Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

livtabΌταν είπε «ορμάμε, όσες δώσουμε κι όσες φάμε» το μόνο που σκέφτηκα ήταν πως δεν είχα τελειώσει τα σουβλάκια και καλό θα ήταν να τους ορμήσουμε σε κάνα δεκάλεπτο. Το θυμάμαι χαρακτηριστικά, οι δυο τους έκαναν παπάρες στη σαλάτα με το ψωμί, λες και δεν είχε ντομάτες η Θεσσαλονίκη, εγώ κατάπινα τα σουβλάκια που σ’ εκείνη την ταβέρνα τα λέγανε «καλαμάκια» και ευχαριστούσα την τύχη μου να πάω για φαγητό με τέτοια κορόιδα. Τόσο κορόιδα που, κάποια στιγμή, αντί για περισσότερα σουβλάκια είχαν παραγγείλει δεύτερη χωριάτικη. Στη Λιβαδειά, ρε φίλε, στο κορυφαίο σουβλακοχώρι του κόσμου έτρωγαν ψωμί με αγγουράκια, κρεμμύδια και ζουμί από ντομάτες.

Ήταν το βράδυ μετά την αμήχανη αλλά καθοριστική στιγμή έξω από το γήπεδο της πόλης που ένιωσα πιο γίγαντας από ποτέ ως οπαδός του ΠΑΟΚ. Δεν ξεπερνιέται εκείνο το συναίσθημα, μεγάλη τύχη να ζήσεις τέτοιο συμβάν. Καθόμουν στο κρύο, τυλιγμένος στο λαιμό με το ασπρόμαυρο κασκόλ, ακουμπισμένος στα κάγκελα του νεκροταφείου μόνος μέσα στο σκοτάδι, περιμένοντας το αυτοκίνητο με τους άλλους δύο για την επιστροφή. Εμφανίστηκε από αριστερά ένας τύπος που κρατούσε το παιδάκι του από το χέρι, δέκα χρονών, κάπου εκεί. Κοντοστάθηκαν λίγα μέτρα πριν με πλησιάσουν. Αρχικά δεν το κατάλαβα, αλλά μετά σκέφτηκα τι έβλεπαν αυτοί: Έναν τύπο 1,88, πάνω από ενενήντα κιλά, συν τα ρούχα και το χοντρό μπουφάν, συν τα μούσια και τη μοϊκάνα, να φυλάει τα μνήματα.

«Ήθελε να δει από κοντά έναν Παοκτσή». Αυτό μου είπε ο πατέρας. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Στο αυτοκίνητο που το αναλύαμε καταλήξαμε πως ο μπαμπάς ήταν σαράντα κάτι, άρα όταν ήταν πιτσιρικάς είχε ζήσει τις ασπρόμαυρες στρατιές με τους κάγκουρες που έκαναν αποβάσεις στην πόλη του, οπότε ποιος ξέρει τι ιστορίες θα έχει πει στον κανακάρη του για τους Παοκτσήδες που ήθελε ο μικρός να δει έναν από κοντά, λες και είμαστε αξιοθέατο. Δε μίλησε ο πιτσιρίκος, με κοιτούσε σα να έβλεπε ζώο σε τσίρκο. Είπαμε για τον καιρό, κάναμε κόντρα στο κρύο ανάμεσα στις πόλεις μας, ήρθαν οι άλλοι και φύγαμε.

Αλλά οι άλλοι πεινούσαν. Πάμε στην πλατεία, μπαίνουμε συστημένοι στο «καλύτερο μαγαζί της πόλης», όπως τους είχαν πει πριν με συναντήσουν. Δεν είχα ξαναπάει εκεί, αλλά βρήκαμε κάτι παράγοντες του Λεβαδειακού, συνεπώς θεωρήσαμε πως για να τρώνε εκεί οι συνεργάτες του Κομπότη όντως θα είναι ποιότητα το μέρος και κάτσαμε. Πήγα για τσιγάρα και μέχρι να γυρίσω οι άλλοι είχαν παραγγείλει, αλλά ο ένας από τους δύο δεν ήταν καλά. Είχε ήδη φορτώσει. «Τι έπαθες, ρε μαλάκα»; Και χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του σ’ εμένα ψιθύρισε «κάποιον θα σπάσω απόψε».

Αυτός ο ένας είναι, να το θέσω διακριτικά με ένα στερεότυπο, «άνθρωπος με εκρηκτικό ταμπεραμέντο». Το πρόβλημα ήταν πως, ταυτόχρονα, είναι γνωστή μούρη από την τηλεόραση και ειδικότερα γνωστός Παοκτσής σε όποιον παρακολουθεί ποδόσφαιρο. Άρα δε χωρούσε αμφιβολία πως τον είχαν αναγνωρίσει και πως, όντως, δεν ήταν υπερβολικός όταν ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι πως «όλοι τον καρφώνουν με τα μάτια και πάνε γυρεύοντας για καυγά». Εμείς καθισμένοι στην είσοδο του μαγαζιού, τρία τραπέζια με δέκα-δεκαπέντε πελάτες στο βάθος όλοι να μας κοιτάζουν. Αδιάκοπα. Δεν είχα ξαναζήσει τέτοιο πράμα, ήταν λες και είχαν καθίσει περιμετρικά απέναντί μας απλώς για να μας βλέπουν να τρώμε. Κι εγώ, που είμαι παράγοντας σταθερότητας και δε μαλώνω με το παραμικρό, αναγκάστηκα να παραδεχτώ πως «ναι, κάτι παίζει, προφανώς σε έχουν αναγνωρίσει και μας κάνουν σπάσιμο επειδή είμαστε Παοκτσήδες».

Αρχικά, αν και με πολύ κόπο, δώσαμε τόπο στην οργή και αρχίσαμε το φαγητό. Ο διάσημος εκρηκτικός της παρέας έτρωγε, μεν, αλλά μασούσε έτσι κάπως απειλητικά, κοιτώντας προς το πλήθος που συνέχιζε να μας καρφώνει με τα μάτια και με ύφος «μόλις φάω θα σας γαμήσω όλους». Εγώ με τον τρίτο της παρέας από τη μία προσπαθούσαμε να τον ηρεμήσουμε αλλά από την άλλη φορτώναμε κι εμείς, υπήρχε στ’ αλήθεια αυτό που είχε σπάσει τα νεύρα του φίλου μας, τόσος κόσμος μας κοιτούσε χωρίς σταματημό και με κάτι βλέμματα ηλεκτρισμένα, το πράμα έδειχνε πως μπορούσε να ανάψει σε μια στιγμή. Αν κάτι μας κρατούσε στη θέση μας ακόμα, ήταν τα σουβλάκια. Δηλαδή τα σουβλάκια για μένα, επειδή οι άλλοι κάποια χορτοφαγίτιδα τους είχε πιάσει και έτρωγαν λαχανικά -είχαν απορρυθμιστεί, μάλλον, από την κατάσταση και τη βαριά ατμόσφαιρα στο μαγαζί, ενώ εγώ είμαι γνωστός ψύχραιμος που δε μασάω από τέτοια.

«Θα τους γαμήσω όλους, άμα θέλετε σηκώνεστε, άμα δε θέλετε μη σηκώνεστε», είπε και άφησε το πιρούνι στο τραπέζι. Κοιτάχτηκα με τον άλλον, άφησε το πιρούνι κι αυτός και ετοιμάστηκε για την επίθεση. Εγώ πιρούνι δεν κρατούσα, οπότε έσφιξα το σουβλάκι και πήρα μια τελευταία δαγκωνιά για δυνάμεις. Κέντραρα στο πλήθος να μετρήσω πού με παίρνει να πέσω για να κάνω όσο πιο μεγάλη ζημιά προλάβω πριν με βγάλουν έξω με τις κλωτσιές, μετά ακολούθησα τα βλέμματά τους και πρόσεξα στη γωνία του πλάνου, όπως τους έβλεπα αριστερά, κάτι περίεργο. Σηκώθηκα, είδα πως ήταν μια τηλεόραση που έπαιζε αθλητικά. Ανάμεσα σε εμάς και τον υπόλοιπο κόσμο στο μαγαζί υπήρχε καρφωμένη στον τοίχο μια οθόνη, που δεν τη βλέπαμε επειδή η θέση της ήταν στο τοιχάκι που μας χώριζε: Τα βλέμματα των θαμώνων ήταν καρφωμένα προς το μέρος μας αλλά σταματούσαν στην τηλεόραση. «Ρε μαλάκες, Αθλητική Κυριακή βλέπουν, δεν κοιτάζουν εμάς». Γούρλωσε τα μάτια ο νευρικός της παρέας, κάπως απογοητευμένος. «Ναι, αλλά εγώ τώρα έχω φορτώσει, να πούμε, πώς θα γίνει». Εκεί ήταν που παρήγγειλε δεύτερη χωριάτικη και άρχισε να βουτάει το ψωμί με λύσσα, να ξεφορτώσει.

0026

0026

Η φράση «απόλαυση να &t ...

Read more
Περίληψη

Περίληψη

Για όσους βαριούνται να ψάχνουν τι και πώς, ο μπασκετικός ΠΑΟΚ 2015 σε περίληψη. ...

Read more
Φτύσιμο

Φτύσιμο

Την γκόμενα που σε παρακαλάει τη φτύνεις. Παλαιό αξίωμα, αθάνατος κανόνας. Όσο σε πρήζει, όσο σε ζαλ ...

Read more
Ιονέλ

Ιονέλ

Η σύγχρονη ιστορία τ&omi ...

Read more
Πραγματικότητα

Πραγματικότητα

Ο φίλος μου ο Βαγγέλης με χαρακτήρισε χθες ως «τον τελευταίο φίλαθλο σ’ αυτή την πόλη που δεν ακούει ...

Read more
Εβδομηντατέσσερα

Εβδομηντατέσσερα

Με τα τρία γκολ εναντίον της Ντιναμό Μινσκ, ο Στέφανος Αθανασιάδης πέρασε στην 7η θέση των σκόρερς ό ...

Read more
Βόλτα

Βόλτα

Και μετά από τόσα σούρ& ...

Read more
14

14

Κλείνουμε οριστικά το Κεφάλαιο 14 στη σελίδα μας, με μια μικρή αναδρομική έκθεση. ...

Read more
Γείτονες

Γείτονες

Τακτοποιούσαμε τα πράματα στο καινούργιο σπίτι και καμαρώναμε από το μπαλκόνι. Ωραία γειτονιά, επιτέ ...

Read more
Χάμω

Χάμω

Στην ιστορία του από ...

Read more
Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος, μι&al ...

Read more
Κάμπριο

Κάμπριο

Όποια ιστορία και ν&alpha ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.