Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

xarakomataΉμασταν εκατόν εξήντα άνθρωποι μαζεμένοι στην αυλή και ο νεαρός ανθυπολοχαγός ούρλιαζε για να μας βάλει σε τάξη, πρωί της δεύτερης μέρας στο στρατό. Είχε περάσει η καταραμένη Δευτέρα της κατάταξης, για την οποία είχα λάβει ένα σωρό οδηγίες αλλά μόνο μία θυμάμαι πια, δηλαδή να πάω νωρίς για να βρω ρούχα και παπούτσια στα μέτρα μου επειδή τελειώνουν.

Αλλά εγώ είχα φτάσει απόγευμα στο Κιλκίς, πήγα πρώτα για καφέ και βόλτα στην πόλη, διάβασα την εφημερίδα για να ξαναζήσω το ιστορικό 3-0 επί του Ιωνικού με τα όργια του Αντόλφο Βαλέντσια που είχα δει την προηγούμενη μέρα στην Τούμπα και έσκασα στην πύλη από τους τελευταίους. Με συνέπεια να φοράω άρβυλα νούμερο 44 αντί για 46 και να κουτσαίνω επί μέρες, μέχρι να μου βρουν στο νούμερό μου.

Η ερώτηση του ανθυπολοχαγού ήταν απλή: «Ποιοι έχουν κάνει εμβόλια»; Επειδή την πρώτη μέρα σου κάνουν απανωτά εμβόλια και στα δύο χέρια, ταυτόχρονα, εξετάζουν δόντια, μάτια, τώρα θυμήθηκα άλλη οδηγία που έλεγε να αποστηθίσω τον πίνακα με τους αριθμούς στον οφθαλμίατρο για να μη με βγάλουν μύωπα και χαρακτηριστώ ως φαντάρος βήτα διαλογής ή κάτι παρεμφερές, αλλά ούτως ή άλλως δεν είχα θέμα, τα βρήκα όλα με την πρώτη και καμάρωνα γι’ αυτή την πρώτη μικρή νίκη επί του Συστήματος. Αλλά η μεγαλύτερη νίκη, ο θρίαμβος, ήταν πως είχα δύο αρχίδια. Κανονικά και με επιστημονική απόδειξη, που μας ξεγύμνωναν ανά εικοσάδες και μας έβαζαν σ’ ένα θάλαμο κι εκεί σε χωριστά καμαράκια, δηλαδή πρώτα ήμασταν όλοι τσίτσιδοι για κάνα μισάωρο στο κρύο του Νοέμβρη και μιλούσαμε για μπάλα και τα κλασικά από πού είσαι και ξέρεις έναν Αποστόλη από το Παλιοχώρι, μετά μας έβαλαν στο θάλαμο με χωρίσματα για να αποφευχθεί, υποθέτω, η έκθεση κάθε φαντάρου με τα παπάρια απ’ όξω στον άγνωστο διπλανό του, πλην όμως τα χωρίσματα ήταν περιμετρικά και, ενώ είχες ιδιωτικότητα από τον αριστερά και τον δεξιά σου, οι απέναντι σε έβλεπαν και τους έβλεπες. Ο σουρεαλισμός έμπαινε στο παιχνίδι από την αρχή στο στρατό, δεν κρατούσε προσχήματα. Και περνούσε μετά ένας σπουδαγμένος επιστήμονας, ποιος ξέρει πόσα χρόνια Πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά και έρευνες και εξωτερικά, ο οποίος είχε ήδη δώσει εντολή να «διαχωρίσουμε τους όρχεις με τον δάκτυλο» ερχόταν στο, ας το πούμε, καμαράκι, έβλεπε πως έχεις δύο όρχεις, κουνούσε το κεφάλι με καμάρι και σημείωνε στο τεφτέρι του. Ήταν η μόνη στιγμή που αγχώθηκα στη 18μηνη καριέρα μου στον ελληνικό στρατό, με έπιασε πανικός αλλά κατάφερα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και μέτρησα προσεκτικά: Ένα, δύο. Ναι, ρε φίλε, είμαι γαμάτος.

«Ποιοι έχουν κάνει εμβόλια», ρώτησε ο τύπος και σήκωσαν το χέρι καμιά τριανταριά. «Ωραία, περάστε εσείς από εδώ», τους έστειλε τέρμα δεξιά και περιμέναμε λίγο να τελειώσει το σούσουρο της ανταλλαγής πληθυσμών. Ο λόχος τώρα αποτελούνταν από τριάντα κοντοκουρεμένους δεξιά και τους υπόλοιπους εκατόν τριάντα ένα σώμα μια ψυχή ακίνητους να περιμένουν την επόμενη διαταγή. «Ποιοι δεν έχουν κάνει εμβόλια», ρώτησε μετά ο ανθυπολοχαγός και σήκωσαν το χέρι πάλι περίπου τόσοι, καμιά τριανταριά κι αυτοί. «Ωραία, εσείς περάστε από εκεί», στέλνοντάς τους τέρμα αριστερά. Συνεπώς, η εικόνα έδειχνε τριάντα αριστερά, τριάντα δεξιά και εκατό στη μέση. Περιέργως μα όχι χωρίς αιτία, στους μεσαίους βρισκόμουν κι εγώ, δεν είχα πάει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κι όπως στεκόμουν εκεί στη μέση, με το βλέμμα χαμένο και το μυαλό να κάνει υπολογισμούς τύπου «545 και σήμερα», αφέθηκα στη μοίρα μου που με τιμωρούσε για το προφανές της απείθαρχης συμπεριφοράς μου: Ή είχα κάνει εμβόλια ή δεν είχα κάνει, μέση λύση δεν υπήρχε ούτε για μένα ούτε για τους άλλους που στέκονταν στην πολυπληθή ομάδα γύρω μου. Να είχε ρωτήσει «ποιος έχει δύο αρχίδια» και μετά «ποιος έχει ένα αρχίδι» να το καταλάβω, μπορεί όλοι εμείς να είχαμε τρία ή και περισσότερα αρχίδια, ρε φίλε, τι να κάνουμε τώρα, μας προίκισε η Φύση, άσε που μεγαλώσαμε στα χωριά και κυλιόμασταν στα μολυσμένα χόρτα την εποχή που έσκασε το Τσέρνομπιλ. Αλλά όχι, δεν ήταν καθόλου έτσι τα πράγματα. Έκανες ή δεν έκανες εμβόλια, τέλος. Πήρα ανάσα βαθιά και ετοιμάστηκα για το στρατοδικείο.

Ο ανθυπολοχαγός κοίταξε την πρώτη ομάδα δεξιά και φώναξε «εσείς που έχετε κάνει εμβόλια πηγαίνετε στο καψιμί». Μετά στράφηκε στην ομάδα αριστερά και διέταξε «εσείς που δεν έχετε κάνει εμβόλια πηγαίνετε στο ιατρείο». Και τέλος, απευθύνεται σε όλους εμάς που δεν είχαμε κάνει κάποια επιλογή και μας λέει: «Οι υπόλοιποι πηγαίνετε στο αμφιθέατρο».

Στα πέντε λεπτά περπάτημα ως το αμφιθέατρο προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω την κατάσταση. Πριν προλάβω να βγάλω συμπέρασμα, βρισκόμουν καθισμένος σε μια καρέκλα με τους συντρόφους του μεσαίου χώρου τριγύρω και έβλεπα τους τίτλους μιας ελεεινής παραγωγής του ΕΣ με εμφανή σκοπό να μας ρίξει στα ναρκωτικά, αν δεν παίρναμε ήδη. Κι εγώ που είχα γλιτώσει την πρέζα μετά από τόσες εκδρομές στην Καλογρέζα και δεν είχα πιει ντουμάνι στο Πασαλιμάνι, θα κατάπινα ευχαρίστως και θα σούταρα στη φλέβα χωρίς δεύτερη σκέψη οτιδήποτε μου έδινες εκείνη την ώρα, αρκεί να σταματούσε η προβολή της ταινίας κατά των ναρκωτικών που υποτίθεται πως βλέπαμε.

Δεν το συζητήσαμε μεταξύ μας. Κανείς δεν είπε κουβέντα σε κανέναν για το περιστατικό. Όσα συμβαίνουν στο στρατό μένουν στο στρατό, κάπως έτσι. Αλλά το βράδυ το μαθηματικό μου, ερευνητικό μυαλό δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όχι απλώς οι περισσότεροι δεν απάντησαν σε μια απλή, απλούστατη διαδικαστική ερώτηση, δηλαδή αν έχουν κάνει ή όχι εμβόλια, αλλά ο συντονιστής της ιστορίας το αποδέχτηκε και, το κυριότερο, ήταν προετοιμασμένος για την εξέλιξη, κάτι που φάνηκε από την προβολή της ταινίας για τα ναρκωτικά που είχαν ήδη ετοιμάσει για εμάς που -όπα, τώρα το έπιασα.

Αυτή την ιστορία θυμάμαι κάθε φορά που μου κάνουν μια ερώτηση στο Facebook, η οποία έχει μονάχα δύο επιλογές απάντησης και είμαι σίγουρος πως ό,τι και να απαντήσω μονολεκτικά θα βρεθώ απολογούμενος. «Θα πάρεις διαρκείας»; «Ναι» σημαίνει «στηρίζεις Ιβάν και κάνεις το χρέος σου», «Όχι» σημαίνει «δε στηρίζεις Ιβάν στο βρώμικο πόλεμο που δέχεται από το κατεστημένο της Αθήνας και τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τον Μαρινάκη, τον Μητσοτάκη και κάθε τσουτσέκι τους». «Είναι προσβλητικό να έρχεται γκόμενα με το μαγιό στην Τούμπα»; «Ναι» σημαίνει «ναι αλλά αυτή τουλάχιστον έρχεται στην Τούμπα ενώ αυτοί που την κράζουν είναι Παοκτσήδες του πληκτρολογίου», «Όχι» σημαίνει «άσε ρε που έχουμε κάνει την Τούμπα πασαρέλα για κάθε ξέκωλο να πούμε δηλαδή». «Δεν είναι αδικία που για μια χούφτα πρεζάκια δε θα δούμε ΠΑΟΚ στο πρωτάθλημα ως το Δεκέμβριο»; «Ναι» σημαίνει «αν δεν ήταν ρε αυτά τα πρεζάκια θα σας είχαν κάψει ζωντανούς τα χανούμια στο Βόλο», «Όχι» σημαίνει «μπράβο, επιδοκιμάζεις τέτοιες συμπεριφορές, να τα σπάζουν σε κάθε ματς και να ξαναδούμε ΠΑΟΚ σε πέντε χρόνια από τις τιμωρίες». «Είναι σωστό να κράζουν το γιο του προέδρου», «θα κόψουμε το μπάσκετ επειδή δε μας αρέσει ο προπονητής», «πιστεύεις πως θα πάρουμε το πρωτάθλημα», η γκόμενα του Κλάους, τα μπεκριλίκια του Ουάρντα, ο μάνατζερ του Χατζησαΐα, το 4-4-2, τα άρθρα των οπαδογράφων, οι εκλογές της ΕΠΟ, οι επενδύσεις του Σαββίδη, κάθε θέμα του ΠΑΟΚ το έχουμε κάνει multiple choice και έχουμε σταματήσει να το συζητάμε όπως κάναμε μια φορά κι έναν καιρό στους Συνδέσμους, στα καφενεία και στις παρέες και πάντα βγάζαμε άκρη. Η ερώτηση πλέον γίνεται για να περιμένει την απάντηση που θα προκαλέσει την επίθεση, γνώμες, επιχειρήματα και αρχές μπαίνουν στην άκρη, πρέπει πλέον να πάρεις τη μία ή την άλλη ακραία θέση και να χωθείς στα χαρακώματα να τουφεκίζεις τους αντιπάλους.

Σημεία των καιρών όλα αυτά. Άνθρωποι εξευτελίζονται δημοσίως επειδή έχουν άντερα να εκφράσουν άποψη βασισμένη σε επιχειρήματα, αρχές και έπειτα από σκέψη, ενώ οι δημοσιοσχετίστες συνεχίζουν να είναι δημοφιλείς επιλέγοντας τη δημοφιλή επιλογή όποτε προκύπτει οτιδήποτε, από το πιο ελαφρύ θέμα ως το πιο σοβαρό. Καμιά φορά βλέπω τους ίδιους ανθρώπους να επιλέγουν και τις δύο απαντήσεις, ανάλογα ποιος ρωτάει και ποιος διαβάζει ή ανάλογα με την πορεία δημοφιλίας μιας επιλογής -στο χωριό μου αυτούς τους λέγαμε κωλοτούμπες. Με την αφαιρετική μέθοδο, δε μου έχει απομείνει παρά μια χούφτα ανθρώπων με τους οποίους μπορώ να συζητήσω δημόσια, γνωρίζοντας πως θα ξεζουμίσουν κάθε θέμα, θα κρατήσουν τα θετικά πριν απορρίψουν τα αρνητικά και θα σεβαστούν κάθε άποψη που σέβεται τη δική τους. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που πάντα θα κερδίζουν και δε θα καταφέρει κανείς να τους νικήσει ποτέ -είμαι περήφανος που έχω εκλεκτούς εκπροσώπους αυτής της κατηγορίας να με αποκαλούν «φίλο».

Εντάξει, η ιστορία του στρατού δεν έχει σχέση με το υπόλοιπο κείμενο. Ή μπορεί και να έχει, δεν είμαι σίγουρος. Αυτό που θέλω να πω, πάνω κάτω, είναι πως πρέπει να ξαναμάθουμε να συζητάμε κάθε πράμα από χίλιες πλευρές κι όχι από τα άκρα του, πολεμώντας. Αν συνεχίσουμε έτσι, αυτοί που μένουν στη μέση, που δεν πάνε ούτε από εδώ ούτε από εκεί αλλά είναι πάντα οι περισσότεροι, δεν πρόκειται να συμμετάσχουν και θα τους στέλνουμε μια ζωή στο αμφιθέατρο να βλέπουν ταινίες. Δε θα μάθουμε ποτέ τι πιστεύουν, επειδή αυτό που πιστεύουν είναι κάτι ανάμεσα στο «ναι» και στο «όχι», άρα και πιο κοντά στην αλήθεια, την οποία αλήθεια δεν έχω συναντήσει συχνά σε κάποιο άκρο ή στην πιο αποστειρωμένη άποψη. Για παράδειγμα, εγώ θα πάρω διαρκείας επειδή είμαι ΠΑΟΚ και επειδή αυτές τις μέρες μου περισσεύουν 100 ευρώ -αν δεν περίσσευαν, θα το πλήρωνα με δόσεις, αγοράζοντας ένα εισιτήριο για κάθε ματς, όπως κάνω πάντα. Ούτε τον πρόεδρο «στηρίζω» ούτε τα λογιστικά της ΠΑΕ, για μένα το κάνω και έχω καμία εκατοστή επιχειρήματα να σου αραδιάσω, αλλά σιγά μην τα διαβάσεις, εσύ περιμένεις ένα ξερό «ναι» ή «όχι» για να με επιβραβεύσεις ή να μου επιτεθείς.

Αυτοκόλλητο

Αυτοκόλλητο

Συζητούσανε όλοι &ga ...

Read more
Σοκοφρέτα

Σοκοφρέτα

Το μεγαλύτερο, το &p ...

Read more
Tσομπανόσκυλα

Tσομπανόσκυλα

Ο ΠΑΟΚ που ονειρ&epsil ...

Read more
Επιστολή

Επιστολή

Προς ΠΑΕ ΠΑΟΚ, Κύριο Σαββίδη Ιβάν Αγαπητέ Πρόεδρε, στο ματς της Λεωφόρου για τα play off βάλε ...

Read more
Ρεσιτάλ

Ρεσιτάλ

Στις 26 Φεβρουαρίου 2003, ο δρόμος για την κούπα περνάει από το πτώμα του Ολυμπιακού. ...

Read more
Μακεδόνες

Μακεδόνες

Χρόνια το σκέφτομαι, το ξαναείδα και στον τελικό. «Θύρα 13» Αλεξανδρούπολη, Σέρρες, Κοζάνη, Θεσσαλον ...

Read more
Σκωληκοειδίτιδα

Σκωληκοειδίτιδα

Ο θρύλος λέει πως, όταν επέστρεψε από εγχείριση σκωληκοειδίτιδας ο Γιώργος Θεοδωρίδης, ο Άγγελος του ...

Read more
Πληθωρικός

Πληθωρικός

Ο «πληθωρικός μέσο&si ...

Read more
0020

0020

Μια παρέα όλοι οι «π&alph ...

Read more
Οπαδογράφοι

Οπαδογράφοι

Έχουμε, λοιπόν, ένα όνομα συγκεκριμένου ανθρώπου που προσπαθεί εντεταλμένα να κάνει κακό στον ΠΑΟΚ: ...

Read more
Βόλεϊ-2015

Βόλεϊ-2015

Προσωπική Ανασκόπηση: 15 πράγματα που θα θυμάμαι από την ομάδα βόλεϊ του ΠΑΟΚ το 2015. ...

Read more
Γκρίνια

Γκρίνια

Κηρύσσω το αγωνιστικό έτος 2014-2015 ως ΕΤΟΣ ΠΑΟΚΤΣΗΔΙΚΗΣ ΓΚΡΙΝΙΑΣ. Με εκδηλώσεις, χοροεσπερίδες και ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.