Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

24

24

Σήμερα, 24...

  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Monday, 25 December 2017 13:32
  • 24

    24

    Sunday, 24 December 2017 23:08

thermoΕίχε χαλάσει ο θερμοσίφωνας στο σπίτι και κάθε τόσο γέμιζε το πάτωμα με νερά. Παιδευόταν ο γέρος μου να τον φτιάξει, τον έφτιαχνε, αλλά όλο κάτι γινόταν και χαλούσε πάλι, έτρεχε η μάνα μου, έγκυος, με τη σφουγγαρίστρα και τα πανιά να τα μαζεύει.

Έπρεπε να πάρουμε καινούργιο, αλλά υποπτεύομαι πως μάλλον παραήταν πολυτέλεια εκείνη την περίοδο κάτι τέτοιο, οπότε το πηγαίναμε από πατέντα σε πατέντα. Ήταν καλοκαίρι του 1981, δεν είχε βγει ακόμα ο Αντρέας να φτιάχνονται όλα από μόνα τους μαγικά. Πολύς καιρός αυτό το θέμα με το θερμοσίφωνα, έβραζε η μάνα μου νερό στην κατσαρόλα και με μπανιάριζε με τις ώρες δίπλα στη σόμπα, Σάββατο απόγευμα, και κάθε που σηκωνόμουν να αλλάξω το κανάλι γέμιζα νερά το σπίτι και με μάλωνε. Είχα μόλις κλείσει τα έξι, ήμουν δηλαδή ανάμεσα στις ηλικίες που έχουν σήμερα οι κόρες μου.

Μέσα στη νύχτα, ακούω τη μάνα μου να φωνάζει: «Σπάσανε τα νερά». Σηκώνεται ο πατέρας μου, έρχεται στο κρεβάτι μου και μού λέει να τρέξω γρήγορα στο θείο μου τον Παύλο, που έμενε είκοσι μέτρα δίπλα μας, να τον ξυπνήσω και να του πω ότι σπάσανε τα νερά. Όπως είμαι, πετάγομαι, με το βρακί, το θυμάμαι αυτό επειδή συζητήθηκε μετά, «με το βρακί μας ήρθε το παιδί, μπράβο, ούτε για να ντυθεί δεν καθυστέρησε, εύγε», τρέχω ένα γύρο που μας χώριζαν κάτι συρματοπλέγματα τα δύο σπίτια, φτάνω στην είσοδο του θείου. Μόλις είχε αρχίσει να ξημερώνει.

Χτυπάω το κουδούνι, κανείς δεν απαντάει. Ξαναχτυπάω, ντλινγκ-ντλονγκ, τίποτα. Πάω από γύρω, χτυπάω τα παντζούρια του υπνοδωματίου τους. Κάτι έγινε, άκουσα θόρυβο από μέσα, ξαναπήγα στην πόρτα. Άνοιξε η θεία μου, «τι έπαθες, μέσα στη νύχτα, πώς είσαι έτσι», αλλά εγώ τη διέκοψα, η αποστολή μου ήταν σημαντική, δε χωρούσαν καθυστερήσεις. Και της είπα να φωνάξει αμέσως το θείο, που τον χρειάζεται ο πατέρας μου αμέσως γιατί είναι μεγάλη ανάγκη. Από πίσω εμφανίστηκε και αυτός, με τις σατέν πιτζάμες που ακόμα τον θυμάμαι τον καλό μου το θείο Παύλο, «τι τρέχει πρωί πρωί, ρε Νικόλα»; Και του λέω τα νέα στα γρήγορα, λαχανιασμένος, «θείο, είπε ο μπαμπάς μου να έρθεις αμέσως, πλημμυρίσαμε».

Εδώ σημειώνω πως όλοι οι εμπλεκόμενοι στην ιστορία είναι Πόντιοι. Και συνεχίζουμε. Η αντίδραση του θείου Παύλου, ο οποίος φυσικά και γνωρίζει πως η μάνα μου είναι στον ένατο μήνα γκαστρωμένη και εμείς αμάξι δεν έχουμε, ενώ αυτός έχει, άρα ένα κι ένα κάνουν δύο, τι κάνει, άραγε. Ορίστε τι κάνει: Βγάζει πιτζάμες, βάζει παντελονάκι κοντό τζιν, τη φανέλα την κασκορσέ για τα μερεμέτια, παίρνει κι εκείνη την υπέροχη εργαλειοθήκη-όνειρο, με την οποία πρέπει να έχω περάσει τη μισή μου παιδική ηλικία χαλώντας οτιδήποτε μπορούσε να χαλαστεί, φοράει και τη σαγιονάρα και μου φωνάζει «πάμε γρήγορα, μη χασομεράμε».

Τρέχουμε το γύρο και φτάνουμε στο σπίτι, εγώ μπροστά κι ο θείος από πίσω με την εργαλειοθήκη, ντρούγκου-ντρούγκου σε κάθε βήμα. Ο πατέρας μου με έβριζε από μέσα όταν εμφανίστηκα στην ανοιχτή εξώπορτα, «καλά, βρε μαλάκα, τι σε είπα εγώ, γρήγορα δε σε είπα, πού είσαι μισή ώρα»; Και του απαντάω πολύ λογικά «εγώ τι σε φταίω, ο θείος καθυστέρησε, μέχρι να ξυπνήσει, να πλυθεί, να βάλει ρούχα, εγώ δε φταίω, αυτός φταίει, εγώ πήγα βολίδα και γύρισα βολίδα, όπως με είπες». Μαλάκωσε ο πατέρας μου, η μάνα μου βογκούσε. «Και πού είναι ο θείος, άντε, βιαζόμαστε», με ξαναρώτησε, «ε, έρχεται, είναι και βαριά τα εργαλεία». «Ποια εργαλεία». «Τα εργαλεία». «Ναι, ποια εργαλεία». «Για το θερμοσίφωνα». «Ποιο θερμοσίφωνα». «Το θερμοσίφωνα».

Και με σώνει ο θείος από τη σουρεαλιστική συζήτηση, που ο πατέρας μου εντελώς βλαμμένος να μην καταλαβαίνει για ποιο θερμοσίφωνα μιλάω, πόσους θερμοσίφωνες έχει το σπίτι, δηλαδή, έναν. Σκάει με τα εργαλεία πίσω μου, ανεβαίνει τα τρία σκαλιά του σπιτιού, τα αφήνει στο μπαλκονάκι, ψάχνει να βρει τι έπρεπε να χρησιμοποιήσει δεν τα ξέρω κιόλας, ο πατέρας μου βγαίνει στην πόρτα, «τι κάνεις», ο θείος του λέει «καλά, καλημέρα», ο πατέρας μου τον κοιτάει με τα κατσαβίδια και τα κλειδιά, κοιτάζει εμένα, η μάνα μου από μέσα τα ουρλιαχτά, ξαναρωτάει τον αδερφό του «τι τα θέλεις τα εργαλεία», ο αδερφός του απαντάει «ε, πώς θα τον φτιάξουμε το θερμοσίφωνα», μετά κοιτάει εμένα, «τι τον είπες, ρε βλάκα», «τι τον είπα, πως σπάσανε τα νερά και πλημμυρίσαμε», κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, γύρισαν προς το μέρος μου, εγώ μπήκα μέσα, έβαλα το παντελονάκι μου, πήρα την μπάλα μου και πέρασα το δρόμο απέναντι να ρίξω κανένα σουτάκι στην αλάνα της γειτονιάς, επειδή πολύ παράξενοι οι μεγάλοι εκείνο το πρωινό, δεν καταλάβαινα τίποτα.

Μοντέρνο

Μοντέρνο

Μαρκ-Βιβιέν Φοέ, ετών 28. &Alph ...

Read more
Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα γι&alp ...

Read more
Γαστρεντερίτιδα

Γαστρεντερίτιδα

Το μόνο χειρότερο απ ...

Read more
Γιουσουφάκια

Γιουσουφάκια

Οι άνθρωποι που έχο&u ...

Read more
Τεχνολογία

Τεχνολογία

Είχα την τιμή χθες να &si ...

Read more
Ουτοπίες

Ουτοπίες

Στις 10 Ιανουαρίου, μετά τον αγώνα Αστέρας-ΠΑΟΚ, στην ιστοσελίδα PAOK24 δημοσιεύθηκε ανυπόγραφο άρθρ ...

Read more
Περίεργο

Περίεργο

Έγραψα ένα κατεβατό τρία πέιτζ ντάουν για τη μεταγραφή Παπαδόπουλου και τα έσβησα. Δεν έχει σημασία ...

Read more
Χαρακώματα

Χαρακώματα

Ήμασταν εκατόν εξήντα ...

Read more
Άπιστοι

Άπιστοι

Στην ιστορία του Κ&upsil ...

Read more
Σκούπισμα

Σκούπισμα

Δεκατόσα χρόνια δίπλα δίπλα στα τσιμέντα και να βρίσκεσαι κατά λάθος μαζί του στην ίδια δουλειά. ...

Read more
Πετάω

Πετάω

Κάθε 12η Αυγούστου, &e ...

Read more
0013

0013

Όπως όλη η κερκίδα, έτσ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.