Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26
20170618 175408
Το μεγαλύτερο, το πιο αμφίρροπο, το πιο διαχρονικό ντέρμπι δεν ήταν ούτε το ΠΑΟΚ-Άρης, ούτε το Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός. Το αρχέτυπο της αντιπαλότητας ήταν η μάχη ανάμεσα σε Σοκοφρέτα και Σερενάτα, με φανατικούς υποστηρικτές σε κάθε πλευρά, απλούς συμπαθούντες αλλά και κάποιους αδιάφορους που έτρωγαν ό,τι βρεθεί μπροστά τους -μέχρι και ψυχανώμαλους είχαμε που έβαζαν στο στόμα τους την άγευστη και σιχiαμερή Κουκουρούκου και δεν την πετούσαν μόλις έπαιρναν το χαρτάκι, όπως κάναμε οι περισσότεροι.
 
Αν και η Σερενάτα κέρδιζε τη μάχη των εντυπώσεων, λόγω της σαρωτικής τηλεοπτικής διαφήμισης από τον Χάρυ Κλυν και του σοκολατένιου, καμπυλωτού γαρνιρίσματος, ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει την κορυφαία Σοκοφρέτα στην ουσία της απόλαυσης. «Πιάσε, πέτα, Σοκοφρέτα» ήταν το ανέμπνευστο, ντροπιαστικό σλόγκαν, αλλά αν δεν ήσουν θύμα του σοσιαλιστικού καταναλωτισμού δε σε επηρέαζε το μάρκετινγκ και επέλεγες την καλύτερη γκοφρέτα με κλειστά μάτια. Και η Σοκοφρέτα είναι ό,τι πιο νόστιμο έχω να θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία όσον αφορά στα γκοφρετοειδή.
 
Στο πρώτο συρτάρι στο σπίτι πάντα είχε τα πράγματα που μπορούσες να φας αν είχες κάνει τα μαθήματά σου κι αν είχες φάει όλο σου το φαγητό. Γκοφρέτες, καραμέλες, πατατάκια, μπισκότα -σε μικρές ποσότητες, φυσικά, δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά πάντα κάτι είχε. Το δεύτερο συρτάρι είχε πετσέτες, το τρίτο και το τέταρτο ήταν λεζάντα επειδή από πίσω είχε ντουλάπι και δεν άνοιγαν, ενώ στο πέμπτο βρίσκονταν τα μαχαιροπίρουνα, από αριστερά προς τα δεξιά. Όπως είναι φυσικό, το πρώτο συρτάρι ήταν κάθε τόσο χαλασμένο, φθαρμένο, έπεφτε το πόμολο, έκανε θόρυβο από το τρίξιμο και τα βράδια που σηκωνόσουν στις κρίσεις υπογλυκαιμίας άκουγες από μέσα «τι κάνεις εκεί τέτοια ώρα», ενώ τα υπόλοιπα συρτάρια ήταν τσίλικα σα να μην τα είχε ανοίξει κανένας ποτέ.
 
Ένα πρωί, ξύπνησα και αντίκρυσα το μεγαλύτερο θαύμα. Πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που σταυροκοπήθηκα χωρίς να βρίσκομαι στο σχολείο την ώρα της προσευχής. Το πρώτο συρτάρι ήταν γεμάτο, ασφυκτικά, από πίσω μέχρι μπροστά, με δεκάδες Σοκοφρέτες, τόσο γεμάτο που μετά δεν κατάφερνα να το κλείσω. Υπολογίζοντας από μνήμης, ίσως να είχε και πενήντα τεμάχια του πιο αγαπημένου γλυκίσματος, τοποθετημένα κάθετα, τακτοποιημένα, σε τάξη, για να χωρέσουν όλα και να καταφέρει να κλείσει. Η μάνα μου δούλευε, ο γέρος μου δούλευε, το μυστήριο δε θα μπορούσε να λυθεί ως το απόγευμα. Σκέφτηκα πως αποκλείεται να έχουν μετρημένες τόσες Σοκοφρέτες, οπότε έφαγα μία για πρωινό και τις τοποθέτησα πάλι όπως τις βρήκα -μαγεία, όσες και να έπαιρνες πάλι το συρτάρι ήταν γεμάτο και οι γκοφρέτες τοποθετημένες σφιχτά. Συνέχισα να τρώω μέχρι που άρχισαν να χαλαρώνουν, ώσπου με έπιασε ένας κρύος ιδρώτας και έφτιαξα μια πατεντούλα στο πίσω μέρος για να μη φαίνεται πως έχω βάλει χέρι. 
 
«Ο πατέρας σου τις έφερε χθες το βράδυ», ήταν η απάντηση της μάνας το μεσημέρι που γύρισα από το σχολείο. «Τόσες πολλές»; «Τόσες πολλές». Ήρθε και ο γέρος από τη δουλειά, το επιβεβαίωσε. Μπορεί να μην τα πηγαίναμε πολύ καλά και να είχαμε διαφορές μεταξύ μας, αλλά εκείνη του η κίνηση με τις δεκάδες Σοκοφρέτες μου απέδειξε πως ο τύπος με αγαπούσε πραγματικά. Ειδικά αν λάμβανα υπόψη την οικονομική μας κατάσταση, πενήντα Σοκοφρέτες μπορεί να κόστιζαν περισσότερο από το μεροκάματό του.
 
Καιρό μετά, με έστειλε μάνα μου στο καφενείο να τον μαζέψω, που είχε αργήσει και το εορταστικό φαγητό κρύωνε στο τραπέζι. Ανέβηκα στον κεντρικό δρόμο που ήταν το στέκι του, μπήκα στο μαγαζί αλλά δεν πρόλαβα να του πω κάτι επειδή έκανε από απόσταση μια χειρονομία πως τελειώνει η παρτίδα και φεύγουμε. Κάθισα σε μια καρέκλα με τον Θείο, που ποτέ μου δεν κατάλαβα ποιανού θείος είναι αλλά στην ταμπέλα από έξω έγραφε «Καφενείον ο Θείος» και όλοι έτσι τον ξέραμε. Ήπια την κλασική κοκακόλα με καλαμάκι όσο περίμενα, κάποια στιγμή τελείωσε η παρτίδα, σηκώθηκε ο πατέρας μου να φύγουμε για το σπίτι και να τσακίσουμε τα κλασικά κεφτεδάκια με τηγανιτές πατάτες και σάλτσα που έφτιαχνε η μάνα μου κάθε Πάσχα, Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστο ή όποια άλλη γιορτή είχε το σπίτι. Πήγε στον πάγκο, έδωσε στον Θείο δέκα Σοκοφρέτες κι αυτός τις πήρε, βάζοντάς του στο χέρι δυο πεντοχίλιαρα. «Κονόμησες σήμερα», είπε ο Θείος. «Με πάει το φύλλο», απάντησε ο πατέρας μου, «αν δεν ερχόταν αυτός να με μαζέψει θα τους τα έπαιρνα όλα σήμερα». Βγήκε πρώτος, τον ακολούθησα. Όπως περπατούσε, έβγαλε ένα χιλιάρικο από την τσέπη και μου το έδωσε, δίχως να με κοιτάζει. Εγώ ακόμα σκεφτόμουν τις Σοκοφρέτες -τελικά τις χρησιμοποιούσαν για προσωρινό νόμισμα στα χαρτιά, για το φόβο των μπάτσων, τις εξαργύρωναν στο τέλος που έκαναν το ταμείο και κάθε τόσο τις απέσυραν όταν πια είχαν λιώσει και ξεζουμιστεί από τα σούρτα φέρτα πάνω στις τσόχες. Κι εγώ πίστευα πως ήταν ταλαιπωρημένες από το στρίμωγμα στο συρτάρι. 
 
Το βράδυ, που είχε φύγει πάλι για το καφενείο, με ρώτησε η μάνα μου «χαρτιά έπαιζε κι αργήσετε τόσο το μεσημέρι»; Και της απάντησα, κοιτάζοντάς την στα μάτια, «οι άλλοι έπαιζαν, ο μπαμπάς τους έβλεπε απ’ έξω».
Πέναλτι

Πέναλτι

Η εικόνα μιλάει μόνη τ&eta ...

Read more
0002

0002

Χρειάστηκε ένας άνθρ&o ...

Read more
Στάσεις

Στάσεις

Μπορείς να πεις πως ...

Read more
Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν έ&c ...

Read more
Δευτεριάτικα

Δευτεριάτικα

Όταν λες «ήρθε μια πέτρα στο παράθυρο και έσκασε δίπλα στο κεφάλι μου» διηγείσαι την ιστορία από πρώ ...

Read more
Πετάω

Πετάω

Κάθε 12η Αυγούστου, &e ...

Read more
Χωριά

Χωριά

Ποιος πιστεύει πως φέτος μπορούμε να πάρουμε το Europa League; Δε βλέπω κανένα χέρι. Ποιος πιστεύει ...

Read more
Μπιζέρα

Μπιζέρα

«Να προσέχετε τον Πά&m ...

Read more
Πληροφορία

Πληροφορία

Έλαβα μια κλήση σήμε&r ...

Read more
Ανοσοποιητικό

Ανοσοποιητικό

Να κάνουμε μια περίληψη προηγουμένων. Γεννήθηκα στην Καβάλα το 1975. Μετακόμισα με τη γυναίκα που με ...

Read more
Μαιευτήριο

Μαιευτήριο

It’s a boy? It’s a girl? It’s a ΠΑΟΚ! Ο μέ&gamma ...

Read more
Χρέη

Χρέη

Όταν η προσωπική μου γνώμη ταυτίζεται με την πλειοψηφία, πάντα αρχίζω να ψάχνομαι τι δεν πάει καλά. ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.