Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

Πατρίς

Πατρίς

Όταν τελειώνει η...

Τόλφαν

Τόλφαν

Στην εποχή της...

Όλσεν

Όλσεν

O πρώτος...

Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01
  • Πατρίς

    Πατρίς

    Friday, 29 June 2018 19:26
  • Τόλφαν

    Τόλφαν

    Wednesday, 27 June 2018 11:37
  • Όλσεν

    Όλσεν

    Sunday, 24 June 2018 18:17
  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35

thermoΕίχε χαλάσει ο θερμοσίφωνας στο σπίτι και κάθε τόσο γέμιζε το πάτωμα με νερά. Παιδευόταν ο γέρος μου να τον φτιάξει, τον έφτιαχνε, αλλά όλο κάτι γινόταν και χαλούσε πάλι, έτρεχε η μάνα μου, έγκυος, με τη σφουγγαρίστρα και τα πανιά να τα μαζεύει.

Έπρεπε να πάρουμε καινούργιο, αλλά υποπτεύομαι πως μάλλον παραήταν πολυτέλεια εκείνη την περίοδο κάτι τέτοιο, οπότε το πηγαίναμε από πατέντα σε πατέντα. Ήταν καλοκαίρι του 1981, δεν είχε βγει ακόμα ο Αντρέας να φτιάχνονται όλα από μόνα τους μαγικά. Πολύς καιρός αυτό το θέμα με το θερμοσίφωνα, έβραζε η μάνα μου νερό στην κατσαρόλα και με μπανιάριζε με τις ώρες δίπλα στη σόμπα, Σάββατο απόγευμα, και κάθε που σηκωνόμουν να αλλάξω το κανάλι γέμιζα νερά το σπίτι και με μάλωνε. Είχα μόλις κλείσει τα έξι, ήμουν δηλαδή ανάμεσα στις ηλικίες που έχουν σήμερα οι κόρες μου.

Μέσα στη νύχτα, ακούω τη μάνα μου να φωνάζει: «Σπάσανε τα νερά». Σηκώνεται ο πατέρας μου, έρχεται στο κρεβάτι μου και μού λέει να τρέξω γρήγορα στο θείο μου τον Παύλο, που έμενε είκοσι μέτρα δίπλα μας, να τον ξυπνήσω και να του πω ότι σπάσανε τα νερά. Όπως είμαι, πετάγομαι, με το βρακί, το θυμάμαι αυτό επειδή συζητήθηκε μετά, «με το βρακί μας ήρθε το παιδί, μπράβο, ούτε για να ντυθεί δεν καθυστέρησε, εύγε», τρέχω ένα γύρο που μας χώριζαν κάτι συρματοπλέγματα τα δύο σπίτια, φτάνω στην είσοδο του θείου. Μόλις είχε αρχίσει να ξημερώνει.

Χτυπάω το κουδούνι, κανείς δεν απαντάει. Ξαναχτυπάω, ντλινγκ-ντλονγκ, τίποτα. Πάω από γύρω, χτυπάω τα παντζούρια του υπνοδωματίου τους. Κάτι έγινε, άκουσα θόρυβο από μέσα, ξαναπήγα στην πόρτα. Άνοιξε η θεία μου, «τι έπαθες, μέσα στη νύχτα, πώς είσαι έτσι», αλλά εγώ τη διέκοψα, η αποστολή μου ήταν σημαντική, δε χωρούσαν καθυστερήσεις. Και της είπα να φωνάξει αμέσως το θείο, που τον χρειάζεται ο πατέρας μου αμέσως γιατί είναι μεγάλη ανάγκη. Από πίσω εμφανίστηκε και αυτός, με τις σατέν πιτζάμες που ακόμα τον θυμάμαι τον καλό μου το θείο Παύλο, «τι τρέχει πρωί πρωί, ρε Νικόλα»; Και του λέω τα νέα στα γρήγορα, λαχανιασμένος, «θείο, είπε ο μπαμπάς μου να έρθεις αμέσως, πλημμυρίσαμε».

Εδώ σημειώνω πως όλοι οι εμπλεκόμενοι στην ιστορία είναι Πόντιοι. Και συνεχίζουμε. Η αντίδραση του θείου Παύλου, ο οποίος φυσικά και γνωρίζει πως η μάνα μου είναι στον ένατο μήνα γκαστρωμένη και εμείς αμάξι δεν έχουμε, ενώ αυτός έχει, άρα ένα κι ένα κάνουν δύο, τι κάνει, άραγε. Ορίστε τι κάνει: Βγάζει πιτζάμες, βάζει παντελονάκι κοντό τζιν, τη φανέλα την κασκορσέ για τα μερεμέτια, παίρνει κι εκείνη την υπέροχη εργαλειοθήκη-όνειρο, με την οποία πρέπει να έχω περάσει τη μισή μου παιδική ηλικία χαλώντας οτιδήποτε μπορούσε να χαλαστεί, φοράει και τη σαγιονάρα και μου φωνάζει «πάμε γρήγορα, μη χασομεράμε».

Τρέχουμε το γύρο και φτάνουμε στο σπίτι, εγώ μπροστά κι ο θείος από πίσω με την εργαλειοθήκη, ντρούγκου-ντρούγκου σε κάθε βήμα. Ο πατέρας μου με έβριζε από μέσα όταν εμφανίστηκα στην ανοιχτή εξώπορτα, «καλά, βρε μαλάκα, τι σε είπα εγώ, γρήγορα δε σε είπα, πού είσαι μισή ώρα»; Και του απαντάω πολύ λογικά «εγώ τι σε φταίω, ο θείος καθυστέρησε, μέχρι να ξυπνήσει, να πλυθεί, να βάλει ρούχα, εγώ δε φταίω, αυτός φταίει, εγώ πήγα βολίδα και γύρισα βολίδα, όπως με είπες». Μαλάκωσε ο πατέρας μου, η μάνα μου βογκούσε. «Και πού είναι ο θείος, άντε, βιαζόμαστε», με ξαναρώτησε, «ε, έρχεται, είναι και βαριά τα εργαλεία». «Ποια εργαλεία». «Τα εργαλεία». «Ναι, ποια εργαλεία». «Για το θερμοσίφωνα». «Ποιο θερμοσίφωνα». «Το θερμοσίφωνα».

Και με σώνει ο θείος από τη σουρεαλιστική συζήτηση, που ο πατέρας μου εντελώς βλαμμένος να μην καταλαβαίνει για ποιο θερμοσίφωνα μιλάω, πόσους θερμοσίφωνες έχει το σπίτι, δηλαδή, έναν. Σκάει με τα εργαλεία πίσω μου, ανεβαίνει τα τρία σκαλιά του σπιτιού, τα αφήνει στο μπαλκονάκι, ψάχνει να βρει τι έπρεπε να χρησιμοποιήσει δεν τα ξέρω κιόλας, ο πατέρας μου βγαίνει στην πόρτα, «τι κάνεις», ο θείος του λέει «καλά, καλημέρα», ο πατέρας μου τον κοιτάει με τα κατσαβίδια και τα κλειδιά, κοιτάζει εμένα, η μάνα μου από μέσα τα ουρλιαχτά, ξαναρωτάει τον αδερφό του «τι τα θέλεις τα εργαλεία», ο αδερφός του απαντάει «ε, πώς θα τον φτιάξουμε το θερμοσίφωνα», μετά κοιτάει εμένα, «τι τον είπες, ρε βλάκα», «τι τον είπα, πως σπάσανε τα νερά και πλημμυρίσαμε», κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, γύρισαν προς το μέρος μου, εγώ μπήκα μέσα, έβαλα το παντελονάκι μου, πήρα την μπάλα μου και πέρασα το δρόμο απέναντι να ρίξω κανένα σουτάκι στην αλάνα της γειτονιάς, επειδή πολύ παράξενοι οι μεγάλοι εκείνο το πρωινό, δεν καταλάβαινα τίποτα.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038