Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

aspidesΑστυνομική ασπίδα είχα πιάσει στα χέρια μου μια φορά, στην επιστροφή από τον τελικό του 1992.

Την είχε ένας μαζί του, την είχε πάρει σουβενίρ από το μπάχαλο με τη διμοιρία, οι περισσότεροι ξέρουν ποιος. «Να τη δω λίγο», είχα ρωτήσει, σα να ήταν καινούργιο παιχνίδι, μου την έδωσε, ντάξει, την έπιασα, την είδα, συνεχίζουμε τη ζωή μας.

Για δεύτερη φορά, λοιπόν, έπιασα ασπίδα πριν δύο μήνες, με τον Πανιώνιο στα πλέι-οφ του μπάσκετ. Αυτήν τη φορά με την άδεια της αστυνομίας, με το γνωστό κόλπο της ευγένειας. Οδηγός επιβίωσης με αστυνομικούς: Φερθείτε ευγενικά, δεν ξέρουν τι να κάνουν, δεν το ‘χουν εκπαιδευτεί το θέμα, τρελαίνονται. Πηγαίνω προς τη διμοιρία, πιάνω την πρώτη ασπίδα που είχε ακουμπισμένη κάτω ένας από αυτούς, έτσι που ήταν βαρεμένοι σε τέτοιο ματς με λίγο κόσμο έξω από την είσοδο, του λέω «συγγνώμη, λίγο, να δείξω κάτι στο παιδί», καθόμαστε κάτω με τη μικρή και της δείχνω την ασπίδα του αστυνομικού. Ο κάτοχος της ασπίδας σαστίζει, δεν κάνει κίνηση να την τραβήξει προς το μέρος του, έτσι που την έπιανε η μικρή, οι υπόλοιποι κοιτάνε κι αυτοί πού το πάω και τι θέλω να κάνω, είναι και το παιδί στη μέση, μένουν κάγκελο και περιμένουν τη συνέχεια.

Το να είσαι γονιός έρχεται με χιλιάδες ευθύνες και μπελάδες, με απίστευτη συχνότητα και απαράμιλλη ποικιλία. Κάθε λεπτό πρέπει να είσαι έτοιμος για κάθε απορία, ερώτηση, περιέργεια, να λύνεις προβλήματα μπάμπουσκες, λύνεις το ένα αλλά από πίσω έρχεται άλλο, κι άλλο, κι άλλο, να τρέχεις να προλάβεις δέκα θανάτους το δευτερόλεπτο, σε σύρματα, κάγκελα, σκάλες, κράσπεδα, κούνιες, τσουλήθρες, αδέσποτα, σφήκες, καρχαρίες, κροκόδειλους, δεινόσαυρους –ειδικά αυτοί οι δεινόσαυροι οι λαστιχένιοι είναι μεγάλο πρόβλημα, που τους βάζει στο στόμα και τους μασουλάει η μικρή και κόβει κομμάτια, τι παιδί είναι αυτό, τρώει τυρανόσαυρους από 15 μηνών. Οι χειρότερες απορίες είναι αυτές που προέρχονται από το σχολείο, πάντως.

Τους μαθαίνεις που τους μαθαίνεις τα χρώματα, κυρά δασκάλα, μάθε τους τα πάντα, να μη μένουν απορίες για μας. «Μπαμπά, αυτό που δεν είναι ακριβώς μπλε αλλά ούτε γαλάζιο και ούτε θαλασσί πώς λέγεται»; Τι να σου πω, κάποιο νούμερο της Βερνιλάκ θα είναι, δεν ξέρω. «Μα πώς, εσύ όλα τα ξέρεις, τι χρώμα είναι αυτό που φοράει το πλεϊμομπίλ, πρέπει να ξέρω, μπαμπά, η ζωή μου κρέμεται από αυτό, έλα, ρε μπαμπά, σε παρακαλώ», λες εσύ ένα «σιελ» και ξεμπερδεύεις, αλλά την επόμενη φορά πρέπει πάλι να αυτοσχεδιάσεις, ανοιχτό μπλε, πιο ανοιχτό μπλε, σκούρο σιελ, πολύ σκούρο θαλασσί και ούτω καθεξής.

Και πας, κυρά δασκάλα, και τους μαθαίνεις τα επαγγέλματα. «Μπαμπά, τι είναι επάγγελμα». Ε, τι μαθαίνατε όλη μέρα στο σχολείο, για τα επαγγέλματα δε μαθαίνατε; «Ναι, τα μάθαμε όλα τα επαγγέλματα, αλλά τι είναι, τι θα πει επάγγελμα, αυτό δεν ξέρω». Και ποια μάθατε; «Μάθαμε φούρναρης, μοδίστρα, μάγειρας, ανθοπώλης, ηθοποιός», είπε καμιά τριανταριά, τα μισά δικά της, τα είχε μπλέξει, αλλά για τεσσάρων μια χαρά τα ‘χε μάθει. Είπε και «αστυνομικός». Και τι σας είπε η δασκάλα πως κάνει ο αστυνομικός; «Ο αστυνομικός πιάνει τους κλέφτες και τους βάζει στη φυλακή». Μάλιστα, καλά σας το είπε η δασκάλα, αυτό ακριβώς κάνει ο αστυνομικός.

Ήταν η μέρα που θα πηγαίναμε στο μπάσκετ. Βγαίνουμε από το σπίτι, βλέπει έναν πότιζε το γκαζόν, «τι επάγγελμα είναι αυτό, μπαμπά», αυτός είναι ένας κηπουρός. Ντεμέκ, βέβαια, ένας βαρεμένος γείτονας που ποτίζει όλη μέρα και το ‘χει κάψει το χορτάρι ήταν, αλλά τι να της πεις, τα μισά παγκόσμια αποθέματα νερού στη γειτονιά μας είναι, κάτω από την αυλή του. Συνεχίζουμε, συνεχίζει και τις ερωτήσεις. Αυτός είναι ο φαρμακοποιός, αυτή είναι η βιβλιοπώλης, αυτή είναι η φουρνάρισσα, αυτός είναι ο ταξιτζής, λέγεται και «ταρίφας», γέλασε ο οδηγός, καλός άνθρωπος, δεν παρεξηγήθηκε, με τα πολλά φτάνουμε στο γήπεδο.

Βλέπει το παιδί έναν αστυνομικό, λέει «αυτός είναι ένας αστυνομικός». Ναι, της λέω, αυτός είναι ένας αστυνομικός. «Μπαμπά, έχει κλέφτες στο γήπεδο και χρειάζεται αστυνομικούς», ρωτάει. Εξηγώ έτσι κάτι ό,τι να ‘ναι, τι να της πεις, για τη διαιτησία θα ήταν καλό παράδειγμα περί κλεφτών, αλλά επέλεξα να μην της φορτώσω το κεφαλάκι από τόσο νωρίς. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά, πλησιάζουμε στην είσοδο, βλέπει τη διμοιρία. «Αυτοί, μπαμπά, τι επάγγελμα κάνουν»; Αστυνομικοί είναι κι αυτοί, της λέω. «Όχι! Δεν είναι! Ψέματα μου λες, μπαμπά! Οι αστυνομικοί φοράνε μπλε στολή» και τσαντίζεται με γνήσιο φόρτωμα, όποιος έχει παιδί καταλαβαίνει, όποιος δεν έχει παιδί νομίζει πως καταλαβαίνει, ιδέα δεν έχει τι τον περιμένει.

Ρε παιδάκι μου, κάποιοι αστυνομικοί φοράνε μπλε (ή γαλάζια ή σιελ ή θαλασσιά) στολή, κάποιοι φοράνε πράσινη, τι να κάνουμε, αστυνομικοί είναι κι αυτοί. «Όχι! Μου λες ψέματα, δεν είναι σωστό να λέμε ψέματα, μπαμπά, εσύ μου το έχεις πει», ένα απίστευτο νεύρο η μικρή, γίναμε θέαμα. Έτσι είσαι, την τραβάω και την πάω στη διμοιρία. Πιάνω την ασπίδα, με συγχωρείς λίγο, φιλαράκι, της τη φέρνω στα μούτρα της. Τι λέει εδώ, διάβαζε. «Α», λέει η μικρή, «Σου», «Του», «Υ», Α-Σου-Του-Υ. Ωραία, α-σου-του-υ, δηλαδή «αστυ». Μετά; Έλα, διάβαζε, τελείωνε. «Νου», «Ο». Άρα «νο». Μετά;  «Μου», «Ι», «Α». Δηλαδή «μια». Όλο μαζί; Α σου του υ νου ο μου ι α, α, σωστά, «αστυνομία» λέει. Είδες, λοιπόν; Αφού γράφει στο εργαλείο του «αστυνομία», άρα είναι επάγγελμα αστυνομικός, έτσι δεν είναι; «Ναι, μπαμπά, δίκιο είχες τελικά, καμιά φορά φοράνε και πράσινες στολές, το ήξερα, αλλά ήθελα να δω αν το ξέρεις κι εσύ».

Γελούσανε στη διμοιρία, πώς σε λένε, ομορφούλα, τι τάξη πας, τι ομάδα είσαι είπε ο άλλος, έλα, ρε, τι ομάδα είναι άραγε το παιδί, πουλιά πιάνεις εσύ, γενικώς η συμπεριφορά των αστυνομικών ήταν υπόδειγμα. Σας είπα και το ξαναλέω, άμα τους μιλάς ευγενικά τους πιάνεις αδιάβαστους, το έχω κάνει δεκάδες φορές. Όχι να είσαι στο Καραϊσκάκη σε κάνα ντου απ’ έξω και όπως τρέχεις να γυρνάς και να λες στο όργανο με το μαγικό ραβδί «καλέ κύριε αστυνομικέ, μήπως γνωρίζετε τι ώρα είναι το τελευταίο δρομολόγιο για Κηφισιά που έχουμε αφήσει εκεί ένα πούλμαν για την επιστροφή», όχι τότε, δεν πιάνει, αλλά συνήθως, σε συνθήκες σχετικά πολιτισμένες μπορείς να συνδιαλλαγείς, να βγάλεις άκρη.

«Μπαμπά, και τι εργαλείο είναι αυτό που κρατάνε οι αστυνομικοί»; Για τη βροχή, της είπα, να μη βρέχονται. Ψέματα δεν είπα, δε διευκρίνισα τι είδους βροχή. Προχωράμε να μπούμε, με κοιτάνε στην είσοδο κάπως αμήχανα που η μικρή είχε μαζί το σακίδιο Go Diego, ήταν και πολύ σημαντικό ματς και μπορεί να της είχαμε φορτώσει τίποτα πυρσούς, ο νικητής προκρινόταν στο Eurocup και ο ηττημένος προκρινόταν στο Eurocup, το ματς της χρονιάς. Της λέω να το ανοίξει, να δείξει στους αστυνομικούς τι ωραία πράγματα κουβαλάει μαζί της.

Κι αρχίζει να τους τα πρήζει, δύο μπάλες από τον παιδότοπο που είχε πάει χτες, χαρτομάντηλα με φαντασματάκι, αλλά να ξέρετε πως το φαντασματάκι είναι τυπωμένο σε όλα τα χαρτομάντηλα, όχι μόνο απ’ έξω, με πήγε προχτές ο μπαμπάς μου και μου τα πήρε, τα έχουμε για τις μύξες, από εδώ βγαίνουν οι μύξες, αυτοκόλλητα με ψαράκια, τρεις καρτέλες γιατί τελειώνουν και γρήγορα, μαρκαδοράκια μικρά επειδή τα μεγάλα δε χωράνε στο σακίδιο, τα παίρνουμε όταν κουβαλάμε τη Χέλοου Κίτι αλλά ο μπαμπάς είπε πως δεν μπορώ να έχω τη Χέλοου Κίτι στο γήπεδο και να πάρω τον Ντιέγκο, νεράκι κατσικάκι, έχω και άλλα ζωάκια σπίτι, έχω αρκούδα, έχω γατούλα, έχω ποντικάκι, εντάξει, καλή μου, της λέε ένας εκεί πέρα, ωραία, μπορείς να μπεις τώρα, άντε, σε περιμένει κι ο μπαμπάς σου, όχι, έχω κι άλλα, τους λέει, να σας τα δείξω όλα, τους τα έδειξε όλα, τη Σοφία την πριγκίπισσα και την άλλη Σοφία την πριγκίπισσα που είναι γοργόνα, βλέπετε, εδώ έχει ουρά, είναι από το Πλωτό Παλάτι, ο μπαμπάς το κατέβασε από το ίντερνετ αλλά δεν παίζει στο στικάκι στην τηλεόραση και πρέπει να το βλέπω στον υπολογιστή (σ.σ. ντεμέκ αυτό, για να βλέπω το ματς και να με αφήνει ήσυχο), εδώ έχουμε τρία πλεϊμομπίλ, ο μπαμπάς που φοράει μπλε μαγιό, η μαμά που φοράει κόκκινο βρακί και κόκκινο από πάνω, εδώ είμαι εγώ, την αδερφή μου την άφησα σπίτι, επειδή κοιμάται νωρίς, εγώ τώρα είμαι μεγάλη, έλεγε, έλεγε, άμα θέλετε ξαναψάξτε την από Σεπτέμβριο, ελεύθερα.

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε &si ...

Read more
Ενασαπομάς

Ενασαπομάς

Έχουμε μείνει στο κυλικείο, στο Παλατάκι, έξι άτομα. Το ματς αρχίζει σε λίγα λεπτά, ο Λαός ακούγεται ...

Read more
Ωχ

Ωχ

Κάθε φορά που βγαίνουν οι διαιτητές του αγώνα, αρχίζουν τα «ωχ». Καλογερόπουλος; Ωχ! ...

Read more
Πόλεμος

Πόλεμος

Να μας συμπαθάτε, αλλά εμείς έχουμε πόλεμο κάθε βδομάδα. Με κάθε αντίπαλο. Σε «κάθε γήπεδο, σ’ όλη τ ...

Read more
Ντάρμπι

Ντάρμπι

Ο πιο παλιός ορισμός για το «ντέρμπι» είναι ο αγώνας ανάμεσα σε δύο γειτονικές ομάδες, σε συλλόγους ...

Read more
Εντεκάτη

Εντεκάτη

Η 11η Σεπτεμβρίου θα μείνει χαραγμένη στις μνήμες των απανταχού Παοκτσήδων ως μία σπουδαία επέτειος ...

Read more
Ψυχοπαθής

Ψυχοπαθής

Από το πρώτο βράδυ πο&upsi ...

Read more
Είκοσι

Είκοσι

20 χρόνια από το πιο χορ& ...

Read more
Παραίτηση

Παραίτηση

Η Εποχή Των Ηρώων τελείωσε τον Ιούνιο του 1999. Έγινε κομμάτια, όπως η εφημερίδα που έσκισα, διαβάζο ...

Read more
Πετάω

Πετάω

Κάθε 12η Αυγούστου, &e ...

Read more
Άριστα

Άριστα

Το μεγαλύτερο σε διάρκεια γκολ που έχουμε βάλει στην ιστορία μας μπήκε σε ένα Χαλκηδόνα-ΠΑΟΚ 1-2, στ ...

Read more
Δώδεκα

Δώδεκα

Το τελευταίο γκ&omicron ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.