τι ήπιες, ρε μαλάκα; Τίποτα δεν ήπια. Δεν ξέρω τι έπαθα, κατέρρευσα.

Ακόμα δεν έμαθα ποια ήταν εκείνη η μάνα. Την είχα δει στην Τούμπα, στη Λιβαδειά, στη Φιλαδέλφεια, στο Καραϊσκάκη, παντού, όπου πήγαινα εκδρομή ήταν αυτή η γυναίκα με δύο αγοράκια μαζί. Με κασκόλ, κι αυτή και τα παιδιά, τους άφηνε λίγο μπροστά της να εκτονώνονται κι αυτή απλώς εκεί. Δε φώναζε, δε χειροκροτούσε, δε μιλούσε, την έπιανε το μάτι μου κάθε φορά λίγο πιο ‘δώ ή λίγο πιο ‘κεί, κάπως μελαγχολική, δεν έχανε τα παιδιά από το οπτικό της πεδίο. Ενδεχομένως να πρόκειται για γνωστή ιστορία που εμένα μου ξέφυγε και πιθανό οι πιο πολλοί της εποχής να ξέρουν για ποια μιλάω, αλλά το γεγονός πως δεν τη γνώρισα τη μυθοποιεί πιο πολύ στο μυαλό μου, οπότε δε με χαλάει η άγνοια. Μια φορά ρώτησα, κάποιος είπε «ναι, ρε, η Αθηναία, παντού πάει αυτή» και ως εδώ φτάνουν οι γνώσεις μου για το θέμα.

Εκεί λίγο πριν λήξει το παιχνίδι στο Φάληρο, στεκόμουν και μάζευα τα κομμάτια μου και σκεφτόμουν το μετά, τα πώς και τα γιατί. Και βλέπω αυτήν πλάι μου, σκυμμένη, ο ένας γιος της είχε κατεβάσει το παντελόνι και του τύλιγε το κασκόλ στο πόδι κι ο άλλος περίμενε δίπλα τη σειρά του. Από το μπούτι του ως τη γάμπα. Το τύλιξε, ανέβασε το παντελόνι του και έπιασε και τον άλλο, η ίδια διαδικασία. Τους κοίταξε όπως μόνο μια μάνα κοιτάζει τους γιους της, σιγουρεύτηκε πως δε φαίνεται τίποτα και τους είπε «πάμε». Κι έφυγαν, πριν τελειώσει το ματς.

Σήμερα, που όλη η μέρα είναι σκοτεινή, πάλι αυτή σκέφτομαι. Παίζει και να έγιναν στο μυαλό μου όλα αυτά, ίσως και να συνέβησαν στ’ αλήθεια, δεν έχει σημασία. Και πώς να το μεταδώσω, πραγματικά δε γίνεται. Αλλά με τις λέξεις, μόνο αυτά μπορώ να σας πω.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB